Ο Πανίκος Δημητριάδης μιλά στον «Π» για την κρίση στην Ιταλία

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Κύπρος νιώθει ήδη την καυτή ανάσα των αγορών, με την απόδοση του ομολόγου λήξης το 2025 να ξεπερνά το 3%, φτάνοντας στο 3,11%.

Μετά τις μαζικές πωλήσεις ομολόγων και μετοχών την Τρίτη, ως αποτέλεσμα της πολιτικής κρίσης στην Ιταλία και του ενδεχομένου νέων εκλογών στη χώρα (που αυτήν τη φορά θα έχει χαρακτήρα δημοψηφίσματος), αγορές και επενδυτές συμπεριφέρθηκαν χθες με περισσότερη ψυχραιμία, με τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων να σταθεροποιούνται, αν και σε υψηλά επίπεδα.


Η προσπάθεια αποφυγής ενός σεναρίου καταστροφής είναι εμφανής, αλλά μένει να φανεί αν η ακτίδα φωτός μετά την καταιγίδα της Τρίτης θα εξελιχθεί σε λιακάδα ή η ευρωζώνη θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα θύελλα. Η Κύπρος νιώθει ήδη την καυτή ανάσα των αγορών, με την απόδοση του ομολόγου λήξης το 2025 να ξεπερνά το 3% φτάνοντας στο 3,11%, όταν στις αρχές Απριλίου κινείτο στο 1,88%!
Ο πρώην διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Πανίκος Δημητριάδης και μέλος του δ.σ. της ΕΚΤ μιλά στον «Π» για τη σημαντική πρόκληση που έχει μπροστά της η Ευρώπη και για τη θέση της Κύπρου.


Οι εξελίξεις στην Ιταλία έχουν πάρει έναν δραματικό χαρακτήρα, με τις αγορές να ενεργοποιούν προσδοκίες για ένα κακό σενάριο. Έχουμε μπροστά μας το ενδεχόμενο μιας νέας τραπεζικής κρίσης; Πώς μπορεί να προστατευτεί η ευρωζώνη;


Δυστυχώς οι εξελίξεις στην Ιταλία δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές. Θεωρώ όμως ότι ο Πρόεδρος Ματαρέλα ορθώς έπραξε. Η πρόταση που απέρριψε θα οδηγούσε σε άμεση κλιμάκωση της κρίσης και ενδεχομένως σε μια άμεση ρήξη με την ΕΚΤ, η οποία θα βρισκόταν μπροστά σε ένα άνευ προηγουμένου δίλημμα, αν θα συνέχιζε να στηρίζει τις ιταλικές τράπεζες. Και αυτό γιατί ενδεχομένως να υπήρχε αμέσως τεράστια εκροή καταθέσεων από τις ιταλικές τράπεζες, όπως συνέβη στην περίπτωση της Κύπρου το 2013 και της Ελλάδας το 2015. Ενδεχομένως, επίσης, να υπήρχε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και, ως εκ τούτου, οι ιταλικές τράπεζες θα υποχρεώνονταν να καταφύγουν σε στήριξη από τον μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας.


Από τη στιγμή που η κυβέρνηση συνασπισμού έδειχνε διατεθειμένη να αποχωρήσει από το ευρώ και να προχωρήσει σε ακύρωση του ιταλικού χρέους προς την ΕΚΤ, έστω και σε ένα σενάριο β’, το δ.σ. της ΕΚΤ θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση. Αν αρνούνταν να προσφέρουν ρευστότητα, το τραπεζικό σύστημα της Ιταλίας θα παρέλυε αμέσως. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση της χώρας θα κατηγορούσε την ΕΚΤ για εκβιασμό, αυξάνοντας το αντιευρωπαϊκό αίσθημα στη χώρα.
Αν, από την άλλη, αποφάσιζαν να παραχωρήσουν έκτακτη ρευστότητα, οι κεντρικές τράπεζες του ευρωσυστήματος θα αναλάμβαναν επιπρόσθετο κίνδυνο. Σε περίπτωση αποχώρησης της Ιταλίας από το ευρώ, οι ζημιές για όλο το ευρωσύστημα -και τους φορολογούμενους που θα καλούνταν να τις πληρώσουν- θα ήταν άνευ προηγουμένου.
Ήδη η ΕΚΤ έχει στα χέρια της 341 δισ. ευρώ ιταλικού χρέους. Στις ιταλικές τράπεζες υπάρχουν καταθέσεις πάνω από 2 τρισ. ευρώ. Αντιλαμβάνεστε ότι τα ποσά που θα χρειαστούν για ρευστοτική στήριξη οι ιταλικές τράπεζες θα είναι πολλαπλάσια από αυτά που χρειάστηκαν οι ελληνικές. Η Ελλάδα στην κορύφωση της κρίσης της χρειάστηκε σχεδόν 140 δισ. ευρώ έκτακτη ρευστότητα, ενώ η Κύπρος χρειάστηκε περίπου 12 δισ. ευρώ, και οι αποφάσεις που λήφθηκαν ήταν δύσκολες. Τι θα γίνει αν η Ιταλία χρειαστεί 1 τρισ. ευρώ ή περισσότερα;

