Να κοιτάμε τη θάλασσα και να σωπαίνουμε

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Να κοιτάμε τη θάλασσα. Και να σωπαίνουμε. Δεν θα σε ρωτήσω τι σκέφτεσαι. Ούτε εσύ να με ρωτήσεις. Κάνε κι εσύ υπόθεση, όπως εκείνος ο ποιητής..

Αφού εξαντλήθηκαν οι ελπίδες για λύση, δεν μας έμεινε άλλη παρηγοριά από το να καταφύγουμε στη φύση, έτσι δεν είναι αγαπητέ μου φίλε; Κοίτα τούτες τις καταπράσινες πεδιάδες. Τούτα τα χωράφια με τις παπαρούνες. Κοίτα τη θάλασσα. Έλα να καθίσουμε σε τούτους τους βράχους με τα φύκια. Να ατενίσουμε τη θάλασσα. Να σωπάσουμε. Να μην μιλήσουμε για απολύτως τίποτα. Μάλιστα, ούτε σε ένα ενιαίο νησί να αναφερθούμε, ούτε σε ένα μισό νησί. Να μην ρωτήσουμε ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει να αγαπά ο άνθρωπος. Να καθίσουμε πλάι-πλάι σαν τα λευκά σπίτια που κοιτάνε προς τη θάλασσα. Να ξεχάσουμε όλα για όσα λυπούμαστε, μετανιώνουμε και πικραθήκαμε. Να μην θυμηθούμε καθόλου τον Γιάννη Αγιάννη. Να μην σπάμε άλλο το κεφάλι μας για να καταλάβουμε γιατί ο Ρασκόλνικοφ σκότωσε εκείνες τις δύο ηλικιωμένες γυναίκες. Να μην μας καρφωθεί ξανά στο κεφάλι το γιατί αυτοκτόνησε ο Μαγιακόφσκι. Να μην αναφερθούμε καθόλου στην ταινία «Ντόγκβιλ» του Λαρς Βον Τριέρ. Να μην συζητήσουμε καθόλου το γιατί δεν υπάρχει ποτέ μέρος, χώρος και ημερομηνία στις ταινίες του Μπέργκμαν. Απλώς να κοιτάμε τη θάλασσα. Και να σωπαίνουμε. Ούτε εσύ να με ρωτάς αν υπάρχει ελπίδα, ούτε εγώ να σε ρωτώ. Εσύ να μην μου μιλάς για τον Μακάριο. Και εγώ να μην σου μιλώ για τον Ντενκτάς. Να μην συζητάμε καθόλου το αν οι Τούρκοι έφυγαν από τη Δημοκρατία ή αν τους έδιωξαν οι Έλληνες. Να ξεχάσουμε και τους δράστες των μη εξιχνιασμένων εγκλημάτων. Να μην μνημονεύουμε καν όσους δολοφονήθηκαν ως προδότες. Να μην ξαναρωτήσουμε γιατί έμειναν χωρίς ανακρίσεις και τιμωρία τα εγκλήματα. Να μην κοιτάμε τα μπετόν που κτίστηκαν στη θέση των ελιών και των λεμονιών που ξεριζώθηκαν. Να κοιτάμε τη θάλασσα. Να αποσείσουμε από πάνω μας όλα όσα είναι χωρίς αξία και τόσα χρόνια θεωρούσαμε ότι είχαν αξία. Αν θέλουμε να ακούσουμε κάτι, να ακούσουμε μόνο Μότσαρτ. Να μην έχουμε έγνοια για το Για Ποιον Χτυπάει η Καμπάνα όπως ο Χέμινγουεϊ. Να περάσουμε από τους δρόμους της ελευθερίας του Σαρτρ και να αφεθούμε στην αβάστακτη γεύση του υπαρξισμού. Να θυμηθούμε μια γραμμή από τον Μπακούνιν. Μια γραμμή από Τσέχωφ. Έναν στίχο από το ποίημα της Μαρίας. Ούτε τα λάθη του Γκορμπατσόφ να μετρήσουμε, ούτε τις προδοσίες του Γέλτσιν. Ούτε να συζητήσουμε τη ρήση του Μάο «να ανθίσουν εκατό λουλούδια». Να στείλουμε χαιρετίσματα στους εκδοτικούς οίκους που εκδίδουν εκ νέου το «Έγκλημα και Τιμωρία». Να κοιτάξουμε τη θάλασσα. Και να σιωπήσουμε. Να σιωπήσουμε έτσι χωρίς σκοπό, όχι όπως εκείνους που έπρεπε να μιλήσουν στους δύσκολους καιρούς αλλά σιώπησαν. Μόνο τα πουλιά να μας καταλάβουν. Να μας καταλάβουν τα φύλλα. Να μας καταλάβουν οι φράουλες στην εποχή που βγαίνουν οι φράουλες και τα καϊσιά στην εποχή που βγαίνουν τα καϊσιά. Όπως δεν γράφτηκε ποτέ μέχρι σήμερα η ιστορία εκείνων που κοίταζαν τη θάλασσα και σιωπούσαν, να μην γραφτεί και η δική μας ιστορία. Να εμφανιστεί μπροστά μας μέσα από τους αφρούς ο ποιητής που λέει «ένας ηρωισμός με την επίγνωση του επικείμενου θανάτου είναι η ζωή». Δεν έχουμε καμία χαρμόσυνη είδηση να του δώσουμε, έτσι δεν είναι; Δεν θεωρούμαστε πιο ευτυχισμένοι επειδή είδαμε αυτά που δεν μπόρεσε να δει εκείνος αφότου πέθανε. Μπορεί να ζητήσουμε απάντηση μόνο σε ένα ερώτημα από αυτόν. «Γιατί ο άνθρωπος απογοητεύεται συνεχώς ενόσω ζει;». Πονάω πιο πολύ τον Μπαζάροφ στο «Πατέρες και Γιοι» του Τουργκένιεβ. Ένας άνδρας τόσο αδικημένος που δεν μπορεί να ανοίξει την καρδιά του σε κανέναν και δεν μπορεί να ομολογήσει τον έρωτά του σε καμία. Πώς έγινε και απατήθηκε; Και έμεινε χωρίς ανταπόκριση η ομολογία του «σε αγαπώ». Τον θεωρώ έναν από τους δυστυχείς νεκρούς. Αλλά. Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας. Παρά ταύτα πάλι ένας άνθρωπος δεν πρέπει να φεύγει από αυτό τον κόσμο χωρίς να έχει ερωτευτεί έστω και μία φορά. Πρέπει να πονέσει. Πρέπει να ανακαλύψει ότι είναι ευτυχία το να πονάς. Κάτι το οποίο έχει ανακαλυφθεί προ πολλού.


