Να μην υπερεκτιμήσουμε το επίπεδό μας

ΑΠΟΨΗ /NON SERVIAM
Το γεγονός ότι οι τραμπούκοι δεν υπόκειντο σε καμιά απολύτως κύρωση παγίωσε την εικόνα ενός κόμματος που μπορούσε και τιμωρούσε το «κατεστημένο»

Oι αντιδράσεις στη Βουλή κατά τη διάρκεια της ψήφισης νόμου με την οποία ανατράπηκε η τροπολογία για το ενωτικό δημοψήφισμα από οπαδούς και βουλευτές του ΕΛΑΜ, άνοιξαν εκ νέου το κεφάλαιο αντιμετώπισης της ακροδεξιάς στην Κύπρο, με τη μια σχολή σκέψης να υποστηρίζει ότι θα πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Ελλάδας μελετώντας τρόπους να θέσουμε το συγκεκριμένο κόμμα εκτός νόμου, αφού πλέον μετατρέπεται και στην πράξη σε επικίνδυνο, και την άλλη, να προτάσσει ως απάντηση στον εξτρεμισμό την οικονομική προοπτική, την πολιτική αλλαγή, και μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θα αποκλείει τέτοιες ακραίες αντιλήψεις και συμπεριφορές.

Αν θέλουμε πραγματικά να αγγίξουμε το πρόβλημα της ακροδεξιάς, το οποίο, ξεκάθαρα πλέον επηρεάζει τον τρόπο λειτουργίας της Δημοκρατίας μας, δεν έχουμε παρά να δούμε την πορεία της Ελλάδας, η οποία έχει πολλά να διδάξει. Τόσο όσον αφορά τη διαχείριση, κυρίως όμως το πού οδηγεί μια χώρα η κατασκευή για την ίδια μιας εικόνας βολικής που καμιά σχέση δεν έχει, όμως, με την πραγματικότητα. Ο κύριος λόγος που η ακροδεξιά αναδείχθηκε σε τέτοια δύναμη στην Ελλάδα -όπως και στην Κύπρο- δεν ήταν η κρίση. Στις τάξεις της κοινωνίας πάντα υπήρχε ένα σημαντικό μέρος με ακροδεξιά και εθνοκεντρική ιδεολογία - αποτέλεσμα χρόνων λαϊκισμού, δημαγωγίας, εύκολων απαντήσεων. Η διαχείριση της κρίσης αλλά και της ανόδου της ακροδεξιάς, η αναφορά σε προδότες και μειοδότες, η ανικανότητα του πολιτικού δυναμικού να δώσει ελπίδα, η παραμονή στο προσκήνιο πολιτικών συνυφασμένων με την πορεία κατάρρευσης της χώρας, η πλήρης διάλυση του κράτους, τα ΜΜΕ, όλα μαζί τη νομιμοποίησαν. Αυτό όμως που τη γιγάντωσε ήταν το ότι πολιτεία και κοινωνία υπερεκτίμησαν το επίπεδό τους. Η λανθασμένη πεποίθησή τους ότι ήταν καλύτεροι και ότι θα νικούσαν ιδεολογικά τoν φασισμό. Αγνοώντας το γεγονός ότι μια κοινωνία που για χρόνια βομβαρδιζόταν από εθνικισμό, υπερσυντηρητισμό και «ξένες απειλές» δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα σ’ αυτή τη ρητορική.

Το γεγονός ότι οι τραμπούκοι δεν υπόκειντο σε καμιά απολύτως κύρωση παγίωσε την εικόνα ενός κόμματος που μπορούσε και τιμωρούσε το «κατεστημένο». Mε εύπεπτα ιδεολογήματα (όλοι ένοχοι, όλοι προδότες) αφήνοντας υπονοούμενα ή και κατηγορώντας ανοικτά κάθε διαφωνούντα, επενδύοντας στον φόβο της απόλυτης κατάρρευσης, κέρδιζε μέτρα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι αναλώνονταν σε μια φιλοσοφική συζήτηση για το αν η Χρυσή Αυγή θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί νομικά, θέτοντάς την εκτός νόμου, ή με παιδεία (χωρίς πρώτα να διερωτηθούν αν υπήρχε το υπόβαθρο για πολιτική αντιμετώπισή της). Μέχρι που η βία υποκατέστησε τον διάλογο, ο λαϊκισμός τον ορθολογισμό, η Χρυσή Αυγή τον νόμο. Και η ελληνική κυβέρνηση οδηγήθηκε ενώπιον του διλήμματος είτε να τη θέσει εκτός νόμου, ενώ ήδη βρισκόταν στο 12%, παραδεχόμενη μια τεράστια πολιτική ήττα, είτε να της δώσει τα κλειδιά της διακυβέρνησης.

