Νουρί και Λιαθής: Δύο πρόσφυγες, μια ιστορία

ΑΠΟΨΗ /UNDERGROUND NOTES
Ο ένας είναι ο Νουρί, ένας ξυλουργός από την Πάφο. Ο άλλος είναι ο Λιαθής από την Αμμόχωστο, λοχίας στην Πόλη της Πάφου..

Ο ένας είναι ο Νουρί, ένας ξυλουργός από την Πάφο. Ο άλλος είναι ο Λιαθής από την Αμμόχωστο, λοχίας στην Πόλη της Πάφου.

Η πρώτη φορά που συναντήθηκαν ήταν στην Πάφο, τον Ιανουάριο του 1975.

Οι τραγικές συνέπειες του πολέμου και της διχοτόμησης τους ξαναέφεραν μαζί, 28 χρόνια μετά στο Βαρώσι.

Ο ένας 28 χρόνια πριν είχε πάει πρόσφυγας στην Πάφο και ο άλλος είχε φύγει πρόσφυγας από την Πάφο.

Η προσβολές και η βία που άσκησε ο Λιαθής 28 χρόνια πριν έδωσαν την θέση τους στις τύψεις και την μετάνοια.

Και η οργή που ένιωσε ο Νουρί 28 χρόνια πριν, έδωσε την θέση της στην γαλήνη που νιώθει ένας άνθρωπος που έκανε το καθήκον τους ως άνθρωπος.

Για τρεις εβδομάδες, τα άρθρα μου θα αποτελέσουν την ιστορία του Νουρί και του Λιαθή, την οποία ο μεγάλος διδάσκαλος Χιουσεΐν Ιρκάντ, τον οποίο μνημονεύω με σεβασμό και εκτίμηση, στις 5 Μαΐου 2003, κατέγραψε με τον τίτλο «Η ιδιορρυθμία της μοίρας».

Η ιδιορρυθμία της μοίρας

Μέρος Πρώτο

Ήταν αρχές Ιανουαρίου του 1975. Ο Nουρί Σιλάι, ένας πολύ γνωστός ξυλουργός της Πάφου, στεκόταν στην πόρτα του καταστήματός του. Δεν υπήρχε τίποτα να κάνει, αλλά αυτός άνοιγε το μαγαζί του νωρίς το πρωί. Είχαν περάσει σχεδόν έξι μήνες μετά την τουρκική εισβολή. Οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν πλέον έπιπλα και στην πραγματικότητα οι περισσότεροι ήταν Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες από το βόρειο μέρος του νησιού, οι οποίοι είχαν φύγει από τα σπίτια τους και αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πιο ασφαλές σημείο στο νότιο μέρος του νησιού, και οι οποίοι περιστασιακά έψαχναν για μεταχειρισμένα έπιπλα για τις άμεσες ανάγκες τους, .

Ο Νουρί είχε έπιπλα που του είχαν αναθέσει να πουλήσει, και αν υπήρχαν  Ελληνοκύπριοι που ήθελαν να τα αγοράσουν για την προσωρινή διαμονή τους, θα διαπραγματευόταν μαζί τους και θα αποδεχόταν οποιαδήποτε λογική τιμή που θα του πρότειναν.

Η ανησυχία του εκείνη την μέρα ήταν άλλη. Η πολιτική κατάσταση στο νησί δεν ήταν ξεκάθαρη και πολλοί Τουρκοκύπριοι, με τον φόβο ότι θα δέχονταν επιθέσεις από τους φανατικούς της ΕΟΚΑ, έκαναν σχέδια να φύγουν από τον τόπο που ήταν το σπίτι τους για τόσους αιώνες. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι από το Κτίμα είχαν στριμωχτεί σε μια μικρή περιοχή στο Μούτταλο, στην οποία πολλοί αναφέρονταν ως ο Τουρκοκυπριακός τομέας. Φοβόντουσαν να βγουν έξω από τα όρια εκείνης της περιοχής και όλοι έψαχναν να βρουν τον τρόπο να περάσουν στο κατεχόμενο από την Τουρκία μέρος του νησιού, μια μεγάλη απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων. Κάποιοι πλήρωσαν για να τους φυγαδεύσουν στα κατεχόμενα και κάποιοι άλλοι τόλμησαν να περπατήσουν μέσα από τα βουνά. Εκτός από την απόσταση, συνάντησαν και την δυσκολία της ανάβασης. Τους πήρε περίπου μια εβδομάδα να φτάσουν στην ασφάλεια των κατεχόμενων περιοχών.

