Μπούσουλας το ΕΔΑΔ στην απαίτηση Λοϊζίδου για διάταγμα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Την πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ να μην εμποδίζεται ο Τύπος με ενδιάμεσα διατάγματα, επικαλέστηκε η δικηγόρος του «Π» στην απαίτηση της Ελένης Λοϊζίδου.

Τα νομικά τους επιχειρήματα για το εάν πρέπει ή όχι να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, διά του οποίου η τελούσα σε διαθεσιμότητα εισαγγελέας Ελένη Λοϊζίδου ζητά όπως απαγορευθεί στην εφημερίδα «Πολίτης» να συνεχίσει τη δημοσίευση της ηλεκτρονικής της αλληλογραφίας επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, αντάλλαξαν χθες οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ο δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Ιωάννης Ιωαννίδης επιφύλαξε την απόφασή του σε χρόνο που θα ανακοινώσει αργότερα.

Η κ. Λοϊζίδου έχει κινηθεί με αγωγή εναντίον του «Π», καθώς και εναντίον του συντάκτη του Μανώλη Καλατζή, με την οποία διεκδικεί αποζημιώσεις έως και 2 εκατ. ευρώ για παραβίαση της ιδιωτικής της ζωής. Την ίδια στιγμή καταχώρισε και μονομερή αίτηση με την οποία ζητά όπως πάψει η εφημερίδα να αναφέρεται στα επίμαχα emails, προβάλλοντας επιχειρήματα όπως ότι το υλικό έχει υποκλαπεί και ότι «αν δεν τερματιστεί η δημοσίευση, θα παραστεί ανάγκη έγερσης νέων αγωγών που θα οδηγήσουν σε αυξημένες αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων». Αφού εκφράζει τη βεβαιότητα ότι οι αποζημιώσεις τελικά θα της επιδικαστούν, και μάλιστα συμπεραίνει ότι θα είναι και πολύ υψηλές, προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι θα υπάρξει αδυναμία καταβολής τους από τους εναγόμενους, και συγκεκριμένα από τον εκδότη, λόγω του ύψους τους.

Χθες οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, με τη δικηγόρο του «Π» Κάλια Γεωργίου να υπογραμμίζει εν πρώτοις ότι ο εκδότης της εφημερίδας δεν είναι διάδικος και ούτε σχετίζεται με την υπόθεση ώστε να δικαιούται η κ. Λοϊζίδου να τον επικαλείται. Πέραν αυτού, όπως επεσήμανε, δεν προσφέρει κάποιο στοιχείο, πέρα από γενικότητες, το οποίο να δεικνύει οικονομική αδυναμία των εναγομένων να ικανοποιήσουν μελλοντική δικαστική απόφαση. Στη συνέχεια καταπιάνεται με τον όρο «υποκλαπέντα» τον οποίο χρησιμοποιεί η κ. Λοϊζίδου για τα emails της, διερωτώμενη από πού προέκυψε η διαπίστωση ότι πρόκειται για κλεμμένο υλικό, αφού ούτε στην ένορκο δήλωσή της δεν αναφέρεται πουθενά ότι υπάρχει κάποια δικαστική απόφαση ή αστυνομική έρευνα που να έχει καταλήξει σε ένα τέτοιο εύρημα.

«Το εάν τα emails της αιτήτριας είχαν υποκλαπεί δεν είναι διαπιστωμένο, ούτε βέβαια είναι η ίδια το αρμόδιο πρόσωπο να το αποφασίσει. Το μόνο που αναφέρει στην ένορκο δήλωσή της είναι ότι στις 27/11/2017 η ίδια κατήγγειλε την υπόθεση και ότι οι προσωπικοί της υπολογιστές έχουν παραδοθεί στην Αστυνομία προς διερεύνηση των καταγγελιών της για υποκλοπή των emails της. Κατά συνέπεια, και μέχρι τουλάχιστον την ολοκλήρωση των ερευνών της Αστυνομίας, η αιτήτρια δεν μπορεί να μιλά για υποκλοπή εν τη εννοία του Νόμου 92(Ι)/1996», υπέδειξε η Κάλια Γεωργίου.

