Ο κύκλος της κυρίας Ομιλίας...

ΑΠΟΨΗ /ΠΟΝΗΜΑ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΙΔΡΩΜΕΝΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Η καθηγήτρια κυρία Ομιλία εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογυρνούσε ιδρωμένη στο άδειο παγωμένο κρεβάτι.Μόνη μέσα στο διάφανο νυχτικό

Η καθηγήτρια κυρία Ομιλία εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογυρνούσε ιδρωμένη στο άδειο παγωμένο κρεβάτι. Μόνη μέσα στο διάφανο μπεζ της νυχτικό. Κάποτε έμοιαζε με πεταλούδα της άνοιξης. Και εκείνη τη μοναδική στιγμή πνευματικού ερεθισμού τον φαντάστηκε. Τον εορταστικό της λόγο. Την άλλη μέρα 600 παιδιά την άκουσαν να μιλά. Για την πατρίδα, τη θρησκεία, τη θυσία. Για τα ιδανικά του έθνους. Μπροστά από λάβαρα και ταμπούρλα. Παντού στην αίθουσα ανέμιζε το μεγάλο «ΟΧΙ». Οι φίλες της ήταν ντυμένες με τα καλά τους. Φούστες φτηνές καλοσιδερωμένες στους χρωματισμούς του μπλε. Οι καθηγητές με το άσπρο τους πουκάμισο και το γυαλισμένο παπούτσι. Σοβαροί. Την άκουγαν. Με προσοχή.

Πολλοί βρήκαν την ομιλία της κυρίας Ομιλίας κάπως υπερβολική. Λίγο… έξω απ’ την ιστορία ας πούμε. Πιο κοντά, λιγουλάκι νά κοντά στον φανατισμό. Μα κανείς δεν είπε τίποτα. Να μην ανοίξει θέμα τέτοια γιορτάρα μέρα. Στο τέλος όλοι σιώπησαν. Της έδωσαν συγχαρητήρια την ώρα που έτρωγαν την ελιόπιτα τη στριφτή. Που αν βάλεις δύο τη μια δίπλα στην άλλη σχηματίζεις το Ο. Δύο λουκανικόπιτες χιαστί φτιάχνουν το Χ. Και με ένα ντόνατ στο τέλος έγραψες το «ΟΧΙ». Δεν είναι φαντασία. Το έκανε ένας σοβαρός θεολόγος στο τραπέζι με τα κεράσματα μετά τη γιορτή.

Ο μητροπολίτης που την άκουσε τη θαύμασε. Ο γυμναστής το ίδιο. Ο ζωγράφος όμως τη φαντάστηκε γυμνή να ποζάρει πάνω σε ένα πυροβόλο. Αυτός ο σχιζοφρενής άσχετος που τίποτα ποτέ δεν κατάλαβε. Αυτός που τόσο αναιδώς δεν φίλησε το χέρι του τοπικού ιερέα. Που δεν χαιρέτησε τον μουχτάρη. Ο διευθυντής μετά τον κατσάδιασε για τη συμπεριφορά του. Οι μαθητές στην αυλή, αμέσως μετά τη γιορτή, ξέχασαν τι γιόρτασαν. Γι' αυτούς οι δύο περίοδοι μέσα στη μεγάλη αίθουσα ήταν μια καλή φάση για να κοιμηθούν.

Και όλα κύλησαν ομαλά. Την άλλη μέρα η παρέλαση. Παλμός και δυναμικότητα. Ο παιδικός μας στρατός. Το αύριο του τόπου. Ο δρόμος σείεται από το χτύπημα του ποδιού. Είναι ένας καλπασμός τόσο απροσδιόριστα αρχαίος που σε πάει πίσω στον άνθρωπο τροφοσυλλέκτη που μούγκριζε και χτυπούσε τα ξύλα για να τρομάξει τα θηρία. Η κυρία Ομιλία πρώτη-πρώτη θαύμαζε τα δημιουργήματά της. Τα περήφανα νιάτα. Και όλα κύλησαν ομαλά. Και όταν όλα-όλα τέλειωσαν, επέστρεψε σε εκείνο το παγωμένο κρεβάτι που την κάνει να ιδρώνει. Κάθε βράδυ. Σαν σε αργό κύκλο. Που αναζητά την έμπνευσή του. Μέχρι την επόμενη γιορτή.

 


Επιστροφή
στην αρχή