Ο δικός μου Σαββάκης

ΑΠΟΨΗ /ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ
Ο Σαββάκης ήταν χαρούμενος το περσινό καλοκαίρι. Φίλοι και συγγενείς τού φούσκωναν τα μυαλά για το μεγάλο σχολείο στο οποίο θα πήγαινε τον Σεπτέμβρη, το δημοτικό. Το νηπιαγωγείο ήταν πια για τους μικρούς.

Ο Σαββάκης ήταν χαρούμενος το περσινό καλοκαίρι. Φίλοι και συγγενείς τού φούσκωναν τα μυαλά για το μεγάλο σχολείο στο οποίο θα πήγαινε τον Σεπτέμβρη, το δημοτικό. Το νηπιαγωγείο ήταν πια για τους μικρούς.


Πέντε μήνες μετά, ο Σαββάκης στέκεται σχεδόν κάθε διάλειμμα και κοιτάζει από το τέλι τα παιδάκια του νηπιαγωγείου στο οποίο πήγαινε μέχρι πέρσι. Ένα τέλι τον χωρίζει από τους φίλους του που άφησε να παίζουν στα παιγνίδια της αυλής. Όποτε βλέπει τη δασκάλα του της φωνάζει δυνατά, όσο μπορεί, για να τον ακούσει «Κυρία? θέλω να ξανάρθω στην τάξη σου», για να ξαναπάρει πάλι την ίδια απάντηση, «μα δεν γίνεται Σαββάκη μου».

Ο Σαββάκης όμως αγαπά πολύ και τη νέα του δασκάλα, την κυρία Παντελίτσα. Κάθε πρωί, από την αρχή της χρονιάς, έτρεχε το πρωί μες στην αυλή μόλις την έβλεπε και της αγκάλιαζε τα πόδια και τη μέση. «Κυρία? αγαπώ σε. Θέλεις να σου πάρω την τσάντα σου στην τάξη;». Η κυρία του τον αγκάλιαζε κι αυτή καθώς αποτραβιόταν από κοντά του, λες και ντρεπόταν για τη μεμπτή πράξη του, να δείχνει τρυφερότητα σε έναν μαθητή της. Δεν ήταν έτσι συνηθισμένη. Σκέφτηκε ότι ο καημένος ο Σαββάκης μάλλον στερείται την αγκαλιά της μάνας του για να κάνει έτσι.
 Η μάνα του Σαββάκη τον λάτρευε. Ήταν το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά της και είχε μαζί του μια σχέση βαθιά. Πάντα αυτός ένιωθε ότι η μάνα του τον αγαπούσε ακόμα και όταν της έβγαζε την πίστη. Δεν της πέρασε από τον νου της κυρίας Παντελίτσας ότι το αντίθετο συνέβαινε. Η μάνα του, όποτε μπορούσε αλλά και όποτε δεν μπορούσε, έχωνε τα μωρά της μες στην αγκάλη της. Έτσι ήταν λοιπόν μαθημένος.


Κάθε απόγευμα ο Σαββάκης καθόταν να διαβάσει με τη μάνα του. Ο πατέρας του σχολούσε αργά από τη δουλειά. Η μάνα του άφηνε τα άλλα τρία μωρά για να του διαβάσει. Το ένα στο κρεβατάκι, να του μπουκώνει την πιπίλα μήπως ξανακοιμηθεί, και τα άλλα δύο βιδωμένα μπροστά στην τηλεόραση. Καμιά φορά ξεβιδώνονταν από κει, έπαιζαν, τσακώνονταν ή τραυματίζονταν. Η μάνα του έπρεπε κιόλας να μαγειρέψει, να πλύνει, να σιδερώσει τα ρούχα, τη στολή?


