Μύρων Μ. Νικολάτος: Δεν είμαστε κλειστό κύκλωμα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ
Το Σύνταγμα λέει ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουν τον Πρόεδρο και τα μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

kateliadi@politis-news.com

Στο πλαίσιο της συζήτησης που άνοιξε ο «Πολίτης» την περασμένη Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018, περί της ποιότητας της δικαιοσύνης στην Κύπρο, σήμερα φιλοξενούμε τις απόψεις του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας Μύρωνα Μ. Νικολάτου, ο οποίος απαντά, μεταξύ άλλων, και στην κριτική που ασκείται από σχετικούς και άσχετους του χώρου της δικαιοσύνης, ότι η δικαστική εξουσία είναι μια κλειστή κάστα ανθρώπων, ανέλεγκτη και ανεξέλεγκτη. Ο κ. Νικολάτος μιλά και για τη μελέτη που έχει ολοκληρωθεί αναφορικά με τη μεταρρύθμιση της δικαστική εξουσίας στην Κύπρο και θα δημοσιοποιηθεί τέλη Μαρτίου. «Η κυπριακή δικαιοσύνη στέκει ψηλά και αυτό είναι κάτι που διαπιστώθηκε και από την ΕΕ το 2004, όταν ήμασταν στο στάδιο των προενταξιακών διαπραγματεύσεων. Διαπιστώνεται, όμως, και από άλλους φορείς, όπως είναι διάφορες επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης και της ΕΕ, που κατά καιρούς μας επισκέπτονται», αναφέρει ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απαντώντας σε αυτούς που αμφισβητούν το επίπεδο της δικαιοσύνης στην Κύπρο.
Ερωτηθείς για τις εξαρτήσεις της δικαιοσύνης στη χώρα μας, ο Μύρων Μ. Νικολάτος υπογραμμίζει ότι «η κυπριακή δικαιοσύνη είναι υπόδειγμα ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας, δεν υπάρχει παρέμβαση ούτε από την εκτελεστική ούτε από τη νομοθετική εξουσία, και ο κόσμος γνωρίζει για την ανεξαρτησία των δικαστών και τη σέβεται». Είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας να υπάρχει ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαστική εξουσία, σημειώνει, επαναλαμβάνοντας ότι σε θέματα ανεξαρτησίας, ποιότητας και εντιμότητας, η κυπριακή δικαιοσύνη στέκει ψηλά. «Με σεμνότητα, αλλά και με υπερηφάνεια, σας αναφέρω ότι από την Ανεξαρτησία της Κύπρου δεν υπήρξε, ευτυχώς, ούτε ένα κρούσμα καταγγελίας ή και καταδίκης δικαστή για ανεντιμότητα. Κάποιοι δικαστές αναγκάστηκαν σε παραίτηση, πολύ λίγοι, για άλλους λόγους - που είχαν να κάνουν με την εκτέλεση των καθηκόντων τους», συμπληρώνει.

Κατά καιρούς ασκείται κριτική στη δικαστική εξουσία ότι είστε μια κλειστή κάστα ανθρώπων που μεταξύ σας διορίζεστε και προάγεστε, χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο.

Ο νόμος προβλέπει ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο -το οποίο είναι το αρμόδιο σώμα για τους διορισμούς και τις προαγωγές, και ασκεί και πειθαρχική εξουσία αναφορικά με τους πρωτόδικους δικαστές- συνίσταται από τον πρόεδρο και τα μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου. Δηλαδή, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος πολιτειακός αξιωματούχος -είτε υπουργός Δικαιοσύνης είτε κοινοβουλευτικοί είτε δικηγόροι- που να μετέχουν στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Αυτό είναι διά νόμου. Μόνο με τροποποίηση του νόμου μπορεί να αλλάξει η σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Όμως, όπως είναι σήμερα, διασφαλίζεται πλήρως η ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος. Διότι, για τους διορισμούς, τις προαγωγές και τις μεταθέσεις των πρωτόδικων δικαστών υπεύθυνοι είναι μόνο ο πρόεδρος και τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Παλαιότερα, όμως, μετείχαν στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και άλλα μέλη εκτός του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Γιατί αυτό άλλαξε;

