Νομική μάχη την Τρίτη στο Ανώτατο για την υπόθεση Ρίκκου

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Ο γενικός εισαγγελέας υπήρξε ουσιαστικά κατήγορος και μάρτυρας κατηγορίας σε αυτή την υπόθεση, ενώ ήρθε σε σύγκρουση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Αρχίζει την Τρίτη στο Ανώτατο Δικαστήριο, η εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρηθεί από τους Ρίκκο Ερωτοκρίτου, Ανδρέα Κυπρίζογλου, Παναγιώτη Νεοκλέους και τη δικηγορική εταιρεία Α. Νεοκλέους. Και οι τέσσερις εφεσιβάλουν τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή που τους επιβλήθηκε. Η διαδικασία αναμένεται να προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών νομικών, λόγω της φύσης της αλλά και λόγω των ονομάτων που εμπλέκονται στην υπόθεση.

Να υπενθυμίσουμε ότι το Κακουργιοδικείο που εκδίκασε πρωτοδίκως την υπόθεση επέβαλε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών στον τέως βοηθό γενικό εισαγγελέα Ρίκκο Ερωτοκρίτου, 2,5 ετών στον δικηγόρο Παναγιώτη Νεοκλέους, 18 μηνών με αναστολή στον δικηγόρο Ανδρέα Κυπρίζογλου και χρηματική ποινή 70.000 ευρώ στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους. Στο επίκεντρο αυτής της υπόθεσης βρέθηκαν ο γενικός και ο τέως βοηθός γενικός εισαγγελέας, οι σχέσεις των οποίων κατά τη συγκατοίκησή τους στη Νομική Υπηρεσία μόνο αρμονικές δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Ο γενικός εισαγγελέας υπήρξε ουσιαστικά κατήγορος και μάρτυρας κατηγορίας σε αυτή την υπόθεση, ενώ ήρθε σε σύγκρουση και με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία στη δίκη.

Ρίκκος: Δεν έτυχα δίκαιης δίκης

Ο τέως βοηθός γενικός εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου ο οποίος διεκδίκησε την άμεση αποφυλάκισή του και με διάταγμα Habeas Corpus στην έφεσή του προβάλλει συνολικά 21 λόγους κατά της καταδίκης του και 13 κατά της ποινής. Τον εκπροσωπεί ο δικηγόρος Ευστάθιος Ευσταθίου. Η έφεση του κ. Ερωτοκρίτου εστιάζεται κυρίως στη θέση του ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, επιρρίπτοντας ευθύνες στον γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, στον δημόσιο κατήγορο Ηλία Στεφάνου και στο Κακουργιοδικείο που εκδίκασε την υπόθεση πρωτοδίκως.

Ο κ. Ερωτοκρίτου στην έφεσή του, μεταξύ άλλων, επικαλείται μια σειρά από λόγους για να αποδείξει ότι υπήρξε προκατάληψη και μεθόδευση, ώστε να καταδικαστεί. Υποστηρίζει ότι το Κακουργιοδικείο δεν έλαβε υπόψη ότι ο γενικός εισαγγελέας «σε ειδική προς τούτο πρόσκληση που έκαμε προς τα ΜΜΕ στη Νομική Υπηρεσία, με βάση τη μαρτυρία, μετά την παράδοση σ' αυτόν του πορίσματος Καλλή, με τα όσα δήλωσε εις βάρος του εφεσείοντος (Ρ. Ερωτοκρίτου), παραβίασε κατάφωρα το τεκμήριο της αθωότητας που ως γενικός εισαγγελέας όφειλε να το διαφυλάξει». Κατά τον κ. Ερωτοκρίτου ο γενικός εισαγγελέας ενώ ήταν μάρτυρας κατηγορίας, κατήγορος και παραπονούμενος, παρέλαβε από τον Π. Καλλή στις 7.4.15, όλο το μαρτυρικό υλικό που δεν το έδωσε στον εφεσείοντα (Ρ. Ερωτοκρίτου) πριν τη δίκη…» Ο κ. Ερωτοκρίτου διερωτάται: «Σε ποια δίκαιη δίκη τούτη διεξάγεται με κατηγορίες που αποφασίζουν οι μάρτυρες κατηγορίας και οι παραπονούμενοι, αφού πρώτα δουν το μαρτυρικό υλικό που συνέλεξαν άλλοι, αλλά και χωρίς να δώσουν γραπτή κατάθεση, αρνούμενοι, γι' αυτό μέσω του ποινικού ανακριτή, όταν καλέστηκαν, από τον εφεσείοντα;». Στην έφεση καταγράφονται ακόμα πολλά σημεία αμφισβήτησης της απόφασης του Κακουργιοδικείου.