Να κοιτάμε τη θάλασσα. Και να σωπαίνουμε. Δεν θα σε ρωτήσω τι σκέφτεσαι. Ούτε εσύ να με ρωτήσεις. Κάνε κι εσύ υπόθεση, όπως εκείνος ο ποιητής, ότι κανείς δεν έχει χρόνο να σκεφτεί λεπτά πράγματα. Γιατί εκείνο το τανκ τύπου Λέοπαρ βρίσκεται μπροστά στο κτήριο του δημαρχείου στο Αφρίν; Και γιατί υπάρχει τουρκική σημαία πάνω σε αυτό; Ποιος θα μαζέψει τις ελιές του Αφρίν φέτος; Γιατί κλοτσούν άγρια αυτό τον αιχμάλωτο νέο; Μην ρωτάς. Μην με ρωτάς πια για το Βαρώσι. Ούτε για τη Μόρφου. Ούτε για τους αγνοούμενους. Θα πιω ζιβανία με τον Χριστόφορο στον Αστρομερίτη. Θα πάω ακόμα στην Κρίτου Τέρα. Θα ανεβώ στο μοναστήρι στο Σταυροβούνι. Ο Καγιάμ να γεμίσει το τάσι μου με κρασί, προτού γεμίσει με χώμα. Από τη θάλασσα θα βγει ένα πανέμορφο κορίτσι. Το όνομά της θα είναι Αφροδίτη. Θα φάμε μαύρο σταφύλι κάτω από την κληματαριά. Άντε, απαλλάξου από τα βάρη σου. Πέταξε ό,τι είναι περιττό. Να καθίσουμε πλάι-πλάι όπως τα λευκά σπίτια. Να κοιτάμε τη θάλασσα. Και να σωπαίνουμε.

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

O Λιλλήκας, ο χωρισμός και όσα πρέπει να μάθει ο τόπος

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 20.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Οι «εσωτερικοί εχθροί» μας...Του Γιώργου Κουμουλλή

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΜΟΥΛΛΗΣ, 20.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Γιατρέ, τι είναι η ψυχή;...Του Γιώργου Τζίβα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΒΑΣ, 20.11.2018

Επιστροφή
στην αρχή