Ο κύριος Νουρί και η γυναίκα του είχαν πάρει την απόφαση τους. Δεν θα άφηναν τους τρεις γιους τους στην Πάφο. Τα σχολεία είχαν ήδη ανοίξει και μιας και δεν υπήρχε καμία ελπίδα να ανοίξουν και τα σχολεία τους, δεν ήθελα τα παιδιά τους να χάσουν πολύτιμο χρόνο από την μόρφωση τους.

Είχαν πληρώσει περίπου διακόσιες λίρες σε ένα οδηγό φορτηγού για να μεταφέρει τους γιους τους στις Βρετανικές βάσεις στη Δεκέλεια. Από εκεί θα ήταν πιο εύκολο να περπατήσουν και να περάσουν στα κατεχόμενα.

Σε μικρό διάστημα πήραν τα καλά νέα ότι οι γιοι τους περάσει στο βόρειο μέρος του νησιού ασφαλείς, αλλά χωρίς τα απαραίτητα ρούχα. Δεν είχαν πάρει μαζί τους χειμερινά ρούχα και στη Λευκωσία έκανε πολύ κρύο.

Ο Νουρί ξεκίνησε να ρωτά τους γύρω του αν γνώριζαν κάποιο που θα μπορούσε να μεταφέρει τις αποσκευές τους μέχρι τις Βρετανικές Βάσεις στη Δεκέλεια. Από εκεί οι γιοι του θα μπορούσαν εύκολα να πάρουν τις αποσκευές χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα.

Κάποιος του πρότεινε να μιλήσει με ένα οδηγό που τον έλεγαν Στράτο. Αυτός έκανε τακτικές διαδρομές στις βάσεις. Ο Νουρί ήρθε  γρήγορα σε επαφή μαζί του.

Ο Στράτος δέχτηκε και ζήτησε πενήντα κυπριακές λίρες. Ήταν πολλά χρήματα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα άλλο που θα μπορούσε να κάνει και θα τον πλήρωνε μόλις οι γιοι του παρελάμβαναν τις αποσκευές, κάτι το οποίο δέχτηκε και ο Στράτος.

Ο Στράτος του είχε πει ότι θα ερχόταν νωρίς το πρωί στις 7 και θα έπαιρνε τις αποσκευές από το μαγαζί.

Η σύζυγός του, ήρθε μαζί του. Ανησυχούσε που ο σύζυγό της θα πήγαινε στο μαγαζί τόσο νωρίς. Ήθελε να είναι δίπλα του σε περίπτωση που κάτι συμβεί. Σήκωσε σιγά σιγά τα ρολά του καταστήματος του και ζήτησε από τη σύζυγό του να μπει μέσα. Ήταν κρύο και η υγεία της συζύγου του δεν ήταν πολύ καλή.

Πέρασαν πέντε λεπτά. Κοίταξε το ρολόι του ανήσυχα. Ο Στράτος του είχε υποσχεθεί ότι δεν θα αργούσε…

Ξαφνικά τέσσερις αστυνομικοί και ένας επικεφαλής λοχίας, έσπευσαν στο κατάστημα. Είχαν στραμμένα τα τουφέκια τους προς τον ίδιο και τη σύζυγό του.

Ο λοχίας οργισμένος είπε, "θα έρθεις μαζί μου στο αστυνομικό τμήμα." Η σύζυγός του και ο ίδιος ήταν σοκαρισμένος από αυτή την απρόσμενη επίσκεψη της αστυνομίας. Δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσε να κάνει, από το να υπακούσει στην εντολή του λοχία. Γνωρίζοντας την κακή κατάσταση της υγείας της συζύγου του, είπε, «Πρέπει και η σύζυγός μου να έρθει; "

Ο λοχίας σκέφτηκε για μια στιγμή και είπε «Όχι δεν νομίζω ότι χρειάζεται». Αλλά η σύζυγος του επέμενε «Δεν θα αφήσω μόνο του τον άντρα μου. Θα έρθω μαζί του.»