Π. Νεοκλέους: Σκιά της απόφασης τα e-mails

Ο δικηγόρος Παναγιώτης Νεοκλέους, στην έφεσή του, την οποία χειρίζεται ο πρώην γενικός εισαγγελέας Αλέκος Μαρκίδης, μεταξύ των 14 λόγων έφεσης για την καταδίκη και των τεσσάρων για την ποινή, θέτει σημαντικά θέματα που αφορούν τον ρόλο του γενικού εισαγγελέα αλλά και την αμεροληψία του Κακουργιοδικείου.

Ο πλέον σημαντικός λόγος έφεσης αφορά τον τρόπο που λειτούργησε το Κακουργιοδικείο. Η αμφισβήτηση έχει να κάνει με την αξιολόγηση των τεκμηρίων (των τριών emails που κατέθεσε, ενώ τελούσε εν εξελίξει η ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος Π. Νεοκλέους). Το πρωτόδικο δικαστήριο, σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, ενήργησε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, μετατρέποντας εαυτόν σε εμπειρογνώμονα, δίδοντας ουσιαστικά μαρτυρία επί πραγματικού θέματος και καταλήγοντας, κατά τρόπο ανεπαρκή, σε επιστημονικά συμπεράσματα, χωρίς μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα.

Συγκεκριμένα, το Κακουργιοδικείο στην πολυσέλιδη απόφασή του, κρίνει ουσιαστικά τα emails που ο Π. Νεοκλέους κατέθεσε στο δικαστήριο ως μη αυθεντικά. Είναι εμφανές ότι το Κακουργιοδικείο αμφισβήτησε από μόνο του την αυθεντικότητα των συγκεκριμένων τεκμηρίων. Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα που προκύπτει είναι το υπό ποιες προϋποθέσεις και πολύ περισσότερο βάσει ποιας εξειδικευμένης μαρτυρίας το δικαστήριο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα; Υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του Κακουργιοδικείου, η οποία να υποστηρίζει τα συγκεκριμένα συμπεράσματά του; Η απάντηση, εξ όσων έχουμε πληροφορηθεί, είναι ότι ουδεμία μαρτυρία προσεφέρθη από πλευράς της κατηγορούσας αρχής, η οποία να υποστηρίζει τέτοιο συμπέρασμα.

Το δικαστήριο από μόνο του, λοιπόν, αποφάνθηκε ως προς την αυθεντικότητά τους. «Κατέβηκε» από τα δικαστικά έδρανα και μετατράπηκε σε μάρτυρα κατηγορίας, χωρίς ωστόσο να διαθέτει καν την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση. Εκείνο που δημιουργεί επίσης έκπληξη είναι το γεγονός ότι τα εν λόγω συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου προέκυψαν κατά τον χρόνο σύνταξης της απόφασης, χωρίς ο Π. Νεοκλέους να έχει την ευκαιρία να εκφράσει την άποψή του αναφορικά με την ορθότητα αυτών των συμπερασμάτων του δικαστηρίου.

Ένοχα τα ντουβάρια;

Σε ό,τι αφορά την καταδίκη και τη χρηματική ποινή στο δικηγορικό γραφείο Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ, η έφεση την οποία χειρίζεται ο δικηγόρος Γ. Παπαϊωάννου, επικεντρώνεται στο γεγονός ότι καταδικάστηκε ένα νομικό πρόσωπο χωρίς να καταδειχθεί ενοχή φυσικών προσώπων που ήταν και οι ιθύνοντες νόες της λειτουργίας του γραφείου Νεοκλέους. Με απλά λόγια βρέθηκαν ένοχοι οι τοίχοι, τα έπιπλα και ο εξοπλισμός του γραφείου, σαν αυτό να λειτουργούσε χωρίς την καθοδήγηση ανθρώπων.