Η ιταλική κρίση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ δείχνει έτοιμη να ολοκληρώσει την τραπεζική ένωση. Η θεσμική θωράκιση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα σε μελλοντικές κρίσεις;


Πιστεύω ότι η Ιταλία μπορεί να εξελιχθεί σε μητέρα όλων των κρίσεων. Στο εφιαλτικό σενάριο που η Ιταλία αποχωρήσει από το ευρώ, οι άμεσες ζημιές για την Κύπρο από τις ζημιές που θα προκληθούν στην ΕΚΤ θα είναι της τάξης των 500 εκατ. ευρώ. Αν στο μεταξύ παραχωρηθεί και έκτακτη ρευστότητα, οι άμεσες ζημιές μπορεί να ξεπεράσουν τα 2 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο διάλυσης της ευρωζώνης και της ΕΕ. Καμία θωράκιση δεν είναι ικανή να προστατεύσει την Κύπρο από ένα τόσο εφιαλτικό σενάριο.
Υπάρχει τώρα ένα παράθυρο ευκαιρίας μερικών μηνών, μέχρι τις επόμενες εκλογές στην Ιταλία, για να προωθηθούν μεταρρυθμίσεις στην ευρωζώνη που θα βοηθήσουν, πιστεύω, ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα. Ελπίζω η πολιτική ηγεσία της ευρωζώνης, και ιδιαίτερα της Γερμανίας, να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Υπάρχουν διάφορες λογικές προτάσεις για μεταρρυθμίσεις από την Κομισιόν, το ΔΝΤ και κορυφαίους Γάλλους και Γερμανούς οικονομολόγους. Ελπίζω να μην χαθεί αυτή η ευκαιρία. Ίσως να είναι και η τελευταία.

Δηλαδή τι πρέπει να γίνει στην πράξη;


Η πολιτική ηγεσία της ευρωζώνης, σε συνεργασία με την Κομισιόν και το ΔΝΤ, πρέπει να συμφωνήσει ένα σχέδιο που θα οδηγήσει σε βάθος χρόνου σε δημοσιονομική ένωση και ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Οι πρόσφατες προτάσεις του ΔΝΤ για δημιουργία «ταμείου βροχερής μέρας» (rainy day fund) θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, ένα πρώτο βήμα προς την ορθή κατεύθυνση. Υπάρχουν και άλλες προτάσεις που είναι αξιόλογες φυσικά και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Κομισιόν επεξεργάζεται τις δικές της.

Η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης πρέπει να αλλάξει; Από την άλλη, κράτη μέλη και λαοί είναι έτοιμοι για περαιτέρω ομοσπονδιοποίηση της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ;


Οπωσδήποτε χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να βασίζονται σε οικονομική λογική και όχι σε λαϊκισμούς. Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης είναι ένα από τα βήματα που χρειάζεται να γίνουν, αλλά χρειάζεται να γίνουν και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις που να ενισχύουν το αίσθημα ότι το μέρισμα από το ευρώ μοιράζεται δίκαια. Διαφορετικά ο λαϊκισμός θα συνεχίζει να ανεβαίνει και θα είναι θέμα χρόνου η κατάρρευση της αρχιτεκτονικής.

Η Γερμανία ωφελήθηκε από το ευρώ, αλλά τώρα διστάζει να δώσει κάτι πίσω. Από την εμπειρία σας -και εντός της ΕΚΤ- πού οφείλεται αυτή η στάση του Βερολίνου, το οποίο μοιάζει να θέλει να πυροβολήσει τα πόδια του;


Η θέση του Βερολίνου δεν είναι τόσο εύκολη όσο παρουσιάζεται στην περιφέρεια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ανώτατος αξιωματούχος της ΕΚΤ που θεωρείτο σκληροπυρηνικός στην Ελλάδα είχε στοχοποιηθεί -μαζί με την οικογένειά του- από νεοναζί στη Γερμανία γιατί τον θεωρούσαν πολύ μαλακό προς την Ελλάδα... Αν δηλαδή η κ. Μέρκελ ενδώσει σε λαϊκίστικες προσεγγίσεις εκ μέρους άλλων χωρών, τότε δεν έχω αμφιβολία ότι θα έχουμε μεγάλη άνοδο της Άκρα Δεξιάς στη Γερμανία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Παρά ταύτα, το Βερολίνο έχει τώρα την ευθύνη να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και να πείσει την κοινή γνώμη στη Γερμανία ότι αυτές είναι προς όφελος και της ίδιας της Γερμανίας.


Επιστροφή
στην αρχή