Και οι δύο προσπαθούσαν να σκεφτούν γιατί τους πήγαν στην αστυνομία. Όταν ο αστυνομικός πήρε τις δύο αποσκευές που ετοίμασαν για να στείλουν στους γιους τους, ήταν πια ξεκάθαρο το γιατί.

Στο σταθμό οι αποσκευές που ετοίμαζαν να στείλουν στα παιδιά τους ανοίχτηκε και ο λοχίας με μια απαιτητική φωνή είπε "Τι είναι αυτά;"

Ο Νουρί σκέφτηκε την συμφωνία που είχε κάνει με τον οδηγό. Ήταν ολοφάνερο ότι είτε τον είχαν αναγκάσει να δώσει αυτές τις πληροφορίες στην αστυνομία είτε ότι ήταν πληροφοριοδότης.

Πριν  καταφέρει να εξηγήσει τις προθέσεις του, ο λοχίας, που ονομάζεται Λιαθής, τον έσπρωξε σε ένα δωμάτιο. Είχε σκοντάψει και  με δυσκολία να κρατήθηκε όρθιος. Ο λοχίας τράβηξε μια καρέκλα δίπλα στον τοίχο με την καρέκλα προς τον τοίχο. Τον διέταξε να καθίσει και να κοιτάζει τον τοίχο.

«Τώρα», είπε "πες μου γιατί είχες αυτές τις δύο αποσκευές στο κατάστημά σου. Πού σκόπευες να τις στείλεις;».

Ο Νούρι προσπάθησε να κοιτάξει πίσω, αλλά ο λοχίας φώναξε, "μην κοιτάς. Απλά απάντησε στην ερώτησή μου. Αν προσπαθήσεις να κοιτάξεις πίσω δεν θα διστάσω να σε κτυπήσω."

Ο Νουρί είπε, «Είναι έγκλημα ή ενάντια στο νόμο να στείλω ρούχα στους γιους που είναι στη Λευκωσία και έχουν μεγάλη ανάγκη από ζεστά μάλλινα ρούχα. Έκανα διευθετήσεις με τον Στράτο να τους τα πάρει μέχρι τις βάσεις."

Ο λοχίας οργισμένος είπε «σήμερα θα στείλετε τα ρούχα τους και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θα βρείτε και εσείς τρόπο για να περάσετε στο βορρά. Ποιος ξέρει μπορεί να πάτε και να εγκατασταθείτε στο σπίτι μου στην Αμμόχωστο. "

Ο λοχίας ήταν από την Αμμόχωστο. Είχε επίσης αναζητήσει ένα ασφαλές μέρος και κατοίκησε σε ένα συνοικισμό που η κυβέρνηση του έχουν δώσει προσωρινά.

Ο Νουρί προσπαθώντας να τον ηρεμήσει του είπε: «Πώς θα ήταν δυνατό για μένα να βρω το σπίτι σου στην Αμμόχωστο και να κατοικήσω σε αυτό; Εκτός αυτού οι συγγενείς μου εγκαταστάθηκαν στη Μόρφου και πιθανότατα θα εγκατασταθούμε και εμείς εκεί ..."

Δεν υπήρχε κάτι άλλο να ειπωθεί. Ο λοχίας δεν είχε κανένα δικαίωμα να τον αφήσει υπό κράτηση και ζήτησε από τη σύζυγό του και τον Νουρί να μαζέψουν τα ρούχα από το πάτωμα, να τα βάλουν στις αποσκευές και να φύγουν.

Καθώς έφευγαν άκουσαν τον λοχία να φωνάζει «Θα σε παρακολουθώ».

Η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα

Μετάφραση: Μαρία Σιακαλλή

***************************

Nuri ve Liathi: İki Göçmen, Bir Hikaye

Biri Baflı marangoz Nuri.

Diğeri Mağusalı Polis Çavuşu Liathi.

İlk kez 1975 yılının Ocak ayında Baf’ta karşılaştılar.

Savaşın ve bölünmenin trajik sonuçları onları 28 yıl sonra Maraş’ta yeniden karşılaştırdı.

Biri 28 yıl önce Baf’a göç etmiş diğeri 28 yıl önce Baf’tan göç etmişti.

Liathi’nin 28 yıl önceki hakaret ve şiddeti yerini ağır bir vicdan azabı ile pişmanlığa bırakmıştı.