Παλιά μετείχε ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας και εκπρόσωπος των δικηγόρων. Τροποποιήθηκε, όμως, ο νόμος και έμειναν μόνον οι δικαστικοί, με σκοπό την προάσπιση της ανεξαρτησίας των δικαστών ούτως ώστε να μην μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε παρέμβαση. Όσον αφορά το ότι είμαστε ένα κλειστό κύκλωμα, να πω ότι αντλούμε τη δημοκρατική μας νομιμοποίηση από το γεγονός ότι ο πρόεδρος και τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται απευθείας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Διορίζονται ή απλώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπογράφει την εισήγηση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου;

Το Σύνταγμα λέει ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζουν τον Πρόεδρο και τα μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Σήμερα, τον πρόεδρο και τα μέλη του ενιαίου Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζει μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, διότι Αντιπρόεδρος δεν υπάρχει, μετά τα γεγονότα της περιόδου 1963-64. Τώρα, κατά κανόνα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σεβόμενος την ανεξαρτησία του δικαστηρίου, ζητά και δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εισήγηση του Ανωτάτου. Αυτό ισχύει για τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όχι για τον πρόεδρο του Ανωτάτου.

Στην Έκθεση της Ομάδας των Εμπειρογνωμόνων κατά της Διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης (GRECO) για το 2016 γίνεται αναφορά στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τους ίδιους τους δικαστές που απαρτίζουν το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, σύμφωνα με την GRECO, υπάρχει ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφερόντων εντός του δικαστικού σώματος, το οποίο θα πρέπει να προβληματίσει. Σας προβληματίζει;

Βεβαίως και μας προβληματίζει. Αυτά τα ζητήματα συζητούνται ευρέως στο Ανώτατο Δικαστήριο και μόλις πρόσφατα, τον περασμένο μήνα, απαντώντας σε ερωτηματολόγιο της GRECO, σε σχέση με τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, είπαμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να εξετάσουμε το ενδεχόμενο διεύρυνσης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, σε πρώτο στάδιο, με τη συμμετοχή δικαστών πρωτόδικων δικαστηρίων.

Τους οποίους διορίζει και προάγει το Ανώτατο…

Ναι, μπορεί το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο να τους διορίζει και τους προάγει, ωστόσο εκπροσωπούν τις διαφορετικές βαθμίδες της δικαστικής εξουσίας. Επαναλαμβάνω, είναι ζήτημα τροποποίησης του νόμου και σε τελευταία ανάλυση επαφίεται στη Βουλή, στο νομοθετικό σώμα. Δεν είναι οι ίδιοι οι δικαστές που θα αλλάξουν τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

Πόσο αξιοκρατική είναι η διαδικασία προαγωγής, όταν βάσει επετηρίδας προάγονται οι δικαστές στο πρωτόδικο δικαστήριο και διορίζονται στο Ανώτατο;

Οι προαγωγές των δικαστών γίνονται με απολύτως αξιοκρατικά κριτήρια. Λαμβάνονται υπόψη τα εξής τρία κριτήρια, κατά αναλογίαν, όπως στη δημόσια υπηρεσία - αν και οι δικαστές δεν ανήκουν στη δημόσια υπηρεσία, είναι ανεξάρτητη εξουσία: αξία, προσόντα και αρχαιότητα. Η αρχαιότητα συνυπολογίζεται, αλλά δεν είναι το μόνο κριτήριο. Και σε περιπτώσεις που η αξία εμφανώς υπερτερούσε, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προέβη σε προαγωγές, οι οποίες δεν ήταν απόλυτα σύμφωνες με την επετηρίδα. Το ζήτημα του διορισμού δικαστών είναι εξαιρετικά σοβαρό και λεπτό έργο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και οι δικαστές έχουν πλήρη επίγνωση του έργου αυτού, γι' αυτό και όταν γίνονται συνεντεύξεις, το Ανώτατο Δικαστήριο δίνει προτεραιότητα και επαρκή χρόνο στη διαδικασία αυτή.

