Ο Συνεργατισμός, τα ΜΕΔ και η νίκη του ορθολογισμού

ΑΠΟΨΗ /ΕΠΙΛΟΓΕΣ

ο πώς το κράτος θα καταφέρει να διαχειριστεί ή να βρει τρόπους και πρόσωπα τα οποία να είναι ικανά να διαχειριστούν το «κακό», όπως έχει υιοθετηθεί

Ενώ το Υπουργικό Συμβούλιο αναμένει έως αύριο την ολοκλήρωση της συναλλαγής με την Ελληνική Τράπεζα για τον Συνεργατισμό, αφού ξεκαθαρίζει το εύρος της δυσκολίας από τις αποφάσεις για τον Συνεργατισμό, κάτι που δεν επιχείρησε ποτέ να κρύψει ο υπουργός Οικονομικών, εντούτοις ένα από τα σημαντικά στοιχεία της διαμόρφωσης του πλαισίου δράσης για τα επόμενα χρόνια αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση: Το πώς το κράτος θα καταφέρει να διαχειριστεί ή να βρει τρόπους και πρόσωπα τα οποία να είναι ικανά να διαχειριστούν το «κακό», όπως έχει υιοθετηθεί, κομμάτι του Συνεργατισμού, το οποίο αγγίζει τα 7,3 δισ. ευρώ και αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τα οποία θα αναλάβει.

 

Για να γίνει κατανοητή η τεράστια δυσκολία και πρόκληση που θα πρέπει να αντιμετωπίσει το κράτος, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το «κακό» κομμάτι των ΜΕΔ, ένα ποσοστό της τάξης των 3,8 δισ., είναι μη εξυπηρετούμενα πρώτης κατοικίας. Το κράτος για να δημιουργήσει φερεγγυότητα για τον Συνεργατισμό έχει προχωρήσει κατ' αρχάς σε τοποθέτηση κεφαλαίων της τάξης του 1,75 δισ. ευρώ, σε μια κατάθεση 2,35 δισ. ευρώ, ενώ τώρα αποφασίζει ότι απαιτείται ακόμη 1 δισ. ευρώ, έτσι που να μην υπάρξει κανένα χρηματοδοτικό χάσμα μεταξύ των καταθέσεων και των περιουσιακών στοιχείων. Οι αποφάσεις της περασμένης Παρασκευής, εν αναμονή και του ξεκαθαρίσματος του άκρως σημαντικού βήματος, εκείνου της συμμετοχής για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στην πραγματικότητα βελτιώνουν το δούνε και λαβείν, ενώ επιχειρείται μια εξισορρόπηση των αποφάσεων για τον Συνεργατισμό.

Το μεγάλο ερώτημα

Το μεγάλο ωστόσο ερώτημα της επόμενης μέρας είναι η δυνατότητα που θα δημιουργηθεί για το κράτος ή ακόμη και η προοπτική που θα ανοίξει από τη διαχείριση των ΜΕΔ. Αυτό αφορά μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, με χιλιάδες νοικοκυριά να βρίσκονται στη μέγγενη ενός καθεστώς ομηρίας από τη μια, αλλά και προοπτικής αλλαγής του κοινωνικού ιστού από την άλλη, σε περίπτωση που δημιουργηθούν προϋποθέσεις για σωστή διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων πρώτης κατοικίας. 

Η ορθολογιστική διαχείριση των δανείων πρώτης κατοικίας σε ένα καθεστώς στο οποίο επηρεάζονται δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά δεν πρόκειται να γίνει έξω από το γενικότερο πλαίσιο αναδιάρθρωσης των συγκεκριμένων δανείων, υποστηρίζουν οικονομικές πηγές. Κατά την εκτίμηση των ίδιων πηγών δεν υφίσταται παραγωγικός τρόπος για εκποιήσεις πρώτων κατοικιών κάτω από τις 300 χιλιάδες ευρώ. Το οικονομικό αλλά και το κοινωνικό κλίμα δεν προσφέρεται για τέτοιες εκποιήσεις, γιατί η διαχείριση δεν θα είναι επωφελής για τον εμπλεκόμενο, δηλαδή το κράτος, στην απόπειρα  διαμόρφωσης ενός άλλου καθεστώτος.