Nuri’nin 28 yıl önceki öfkesi ise yerini insanlığın gereğini yerine getirmekle elde ettiği vicdan rahatlığına bırakmıştı.

Büyük bir saygı ile anmak istediğim hocaların hocası Hüseyin Irkad 5 Mayıs 2003’de kaleme aldığı “Kaderin Cilvesi” başlıklı, 3 hafta boyunca size aktaracağım 3 bölümlük yazısında Nuri ile Liathi’nin hikayesini şöyle anlatır:

Kaderin Cilvesi

1.Bölüm

Ocak 1975’in ilk günleriydi. Baf’ın iyi bilinen marangozlarından Nuri Sılay dükkanının kapısında duruyordu. Sabahın erken saatlerinde dükkanını açıyordu ancak  yapacak hiçbir şey yoktu. Türk işgalinin 6 ay sonrasıydı. İnsanlar artık mobilyaya gerek duymuyordu ve bir çok insan gerçeği yaşıyor, evlerinden ayrılan ve göçmen olan Kıbrıslı Rumlar kuzeyden güneye kaçıyordu. Bazen acil ihtiyaçları için ikinci el mobilya arayabiliyorlardı.

Nuri’nin satmak için kendisine emanet edilen ikinci el mobilyaları vardı. Herhangi bir Kıbrıslı Rum geçici ikamet için bu mobilyalardan satın almak istediğinde pazarlık yapıp,  insanların önerdiği  makul fiyatlara satmayı kabul ediyordu.

O gün çok farklı birşeyden endişe duyuyordu. Adadaki siyasi durum net değildi. Bir çok Kıbrıslı Türk, EOKA fanatikleri tarafından saldırıya uğrama korkusundan yüz yıllardır kendileri için ev olan yerleri terk etme planları yapıyorlardı. Ktima’nın Türk sakinleri Mutallo’nun dar bir bölgesine sıkıştırılmış, Baf Ktima halkı Kıbrıs Türk kesimine yönlendiriliyordu. Sınırlardan geçmeye korkuyorları ama tümü bir yolunu bulup Türk işgali altındaki bölgelere kaçmayı arzuluyordu. En uzak mesafe yaklaşık yüz mildi. Bazıları Türk işgali altındaki bölgeye kaçmak için para ödüyor bazıları ise dağdan yürüyerek gitme cesaretini gösteriyordu. Mesafenin yanında tepelere tırmanmak gerçekten cesaret istiyordu. Güvenli Türk işgali altındaki bölgeye ulaşmak bir hafta sürüyordu.

Nuri ve eşi kararını vermişti. Üç oğullarını Baf’ta tutamazlardı. Okulların açılma zamanı gelmiş fakat okulların açılması için hiçbir umut yoktu. Çok değerli gördükleri eğitimlerinde zaman kaybetmelerini hiç istemiyorlardı.

Çocuklarını Dikelya’daki İngiliz Üsleri’ne götürmesi için bir kamyon şöförüne yaklaşık 200 lira ödediler. Dikelya’da olduklarında oradan  adanın Türk işgali altındaki bölgesine ulaşım daha kolay oldu.

Zaman kaybetmeden oğlularının güvenle Kuzey Kıbrıs’a gittiklerinin güzel haberini aldılar ama çocukların aşırı derecede kıyafete ihtiyacı vardı. Yanlarına kışlık kiyafet almamışlardı ve Lefkoşa çok soğuktu.

Nuri, bilgisi olan insanlara, kimin Dikelya İngiliz Üsleri’ne bavulları taşıyabileceğini sormaya başladı. Oğulları herhangi bir problemle karşılaşmadan oradan bavulları alabilirdi.

Birisi ona Stratos isimli bir şöför önerdi. Stratos İngiliz Üsleri’ne düzenli seferler yapıyordu.

Hemen  Stratos ile temasa geçti.

Stratos kabul etti ve 50 Kıbrıs Lirasi talep etti. Bu çok fazla paraydı ama onun yapabileceği herhangi başka bir şey yoktu, Stratos’la anlaştığı parayı ödeyip bavulların oğullarına en kısa sürede ulaşmasını istiyordu.

Stratos “ Sabahın erken saatlerinde, 7 gibi burada olacağım. Bavulları dükkanından alacağım” dedi.