Πελαγοδρομούσαν μαζί με τα τόσα τετράδια, βιβλία και βιβλιαράκια. Η μάνα του τρωγόταν ενώ εκείνος ήταν κουρασμένος και νυσταγμένος. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά του, να ζωντανέψει, να κάνει τη γραφή στο μικρό τετράδιο, στο κίτρινο βιβλιαράκι και στο μπλε, που εκτός από τη γραφή έπρεπε να γράψει και λέξεις και να κολλήσει και εικόνες από «Ξξ». ’τε να βρει η μάνα του εικόνες από «Ξξ»? Και ύστερα είχε να τελειώσει ένα φυλλάδιο ελληνικών και ένα μαθηματικών που έπρεπε να κάνει από την τάξη, αλλά ήταν αφηρημένος γιατί άκουγε τα παιδιά του νηπιαγωγείου και σκεφτόταν τα παιγνίδια. ’ραγε, γιατί δεν είχε το δημοτικό; Στο τέλος έμενε το πιο δύσκολο. Η μαρτυρική ανάγνωση. Διάβαζε με κόπο, με πιασμένη αναπνοή, λες και έτρεχε μαραθώνιο. Κάποτε νευρίαζε και έλεγε καμιά άσχημη λέξη, αλλά από μέσα του, για να μην θυμώσει κι άλλο η μάνα του. Το χειρότερο όμως ήταν όταν τους έβαζε η δασκάλα τους να ξαναγράψουν την εκθεσούλα σε φυλλάδιο για να τη βάλει στην πινακίδα και να τη δει η επιθεωρήτρια. Είχε αξιολόγηση φέτος και έπρεπε να αποδείξει πως είναι ικανή. Έτσι ο θάνατος του ελεύθερου παιχνιδιού του Σαββάκη ήταν η ζωή της δικής της προαγωγής.


 Όταν η μάνα του απελπιζόταν επειδή ξεπερνούσε τον προβλεπόμενο χρόνο των 40 λεπτών για κατ' οίκον εργασία (τον ξεπερνούσε κάθε μέρα κατά μία ώρα), έπαιρνε τα βιβλία και πήγαινε στη γιαγιά και τον παππού του, που ήταν στην άλλη γειτονιά. Εκεί ανακάλυψε για πρώτη φορά πως ήταν αχάριστος και βλάκας γιατί, όπως του έλεγε ο παππούς του, τον καιρό του τα παιδιά ήθελαν αλλά δεν τα έστελναν να μάθουν γράμματα, και αυτά που ήταν τυχερά να πάνε στο σχολείο ήταν έξυπνα. Όχι σαν τον Σαββάκη.


Έτσι, τα βράδια ονειρευόταν να μπορεί κάποτε να πετάξει ψηλά σαν τα πουλιά, με δικά του φτερά. Κι επειδή ήξερε ότι αυτό δεν γινόταν σε αυτή τη ζωή, σκεφτόταν πως, ευτυχώς, όταν πεθάνει θα μπορεί να πετά. Αναρωτιόταν και ρωτούσε τη μάνα του αν γινόταν να ζητήσει από τον Θεό, όταν γεράσει και πεθάνει, να τον ξανακάνει μικρό. Ντρεπόταν όμως να του το ζητήσει, έτσι το είπε στη μάνα του για να μεσολαβήσει.


Με τον Σαββάκη είμαστε γείτονες. Μια μέρα που έμπαινα στο σπίτι τον είδα να κατηφορίζει τον δρόμο προς το σπίτι μου τρέχοντας. Πίσω του ακούγονταν κάτι βλαστήμιες της μάνας του. Εκείνο το απόγευμα ο πατέρας του τηλεφώνησε για να πει ότι δεν θα ξανάρθει σπίτι. Τους αγαπά, αλλά είναι κρίμα να χαραμίσει το υπόλοιπο της ζωή του με μια γυναίκα και να μην είναι και με άλλες. Ο Σαββάκης ξεπέρασε και πάλι τον χρόνο. Μόλις με αντίκρισε σταμάτησε. Ντράπηκε. Ξεκίνησε πίσω για το σπίτι.
 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Νεκατωμένα στομάχια (Του Μιχάλη Θεοδώρου)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, 21.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Συνείδηση, τιμή και υπερηφάνεια

ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ, 21.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Για να φτιάχνει φραπέ χρειάζεται, για Πρόεδρος όχι;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 21.09.2018

Επιστροφή
στην αρχή