Ο τόπος περπατά στη σκιά. Η νύχτα του μεγάλου τίποτα

ΑΠΟΨΗ /ΠΟΝΗΜΑ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΙΔΡΩΜΕΝΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Ο τόπος περπατά στη σκιά. Όχι για να αποφύγει τον μεγάλο του μεσημεριού ήλιο. Μα, επειδή ο νους μας είναι σκιώδης.Βρέθηκα σε μια παρέα φίλων δασκάλων.

Ο τόπος περπατά στη σκιά. Όχι για να αποφύγει τον μεγάλο του μεσημεριού ήλιο. Μα, επειδή ο νους μας είναι σκιώδης. Βρέθηκα σε μια παρέα φίλων δασκάλων. Μιλούσαν για τον πατέρα Παΐσιο και τις προφητικές θεομηνίες, λιμούς και λοιπές καταστροφές που πρόκειται να μας βρουν. Μιλούσε μια, κάποιοι ακολουθούσαν κάποιες άκρες, κάποιοι έκαναν πως άκουγαν. Κανείς όμως δεν σηκώθηκε πάνω και να της πει: «χρειάζεσαι ψυχιατρική φροντίδα, Ανθούλλα, η βεβαιότητά σου είναι μια φυλακή που ολοένα σφίγγει τα δεσμά της». Μια σιωπή άνευ παρρησίας των Κυπρίων. Το λίπος από το οφτό λαμπύριζε στον ουρανίσκο τους καθώς άνοιγαν σαν κοράκια το στόμα στη γεμάτη υγρασία νύχτα. Όλα τα κακά, εννοείται, θα γίνουν για το μεγάλο τελικό καλό, την υπέρτατη του ελληνισμού δικαίωση. Θα σωθούν σε κάθε μεσσιανική εκδοχή η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ρωσία. Έπινα γουλιά-γουλιά την μπίρα μου προσπαθώντας να βρω τρόπο να ξεφύγω απ' την κολασμένη παρέα. Ένας θλιμμένος βιολόγος –ο Ντίνος– φαινόταν να νιώθει το ίδιο. Ανταλλάξαμε βλέμματα. Η κυρία Ανθούλλα –γνωστή αγωγός μελλοντικής καταστροφολογίας στη διδασκαλική πιάτσα–  μόλις λάδωσε το φορεματάκι της. Με απλανές βλέμμα μιλούσε για πόλεμο, αίμα, καταστροφή και σεισμούς. Μα, την τελευταία στιγμή θα γίνει ένα θαύμα για να επέλθει η σχιζοφρενής ισορροπία. Η νύχτα δεν περνούσε. Ο βιολόγος πρέπει να σκεφτόταν πολικές αρκούδες ή τη μαραμένη αμυγδαλιά του, σε μια ύστατη προσπάθειά του να ανανήψει απ' τις συνεχείς σφοδρές εγκεφαλικές συγκρούσεις. Σκέφτηκα την προσευχή, μα την απέρριψα με συνοπτικότατους συλλογισμούς. Σκέφτηκα τη φωτογράφιση για σκοπούς αρχειοθέτησης της των Κυπρίων βλακείας, μα δεν μου βγήκε. Ούτε η ηχογράφηση. Ήταν η νύχτα του μεγάλου τίποτα σε έναν κόσμο άπειρο. Η νύχτα της απόλυτης στενοκεφαλιάς σε έναν κόσμο πλασμένο για το παν. Με χαρά ένιωσα τη ζάλη της τέταρτης μπίρας. Η ώρα προχώρησε. Είδα τον βιολόγο ξανά. Ήταν στη θέση του ακίνητος σαν σε νοσοκομειακή καρέκλα καθισμένος. Το χάρηκα που ακόμα δεν έπεσε το φεγγάρι στο κεφάλι του. Το χάρηκα που υπάρχει.

Υπάρχει μια ένωση ψυχωτικών που μεταφέρει μια ακατάσχετη καταστροφολογία των γκουρού τους. Η θρησκεία γι’ αυτούς είναι η απόλυτη γεωμετρική εξίσωση. Μιλάνε συνέχεια για Θεό.

Ε, λοιπόν, εμείς μιλάμε μαζί του ως εκλεκτοί και φέρουμε τα μηνύματά του. Αν δεν τα αποδέχεστε, φταίει η αλαζονεία σας. Η ψύχωση βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία, όχι της αγάπης για να είμαστε ειλικρινείς, αλλά της καταστροφής. Κι εδώ αποσκιρτά ορφανή από νομιμοποίηση η παρανοϊκή ψύχωση. Η άλλη ιεραπόστολος, εν τω μεταξύ, η Μαριάννα τα βράδια κατακλύζεται συχνά από αμφιβολίες. Ανοίγει την ντουλάπα της και πιάνει δειλά-δειλά ένα στριγκάκι που της έκαναν δώρο οι φίλες της –που ιδέα δεν έχουν πολλές για την ψυχωτική εμμονή της– και ονειροπολεί για λίγο. Το αφήνει όμως αμέσως για να ξαπλώσει, να σκεφτεί την επόμενη ματαίωση ενός γεγονότος που ποτέ δεν θα επαληθευτεί, να ξανασκεφτεί πιο καλά την ακριβή περίοδο της μεγάλης καταστροφής, μέχρι που να κοιτάξει μια μέρα τον εαυτό της στον καθρέφτη και να πει: “είναι πολύ αργά, Μαριάννα”.


Επιστροφή
στην αρχή