Με λίγα λόγια, οι τεχνικές συνθήκες που υπάρχουν δεν ευνοούν τις εκποιήσεις, αλλά μάλλον τις καλές επιμέρους συμφωνίες, οι οποίες δεν θα δημιουργούν και κοινωνικά προβλήματα. Όπως αναφέρθηκε στον «Π», ήδη ακόμη και υπό το σημερινή αδιέξοδο δράση του Συνεργατισμού, υπήρξε εμπειρία διευθέτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων χωρίς την εκδίωξη από την κατοικία του οφειλέτη, αλλά με την καταβολή ενός ποσού αναλόγως των δυνατοτήτων του. Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν να τεθούν στο ίδιο επίπεδο δράσης και αντίδρασης μια πρώτη κατοικία ή ένα διαμέρισμα με σημερινές τιμές, π.χ. τις 150 χιλιάδες και μια έπαυλη του 1,5 εκατ. ευρώ. Επομένως η πρακτική διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι  ότι ο φορολογούμενος θα διαπιστώσει όφελος μέσα από τη διαχείριση του «κακού» κομματιού της Συνεργατικής που θα αναλάβει το κράτος, το οποίο αποκτά ένα πολύ σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, όπως είναι τα ΜΕΔ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Η σύσταση του φορέα διαχείρισης από τη μια θα έχει τη δυνατότητα είσπραξης ενός σημαντικού ποσού σε μια διαδικασία αλληλοεπίδρασης, με την αναζήτηση από την άλλη εφικτών και αποδεκτών λύσεων για την επίλυση προβλημάτων και αποφυγή κινδύνων από τα ΜΕΔ.

Υπήρχε μέλλον;

Ένα άλλο μεγάλο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον ο Συνεργατισμός θα μπορούσε να επιβιώσει με την παρούσα καθεστηκυία τάξη πραγμάτων ή αν θα έπρεπε όντως να περνούσε σε ένα καθεστώς ιδιωτικοποίησης. Η ανάληψη από το κράτος του Συνεργατισμού το 2013 και η στήριξή του ήταν μια αναγκαία κίνηση, αλλά ήταν σαφές πως είχε ημερομηνία λήξης από τη στιγμή που υφίσταται έλεγχος των όρων μιας τέτοιας κρατικής στήριξης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πολλοί μάλιστα ειδικοί έχουν την άποψη ότι αυτή η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης άργησε να εφαρμοστεί.

Αυτή η εκτίμηση ενισχύεται με ένα βασικό επιχείρημα, το οποίο δεν φαίνεται να έχει αντίλογο και το έθεσε στο «Π» ο χρηματοοικονομικός επίτροπος Παύλος Ιωάννου. Όπως σημείωσε, «τα συσσωρευμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του Συνεργατισμού δεν είναι απλώς αποτέλεσμα και μόνο της οικονομικής κρίσης των τελευταίων χρόνων, αλλά είναι και δημιούργημα της ίδιας της οργανοδομής του Συνεργατισμού. Ο επίτροπος υποστηρίζει ακόμη ότι «αποενεργοποίηση του Συνεργατισμού δεν ξεκίνησε από το 2013, αλλά είναι αποτέλεσμα μια χρόνιας και αυξανόμενης επιχειρησιακής κρίσης τα τελευταία τουλάχιστον 30 χρόνια».

 

Αυτή η διαπίστωση αποτελεί ίσως και το ακριβές πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το κράτος ήταν υπόχρεο να δράσει για να θωρακίσει την κυπριακή οικονομία. Αν όλα έχουν γίνει με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο, αυτό θα διαπιστωθεί στην πορεία, αλλά ήταν αδύνατο για το κράτος να παραμείνει υπερασπιστής ενός καθεστώς στον Συνεργατισμό που δημιουργήθηκε μέσα από τον νεποτισμό δεκαετιών ως αποτέλεσμα της δράσης ολόκληρου του κομματικού και πολιτικού κατεστημένου. Υπό την έννοια αυτή, αν και ουδείς πλήρωσε για την κατάντια του Συνεργατισμού, όπως βεβαίως και κανένας δεν πλήρωσε για τη μεγάλη οικονομική κρίση, η σημερινή εξέλιξη για το ΣΚΤ ίσως αποτελεί και μια νίκη του ορθολογισμού.  

 


Επιστροφή
στην αρχή