Ο πιο έξυπνος άνδρας της Κύπρου και δύο αβγά

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Αν με ρωτήσετε ποιος είναι ο πιο έξυπνος, ο πιο σοφός άνδρας της Κύπρου, δεν θα σας απαντήσω ο Μακάριος ή ο Ντενκτάς. Oύτε καν ο Γλαύκος Κληρίδης.

Αν με ρωτήσετε ποιος είναι ο πιο έξυπνος, ο πιο σοφός άνδρας της Κύπρου, δεν θα σας απαντήσω ο Μακάριος ή ο Ντενκτάς. Μάλιστα ούτε καν ο Γλαύκος Κληρίδης, του οποίου θαύμαζα τη νοημοσύνη. Ποιος είναι; Ο Χικμέταγαλαρ. Σίγουρα δεν τον γνωρίζετε. Ούτε εγώ τον γνωρίζω. Ξέρω μόνο την ιστορία του. Και ότι ήταν παππούς του Αϊχάν Χικμέτ, τον οποίο πυροβόλησε και δολοφόνησε η οργάνωση το 1962 καθώς κοιμόταν στο κρεβάτι του δίπλα στη σύζυγό του. Ο Χικμέταγαλαρ, ο οποίος ήταν παντρεμένος, μια μέρα όταν επέστρεψε στο σπίτι τσάκωσε τη γυναίκα του με τον φίλο της. Ο άνδρας, μόλις είδε ότι ήρθε ο σύζυγος της γυναίκας, προσπάθησε να διαφύγει. Αλλά ο Χικμέταγαλαρ δεν του το επέτρεψε. Τον έπιασε από το χέρι και του είπε «κάθισε κύριε». Δεν θύμωσε. Δεν φώναξε. Γύρισε στη γυναίκα του και της είπε: «Έχουμε αβγά στο σπίτι γυναίκα;» «Ναι έχουμε», είπε η γυναίκα. «Τότε πήγαινε να τηγανίσεις δύο αβγά στον κύριο και φέρε τα». Η γυναίκα έκανε αυτό που της είπε ο άνδρας της μην μπορώντας να καταλάβει και πολύ την τόση ηρεμία του. Τηγάνισε δύο αβγά, τα έφερε και τα έβαλε μπροστά στον άνδρα. Ο Χικμέταγαλαρ του είπε: «Ορίστε κύριε, φάε». Ο άνδρας κοίταξε σαστισμένος γύρω του και έφαγε τα αβγά. «Και τώρα πάρε τούτη τη γυναίκα και φύγε», του είπε ο Χικμέταγαλαρ. Η γυναίκα πήρε ό,τι ήταν να πάρει από το σπίτι, μάζεψε τα μπογαλάκια της και έφυγε με τον άνδρα. Αφού πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα από τότε, ο Χικμέταγαλαρ είδε μιαν είδηση στις εφημερίδες. Ο άνθρωπος εκείνος σκότωσε την πρώην γυναίκα του Χικμέταγαλαρ! Συνελήφθη και δικαζόταν αντιμετωπίζοντας τη θανατική ποινή. Τελικά, η γυναίκα τον απάτησε και εκείνον με κάποιον άλλον, όπως είχε απατήσει και τον Χικμέταγαλαρ. Και τη σκότωσε επειδή δεν το άντεξε αυτό. Ο Χικμέταγαλαρ πήγε στο δικαστήριο. Παρακολούθησε την ακροαματική διαδικασία. Κοίταζε τον νέο άνδρα στο εδώλιο του κατηγορούμενου και τον λυπόταν. Αφότου καταδικάστηκε σε θάνατο, τον πλησίασε και του είπε το εξής την ώρα που τον έπαιρναν: «Τι έκανες γιε μου; Έβαψες τα χέρια σου με αίμα σε αυτή την ηλικία; Άξιζε τον κόπο; Δεν είχες στο σπίτι δύο αβγά μωρέ;».