Είναι ξεκάθαρο ότι ως χώρα ακολουθούμε ίδια πορεία. Δεν χρειάζονταν οι πρωτόγνωρες εικόνες στη Βουλή για να αναδείξουν τις ομοιότητες. Ο ανορθολογισμός και ο λαϊκισμός περισσεύουν, η κατασκευή εχθρών έχει μεγάλη παράδοση, η ανοχή της διαφορετικότητας είναι τουλάχιστον προβληματική, το ίδιο και η ποιότητα των ΜΜΕ, η πολιτική ηγεσία παραμένει η ίδια και ανίκανη να δώσει λύσεις, πολιτεία και κοινωνία επιλέγουν μέχρι στιγμής απέναντι στα φαινόμενα βίας την ουδετερότητα. Ή σε σπάνιες περιπτώσεις την ήπια αντίδραση.

Σε μια κοινωνία που ιδεολογικά εκφασίζεται ραγδαία και ο εθνικισμός ουδέποτε είχε πρόσημο μονάχα ακροδεξιό, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι να μπούμε σε μια συζήτηση κατά πόσο η απάντηση στην ακροδεξιά είναι η νομική απαγόρευσή της, η παιδεία ή αν οι πολιτικές διαφορές στις δημοκρατίες λύνονται πολιτικά, με επιχειρήματα. Πολιτικά και με επιχειρήματα λύνονται σε χώρες που έχουν μάθει σε πολιτικά επιχειρήματα. Όπου η κοινωνία χαρακτηρίζεται από κριτική σκέψη, το πολιτικό προσωπικό δεν λαϊκίζει μόνο αλλά δίνει και λύσεις, η Εκκλησία δεν λειτουργεί ως Ταλιμπάν καλλιεργώντας το φυλετικό μίσος. Ποια παιδεία θα δώσει την απάντηση στην ακροδεξιά; Αυτή που τη γιγάντωσε;

Ας μην αποδειχθούμε για μια ακόμα φορά αυτόχειρες. Δεν διαθέτουμε ούτε την ηγεσία, ούτε την πολιτική κουλτούρα ούτε τη δημοκρατική παιδεία που θα αφοπλίσουν τον φασισμό ιδεολογικά. Δεν χρειάζεται να κληθούμε και εμείς να απαντήσουμε στο ίδιο ακραίο δίλημμα ακροδεξιά εκτός νόμου -καθιστώντας την πολιτικό επαναστάτη- ή ανομία. Να παραδεχθούμε ότι το επίπεδό μας (τουλάχιστον σήμερα) μόνο ποινικά μας επιτρέπει να την αντιμετωπίσουμε και να στείλουμε το μήνυμα ότι το κράτος δεν ανέχεται συμπεριφορές βίας ούτε πράξεις τρομοκρατίας. Είτε εντός είτε εκτός Βουλής.

Σε διαφορετική περίπτωση περιστατικά όπως το τελευταίο στο κτήριο της Δημοκρατίας, ξυλοδαρμοί Τ/Κ, η τρομοκρατία οποιουδήποτε διαφωνούντος από μαυροφορεμένους τραμπούκους θα πάψουν να είναι σημείo αναφοράς. Αφού θα μετατραπούν σε καθημερινότητα. Και δικαιολογημένα θα βρεθούμε υπόλογοι απέναντι στην Ιστορία. Διότι για μια ακόμα φορά η δική μας εικόνα θα καλύψει την πραγματική και η πραγματικότητα θα μας έχει ξεπεράσει.

antopoly@cytanet.com.cy

 

 

 

 

 

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Η επανάσταση της υπομονής...Του Γιώργου Κακούρη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΚΟΥΡΗΣ, 15.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Η ανυπακοή της Ιταλίας στην Κομισιόν

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΡΕΤΑΙΟΣ, 15.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Σε γνωρίζω από τη γεύση / του Εκμέκ την τρομερή

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 15.11.2018

Επιστροφή
στην αρχή