Ντόναλντ Τραμπ και διεθνής διπλωματίας (Της Σώτης Τριανταφύλλου)

ΑΠΟΨΗ /ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Η ουσία της διπλωματίας του Ντόναλντ Τραμπ είναι συνέχεια της αμερικανικής στάσης επί Ρέιγκαν και Μπους: οι ΗΠΑ, ως παροιμιώδης busybody.

Πριν από λίγες μέρες ο 92χρονος πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν παρέδωσε, σε σεμνή τελετή, το βραβείο Τοκβίλ στον 95χρονο Χένρι Κίσιντζερ. Το 2011 είχε παραδώσει το ίδιο βραβείο στον Ζμπίνιου Μπρεζίνσκι, έναν από τους ενόχους για την ενίσχυση της ισλαμικής τρομοκρατίας στη Μέση Ανατολή. Εν πάση περιπτώσει, οι δύο γηραιοί πρωταγωνιστές της διπλωματίας της δεκαετίας του 1970 συνεχάρησαν ο ένας τον άλλον για το άνοιγμα προς την Κίνα (επιτυχία του Κίσιντζερ επί προεδρίας Νίξον) και για τη δημιουργία του G7 (επιτυχία του Ζισκάρ) και αναρωτήθηκαν πού το πάει ο Αμερικανός Πρόεδρος.

Πουθενά δεν το πάει, αν και τα μέσα ενημέρωσης σχολιάζουν τις ρήξεις που υποτίθεται ότι κάνει. Οι «ρήξεις» είναι ένας μύθος: το σίγουρο είναι πως δεν τηρεί τις προεκλογικές του υποσχέσεις για απομονωτισμό και εσωστρέφεια, πράγμα που θα αποτελούσε ουσιαστική ρήξη με το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ:. Γι’ αυτό τον εξέλεξαν: οι ψηφοφόροι του έχουν κουραστεί από τους πολέμους χαμηλής έντασης και τις αποτυχημένες επεμβάσεις σε μέρη του κόσμου που δεν τους ενδιαφέρουν καθόλου. Πλην όμως, το αλλοπρόσαλλο ύφος του δίνει την ψεύτικη εντύπωση των ρήξεων και αρέσει στο πόπολο. Το να αργεί σε συνεδριάσεις, να δείχνει ότι βαριέται μέχρι θανάτου και να τουιτάρει με την αμεριμνησία και την τσαπατσουλιά του απλού πολίτη δεν αποτελεί ρήξη, αλλά έλλειψη κοινωνικής συμπεριφοράς. Η ουσία της διπλωματίας του είναι συνέχεια της αμερικανικής στάσης επί Ρέιγκαν και Μπους: οι ΗΠΑ, ως παροιμιώδης busybody, σπάνε πράγματα παγκοσμίως, καταφέρνοντας ωστόσο να διατηρούν τον επαρχιωτισμό τους. Η προεδρία Τραμπ προσθέτει σ' αυτόν τον επαρχιωτισμό την ανταγωνιστική πόζα εναντίον της Ευρώπης: χονδροειδές λάθος.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι εντελώς άσχετος από τη διεθνή πολιτική: εκφέρει γνώμη επί είκοσι χρόνια και έχει γράψει δύο βιβλία (με τη βοήθεια ghost writers, εννοείται) -«Τhe America We Deserve», «Crippled America: How to Make America Great Again»- γύρω από το περιεχόμενο και τη μέθοδο του συνθήματος America First. Αλλά βεβαίως βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα του ανιστόρητου κερδοσκόπου· και γι’ αυτό θεωρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ανταγωνιστική απάντηση στις ΗΠΑ. Δεν αναγνωρίζει ότι η ΕΕ δημιουργήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για να εξασφαλίσει οικονομική συνεργασία, να αποτρέψει καινούργιες καταστροφές και να εξασφαλίσει την ενότητα του δυτικού κόσμου.

Σε μερικές διαπιστώσεις του έχει δίκιο αν και ξεκινά από λανθασμένη και κάπως σουρεαλιστική αφετηρία. Για παράδειγμα, πιστεύει ότι ο ΝΑΤΟ είναι ένα «μαραφέτι» που κοστίζει υπερβολικά στις ΗΠΑ: το ίδιο πίστευε και ο Ομπάμα· πράγματι, οι ΗΠΑ σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος του ΝΑΤΟ διατηρώντας τις στρατιωτικές τους δαπάνες, ενώ οι υπόλοιπες χώρες προσπαθούν να τις μειώσουν. Η υποσημείωση εδώ είναι, φυσικά, ότι το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ συνιστά θεμελιώδες δομικό στοιχείο της οικονομίας· οι ΗΠΑ δεν μπορούν, από τη φύση τους, να μειώσουν δραστικά τις δαπάνες όπως μπορεί η Βουλγαρία, η Λετονία και η Εσθονία (που τις μείωσαν προσφάτως).