Όποτε ακούσω για κάποιο έγκλημα τιμής, έρχεται πάντα στο μυαλό μου αυτή η ιστορία. Θυμάμαι τα δύο αβγά του Χικμέταγαλαρ και όταν κοιτάζω τους πολιτικούς μας, όχι μόνο σε περιπτώσεις εγκλημάτων τιμής. Τόσοι καβγάδες. Τόση πίκρα. Αξίζουν την ώρα που έχουμε δύο αβγά; Πεθύμησα να δω το Βαρώσι, το οποίο αφήσαμε να το τρώνε τα φίδια και οι σαρανταποδαρούσες εδώ και 44 χρόνια, αλλά δεν μπορώ να το δω. Αν και δεν θέλω να βλέπω σημαίες πάνω στα βουνά, μου τις μπήγουν στο μάτι. Αν μια από τις πλευρές που κάθεται στο τραπέζι υπερασπίζεται τα τουρκικά δικαιώματα, η άλλη υπερασπίζεται τα ελληνοκυπριακά δικαιώματα. Κανείς δεν υπερασπίζεται τα δικαιώματα των Κυπρίων χωρίς διακρίσεις! Ακόμα περνάω από το ένα μισό της πατρίδας μου στο άλλο επιδεικνύοντας διαβατήριο. Πέστε μου. Δεν έχουμε δύο αβγά; Αν έχουμε δύο αβγά, τι πράγματα είναι αυτά; Γιατί βάψαμε τα χέρια μας με αίμα, την ώρα που είχαμε δύο αβγά; Άξιζε να κρεμαστούμε έτσι με αγγλικό σχοινί γι’ αυτό;
Ποιος ξέρει, ίσως πρέπει να υποβάλω αυτή την ερώτηση και σε εκείνο τον στρατιώτη, ο οποίος έκοβε τα αφτιά των Ελληνοκυπρίων που σκότωνε για να τα δείξει στη μητέρα του το 1974. Αυτό ήταν το λάφυρο που άξιζε πιο πολύ για εκείνον. Θα έδειχνε τα αφτιά στη μητέρα του και θα αποδείκνυε τον ηρωισμό του. Ένας άλλος παλιός πολεμιστής του 1974 είχε γίνει διευθυντής στις φυλακές του Ντιγιαρμπακίρ κατά το φασιστικό πραξικόπημα του 1980 στην Τουρκία. Οι φυλακές του Ντιγιαρμπακίρ ήταν χειρότερες και από το Άμπου Γκράιμπ στο Ιράκ. Έκανε τα πάντα στους εκεί κρατούμενους ο παλιός πολεμιστής Οκτάι Γιντιράν. Τους βούταγε στα σκατά. Τους βίασε, τους έκανε ηλεκτροσόκ, τους έλιωσε, τους ταπείνωσε. «Θα κάνω και σε εσάς ό,τι έκανα στα σκυλιά τους Ελληνοκύπριους στην Κύπρο», τους είπε. Πώς βουλιάξαμε στον βούρκο του 1974; Δεν είχαμε δύο αβγά;
Όταν η απελπισία μαζεύεται πάνω από το κεφάλι μας σαν μαύρο σύννεφο, μας λένε «μην πάψεις να ελπίζεις στην πατρίδα σου». Αλλά δεν υπάρχει ανάμεσά μας μια καρδιά όπως εκείνη του Γλέζου να σηκώσει το κεφάλι στον κατακτητή. Και δεν σκέφτονται ότι μπορεί η πατρίδα τους να πάψει να ελπίζει σε εκείνους, έστω και αν εκείνοι δεν παύουν να ελπίζουν στην πατρίδα τους. Μήπως είναι νησί του διαβόλου αυτό το νησί; Πες μας αγαπητέ Χικμέταγαλαρ. Τι είναι αυτός ο καβγάς; Δεν έχουμε στο σπίτι δύο αβγά;


Επιστροφή
στην αρχή