Ακολούθως, και αφού επισημαίνει ότι η διαρροή των emails δεν έγινε από τους εναγόμενους, αλλά επρόκειτο για αναδημοσίευση από τον ρωσικό ιστότοπο «Compromat» στον οποίο το υλικό παρέμεινε δημοσιευμένο για τις επόμενες τουλάχιστον 7 ημέρες από την πρώτη επίσκεψη των συντακτών της εφημερίδας, η δικηγόρος του «Π» χαρακτηρίζει ως κακόπιστο το διάταγμα που ζητά η κ. Λοϊζίδου, υπό την έννοια ότι κινήθηκε επιλεκτικά μόνο εναντίον του, καθώς και εναντίον ενός και μόνο συντάκτη του, τη στιγμή που ακολούθησαν δημοσιεύσεις από άλλα ΜΜΕ στην Κύπρο, στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς.

Από πλευράς του, ο συνήγορος της κ. Λοϊζίδου, Κωνσταντίνος Καλλής, αντιπαρέβαλε ότι το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα στρέφεται μόνο εναντίον του «Π» επειδή ήταν ο πρώτος που δημοσίευσε το υλικό στην Κύπρο, ότι το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να θεμελιώσει απαλλαγή από την αρχή της νομιμότητας, ότι το υλικό είναι προϊόν υποκλοπής και άρα έχει παραβιαστεί το δικαίωμα στην ιδιωτική επικοινωνία και επίσης ότι η εφημερίδα ενήργησε «δολίως», αφού αντιλαμβανόταν ότι θα προκαλέσει ή δυνατόν να προκαλέσει συγκεκριμένη βλάβη (συνέχεια κάτω).

Oι θέσεις του συνηγόρου της κ. Λοϊζίδου

«Ο Νόμος 92(Ι)/96 ποινικοποιεί τη δημοσίευση υποκλαπέντος υλικού και το γεγονός ότι ο δράστης της δημοσίευσης δεν ήταν το πρόσωπο που υπέκλεψε, δεν αποτελεί υπεράσπιση. Το κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα αναφέρονται ή όχι στην ιδιωτική ζωή της ενάγουσας δεν είναι ικανό να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στην περίπτωση της παραβίασης του άρθρου 17(1), το οποίο διασφαλίζει με τρόπο απόλυτο το δικαίωμα της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας. Εκλαμβάνουμε την επικέντρωση των εναγομένων στο θέμα της ιδιωτικής ζωής ως παραδοχή για έλλειψη υπεράσπισης σε σχέση με την παραβίαση του άρθρου 17(1), ενώ τονίζουμε ότι η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος της ελευθερίας της έκφρασης ή της ελευθεροτυπίας ουδόλως αποτελούν υπεράσπιση για την παραβίαση του εν λόγω άρθρου», είπε σε άλλο σημείο της αγόρευσής του ο κ. Καλλής.

Παρέπεμψε παράλληλα στο άρθρο 15(2) του Συντάγματος το οποίο αφορά το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, για να εξηγήσει ότι παραβίαση του εν λόγω άρθρου χωρεί μόνο όταν είναι αναγκαία για το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας. Τίποτα απ’ αυτά δεν εξυπηρέτησε η δημοσίευση των emails, ήταν η θέση του κ. Καλλή.

Καταληκτικά εισηγήθηκε ότι ο νόμος, η νομολογία και η βιβλιογραφία δεν επιτρέπουν προσαγωγή υποκλαπέντος υλικού ακόμα και στο δικαστήριο και ότι παρέκκλιση από τις αρχές τις οποίες η νομολογία προστάζει θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για τα δικαιώματα των πολιτών. «Τα δικαστήρια της πατρίδας μας μέχρι σήμερα έχουν με αταλάντευτη προσήλωση στις αρχές του κράτους δικαίου και της νομιμότητας προστατεύσει αποτελεσματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών». Ευελπιστούμε ότι αυτό θα γίνει και τώρα, υπέδειξε ο κ. Καλλής.


Επιστροφή
στην αρχή