 

Tο πρώτο του διπλωματικό ταξίδι ήταν στη Σαουδική Αραβία, τον υπ’ αριθμόν ένα υπονομευτικό παράγοντα στη Μέση Ανατολή όπου δεν έκανε καμία ρήξη· αντιθέτως, επέλεξε να παρέμβει στο ζήτημα της Ιερουσαλήμ, καθώς και στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και ΗΠΑ-G7, προωθώντας, υποτίθεται, τη μονοπολικότητα. Σαν να μην καταλαβαίνει ότι η μονοπολικότητα δεν μπορεί να επιβληθεί, ότι υπάρχουν ισχυροί παίκτες και αντίρροπες δυνάμεις: κάτι που ήξερε ο Κίσιντζερ και που προσπάθησε να εκμεταλλευτεί εγκαινιάζοντας νέες αγορές για τα αμερικανικά προϊόντα (αν και, τελικά, οι Κινέζοι ήταν εκείνοι που ωφελήθηκαν περισσότερο από τις «νέες αγορές»). Η πολιτική μη επεμβάσεων που υπονοούσε ο Τραμπ στην προεκλογική του εκστρατεία φαίνεται σήμερα αδύνατη εξαιτίας τόσο αυτού του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος όσο και του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων έτσι όπως τον διευθέτησαν οι Κίσιντζερ και Μπρεζίνσκι και όπως εξελίχθηκε στη συνέχεια με την εισβολή στο Ιράκ, την ενίσχυση του ρόλου της Ρωσίας, της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν.

Πάντως, επιλέγοντας το Ριάντ και το Ισραήλ έναντι της Τεχεράνης, ο Τραμπ δεν προχωρεί σε ρήξη, συνεχίζει μια παραδοσιακή πολιτική χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι οι Ιρανοί μουλάδες έδειχναν μέχρι πρότινος κάποια διάθεση εκτόνωσης. Όσο για τον λεγόμενο εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, δεν τον επινόησε ο Ντόναλντ Τραμπ. Η ανάδυση της Κίνας και γενικότερα η παγκοσμιοποίηση είχε αρνητικό αντίκτυπο στην αμερικανική βαριά βιομηχανία: τόσο η Χίλαρι Κλίντον όσο και ο Μπέρνι Σάντερς μιλούσαν για δασμολόγηση των κινεζικών προϊόντων. Στη διάρκεια της προεκλογικής της εκστρατείας η Κλίντον κατηγορούσε την Κίνα ότι «πλημμυρίζει τις αμερικανικές αγορές με φτηνά προϊόντα, κλέβει αμερικανικά βιομηχανικά μυστικά, παίζει με το νόμισμα και κάνει διακρίσεις εναντίον των αμερικανικών επιχειρήσεων», ενώ ο Σάντερς υποσχόταν την επιστροφή στην «πραγματική» οικονομία, στην παραγωγή αγαθών, όχι χρηματιστηριακών προϊόντων, με παράλληλη ενίσχυση των δικτύων κοινωνικής προστασίας. Ο Τραμπ εξελέγη για το πρώτο, τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας ενοχλούν πολλούς Αμερικανούς φορολογουμένους και αποτελούν αγκάθι για τους Liberals: η κοινωνική προστασία, την οποία εγκαινίασε ο Λύντον Τζόνσον και απέτυχε να περικόψει ο Νίξον, χάνει έδαφος αντί να κερδίζει. Επιπροσθέτως, θεωρείται ανυπόφορα «ευρωπαϊκή», άρα, κατά κάποιον τρόπο un-American.

Στο μεταξύ η Κίνα δεν χάνει χρόνο: επενδύει 54 δισ., ένα είδος Σχεδίου Μάρσαλ που ενισχύει τις σχέσεις με τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του Πακιστάν δημιουργώντας ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας. Ο Τραμπ τη διευκολύνει: απέσυρε τις ΗΠΑ από τη Συνεργασία του Ειρηνικού και την απελευθέρωσε από τις δεσμεύσεις της αποσύροντας τις ΗΠΑ από τις συμφωνίες για το κλίμα.

Παρά την αβέβαιη θέση της Άνγκελα Μέρκελ, την αστάθεια στην Ισπανία -με τους Καταλανούς αυτονομιστές και τους λαϊκιστές Ποδέμος να καραδοκούν- την επικράτηση της ακροδεξιάς στην Ιταλία και την αντιευρωπαϊκή πολιτική στην Ουγγαρία και στην Πολωνία, ο Μακρόν και η Μέρκελ προσπαθούν να διασώσουν την ευρωπαϊκή ενότητα και να διορθώσουν τις ζημιές της μεταναστευτικής τους πολιτικής και του Brexit, το οποίο ο Αμερικανός Πρόεδρος βρίσκει «πάρα πολύ ωραίο». Κοντολογίς, η ΕΕ, εκτός από τους ακροδεξιούς, ακροαριστερούς και εθνολαϊκιστές τσαρλατάνους, έχει απέναντί της τον Αμερικανό Πρόεδρο, που, ενώ παραδέχεται ότι στον διεθνή χώρο οι ΗΠΑ δεν έχουν σημειώσει καμιά επιτυχία από την εποχή της κατάρρευσης του κομουνισμού, αποξενώνει την Ευρώπη εξασθενώντας τον ευρωατλαντικό κόσμο. Το ίδιο έκαναν και οι Κίσιντζερ και Μπρεζίνσκι που διαμόρφωσαν τη σημερινή παγκόσμια τάξη: προέλαση του Ισλάμ, ανάδυση οικονομικών δυνάμεων χωρίς δημοκρατικά καθεστώτα, αμερικανική πλουτοκρατία. Κίσιντζερ, Μπρεζίνσκι και Τραμπ: ugly Americans.

 

 


Επιστροφή
στην αρχή