Karısı da onunla birlikte geldi. Kocasının sabahın erken saatlerinde dükkana gidecek olmasından endişe duyuyordu. Herhangi bir şey olması durumunda kocasının yanında olmak istiyordu. Dükkanın kepengini yavaşca kaldırdı ve karısından içeri girmesini istedi. Hava soğuktu ve karısının sağlığı çok hassastı.

Yaklaşık beş dakika geçti. O büyük bir endişe ile saatine baktı. Stratos ona geç kalmayacağına dair söz vermişti...

Aniden dört polis ve bir uzman çavuş dükkana doğru koşmaya başladı. Ona ve eşine silahlarını doğrultular.

Polis çavuşu kızgın bir ruh hali ve sesle şöyle dedi;  “Benimle karakola geleceksin”.  Nuri ve eşi polislerin beklenmedik ziyaretinden dolayı şaşkına döndüler.  Çavuşun emrine uymak dışında başka yapabileceği birşey yoktu. Eşinin sağlığını düşündü ve sordu “Eşimin de mi gelmesi gerekiyor?”.

Çavuş bir an düşündü ve dedi ki “Hayır. Bunun gerekli olacağını sanmıyorum.” Ama karısı ısrar etti. “Kocamdan ayrı olmak istemiyorum. Ben de onunla geleceğim.”

Her ikisi de polis tarafından neden alındıklarını düşünmeye çalışıyordu. Polis’in oğullarına göndermek için hazırladıkları bavulları aldığı an herşey netleşti.

Çocuklarına göndermek için hazırladıkları bavullar karakolda polis çavuşunun talepkar sesiyle açılıyordu;  “Bunlar ne?”

Nuri, sürücü ile yaptığı anlaşmayı hatırladı. Onun ya polise bilgi aktarmak zorunda kaldığı ya da muhbir olduğu belliydi.

Liathi isimli polis çavuşu,  niyetini açıklamaya vakti olmadan onu bir odaya itti. Neredeyse tökezledi ve doğrulmakta zorlandı. Çavuş önü duvara bakacak şekilde bir sandalye çekerek duvara karşı oturmasını emretti.

“Şimdi.  Neden dükkanında bu iki bavul vardı bana söyle.  Bunları nereye gönderme niyetindeydin?”

Nuri arkasına doğru bakmaya çalıştı, Çavuş bağırdı “Arkana bakma! Sadece benim sorularıma cevap ver. Arkana bakmaya çabalarsan seni dövmekten tereddüt etmeyeceğim”.

Nuri “Kıyafet göndermek bir suç mudur veya hukuka aykırı mıdır? Oğullarım Lefkoşa’da ve acil kendilerini sıcak tutacak kiyafete ihtiyaçları var. Bavulları üslere götürmesi için Stratos ile anlaşmıştım” dedi.

Çavuş öfke doluydu...”Önce onlara kıyafetlerini göndereceksin daha sonra sen de kuzeye geçmenin yolunu bulacaksın.  Tanrı bilir belki de gidip benim Mağusa’daki evime yerleşeceksin!”

Çavuş Mağusalı’ydı. O da güvenliği için kaçmış, devletin ona kalması için geçici olarak tahsis ettiği lojmanda kalıyordu.

Nuri, öfkesini tutmaya çalışıyordu.

“Benim Mağusa’daki evinizi bulmam ve orada ikamet etmem nasıl mümkün olabilir? Herşeyden önce benim akrabalarım Omorfo’ya yerleşti,  büyük olasılıkla biz de oraya yerleşeceğiz...”

Söylenebilecek başka bir şey kalmamıştı. Çavuş’un onları gözaltında tutmaya hakkı yoktu ve Nuri ile eşinden etrafa yayılmış kıyafetleri toplayıp, bavulları alarak oradan ayrılmalarını istedi.

Karakoldan ayrılırken hala onun yüksek ses tonuyla bağırışlarını duyuyordu; “Gözüm üzerinde olacak!”...

Haftaya devam edecek

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Νεκατωμένα στομάχια (Του Μιχάλη Θεοδώρου)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, 21.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Συνείδηση, τιμή και υπερηφάνεια

ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ, 21.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Για να φτιάχνει φραπέ χρειάζεται, για Πρόεδρος όχι;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 21.09.2018

Επιστροφή
στην αρχή