Στην έφεση επισημαίνεται πως η απόφαση του Κακουργιοδικείου ήταν λανθασμένη «διότι χρησιμοποίησε και βασίστηκε σε ενέργειες και νοητική κατάσταση προσώπων εκτός κατηγορητηρίου, τα οποία θεώρησε ότι εμπλέκονταν στα αδικήματα».

Υπάρχει μια πρωτοφανής παραδοξότητα. Το Κακουργιοδικείο για να καταδικάσει το γραφείο «Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ» θεώρησε «ένοχο» τον Ανδρέα Νεοκλέους την Μαρία Κυριακού και τον Ανδρέα Ανδρέου. Ωστόσο ουδείς εκ των τριών βρισκόταν στο κατηγορητήριο. Και όχι μόνο αυτό. Η κατηγορούσα Αρχή όπως έχει καταγραφεί και στα πρακτικά, πριν κλείσει η παρουσίαση της υπόθεσης στις 7 Δεκεμβρίου 2015 έκανε σαφή δήλωση στο δικαστήριο, αναφέροντας πως ο Ανδρέας Νεοκλέους δεν εμπλεκόταν στη διάπραξη των αδικημάτων. Παρά τη δήλωση της Κατηγορούσας Αρχής, το Κακουργιοδικείο κατέληξε στη θέση ότι δεν δεσμεύεται από τη κρίση της Κατηγορούσας Αρχής. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κανένα στάδιο της δίκης δεν υποβλήθηκε στον Παναγιώτη Νεοκλέους, ότι ήταν σε συνεννόηση, ή ενημέρωνε ή έπαιρνε οδηγίες από τον Ανδρέα Νεοκλέους για να συνωμοτήσουν με τον Ρ. Ερωτοκρίτου. Εκ των πραγμάτων αυτή που αποφασίζει για τις διώξεις είναι η Κατηγορούσα Αρχή και όχι το δικαστήριο, το οποίο οφείλει να κρίνει μια υπόθεση στη βάση του κατηγορητηρίου.

Στην έφεση του γραφείου «Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ» προβάλλονται πολλοί ακόμα λόγοι αμφισβήτησης της ορθότητας της απόφασης του Κακουργιοδικείου, το οποίο σε κάποιες περιπτώσεις κατέληξε σε ευρήματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία.

Ένα παράδειγμα είναι το εύρημα ότι οι ενέργειες της Μαρίας Κυριακού γίνονταν κατόπιν οδηγιών του Ανδρέα Νεοκλέους κάτι το οποίο δεν στηρίζεται από καμία μαρτυρία. Με αυτόν το τρόπο το Κακουργιοδικείο απέδωσε τις ενέργειες της Μαρίας Κυριακού, στο δικηγορικό γραφείο, μέσω του Ανδρέα Νεοκλέους. Από ποια μαρτυρία προέκυψε αυτό; Από καμία.

Στην έφεση του δικηγορικού γραφείου «Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ» καθίσταται σαφές ότι με βάση τις αρχές του Αγγλικού Κοινοδικαίου επί της εταιρικής ποινικής ευθύνης, η ευθύνη είναι στην ουσία προσωπική και αποδεικνύεται μέσω της ταύτισης της εταιρείας με τις ενέργειες κάποιου φυσικού προσώπου που την ελέγχει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, την εταιρεία την ελέγχει ο Ανδρέας Νεοκλέους. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν ο Ανδρέας Νεοκλέους να μην υπέχει ποινικής ευθύνης, αλλά να έχει η εταιρεία που ελέγχεται από τον ίδιο. Πώς ενήργησε η εταιρεία; Αυτοβούλως;

Θα πρέπει να σημειωθεί πως αν επιτύχει η έφεση επί της καταδίκης οποιουδήποτε εκ των τεσσάρων, τότε θα συμπαρασύρει και τους υπόλοιπους καθώς πρόκειται για υπόθεση συνωμοσίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί κάποιος να συνωμότησε μόνος του.

 

 

 

 

 


Επιστροφή
στην αρχή