Ποια είναι ακριβώς η διαδικασία για διορισμό δικαστών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο;

Οι δικηγόροι υποβάλλουν γραπτώς την αίτησή τους -δεν υπάρχει συγκεκριμένο έντυπο- η οποία παραδίδεται στον πρόεδρο του επαρχιακού δικαστηρίου, στο οποίο ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα. Ο πρόεδρος του επαρχιακού δικαστηρίου αφού πάρει τις απόψεις όλων των δικαστών του δικαστηρίου του, αλλά και απόψεις από δικαστές άλλων επαρχιών, εάν το επιθυμούν, ετοιμάζει έκθεση προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, η οποία επενεργεί κατά τρόπο συμβουλευτικό. Το αποφασίζον όργανο είναι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Ο υποψήφιος θα πρέπει να έχει τουλάχιστον έξι χρόνια πείρα στην άσκηση δικηγορίας. Στην πρώτη προφορική συνέντευξη υποβάλλονται ερωτήσεις γενικού περιεχομένου αλλά και γνωσιολογικού, ώστε να διαφανεί ο χαρακτήρας, ο τρόπος σκέψης, η προσωπικότητα και οι γνώσεις του υποψηφίου. Στη συνέχεια καταρτίζεται μικρή λίστα με τους επικρατέστερους υποψηφίους και σε μια δεύτερη προφορική συνέντευξη τούς γίνονται πιο εξειδικευμένες και πιο δύσκολες ερωτήσεις. Επομένως, γίνεται ένα σοβαρό φιλτράρισμα των υποψηφίων. Να σημειώσω εδώ ότι στο δικό μας σύστημα, που είναι το αγγλοσαξονικό, οι υποψήφιοι δεν είναι απόφοιτοι σχολών δικαστών, αλλά προέρχονται από τις τάξεις της μαχόμενης δικηγορίας.

Μα έξι χρόνια μόνο πείρας αρκούν για να γίνει κάποιος δικαστής;

Ναι, διότι εκείνα τα έξι χρόνια δείχνει ο υποψήφιος τα προσόντα του, και ιδιαίτερα το ήθος και τον χαρακτήρα του. Στα έξι χρόνια άσκησης δικηγορίας βλέπεις κάποιον εάν έχει τα απαραίτητα προσόντα της εντιμότητας και της ακεραιότητας, αλλά και της επάρκειας. Η δικαστική υπηρεσία δεν φιλοδοξεί να πάρει τους πιο διακεκριμένους δικηγόρους, οι οποίοι κερδίζουν πολύ περισσότερα χρήματα από τον μισθό των πρωτόδικων δικαστών και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ενδιαφερθούν. Η δικαστική υπηρεσία στοχεύει σε καλούς νέους υποψηφίους, οι οποίοι έχουν τα προσόντα της εντιμότητας, της ακεραιότητας, του ήθους και της προσωπικότητας, τα οποία είναι απαραίτητα για το λειτούργημα του δικαστή. Διότι, ένας δικαστής για να διορισθεί πρέπει να είναι άμεμπτου ήθους και χαρακτήρος, αλλά και υψηλής επαγγελματικής ικανότητας και επάρκειας.

Αχούρι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Στην ερώτηση «γιατί να μην γίνεται ο διορισμός των δικαστών όπως στην Αγγλία, όπου, αφού ένας δικηγόρος αποκτήσει πρώτα φήμη και κύρος, στη συνέχεια τον καλούν και τον παρακαλούν να αποδεχθεί τη θέση του δικαστή - μια θέση με μεγάλο πρεστίζ», ο Μύρων Μ. Νικολάτος εξήγησε ότι στην Αγγλία υπάρχουν οι solicitors και οι barristers και ότι ένας επιτυχημένος barrister μπορεί να γίνει σύμβουλος της βασίλισσας (QC: Queen’s Counsel). «Συνήθως οι διορισμοί των δικαστών στα Ανώτερα Δικαστήρια της Αγγλίας είναι από τους QC, δηλαδή από τους πολύ έμπειρους δικηγόρους. Όμως, πρέπει να πούμε ότι οι μισθοί των δικαστών στην Αγγλία είναι κατά πολύ υψηλότεροι από τους μισθούς των δικαστών στην Κύπρο. Επιπρόσθετα, στην αγγλική κοινωνία υπάρχουν και τίτλοι ευγενείας, οι οποίοι δίνονται στους δικαστές. Γίνονται Σερ, Ιππότες δηλαδή, πράγματα τα οποία στην αγγλική κοινωνία μετρούν. Δυστυχώς, στην Κύπρο δεν έχουμε ούτε τίτλους ευγενείας να δώσουμε αλλά ούτε και πολύ υψηλούς μισθούς. Να σημειώσουμε ότι ο μισθός του νεοεισερχόμενου δικαστή μπορεί να είναι γύρω στις 3.500 - 4.000 ευρώ τον μήνα», σημείωσε. Επομένως, συνέχισε, στο κράτος επαφίεται, εάν θέλει να προσελκύσει ακόμη υψηλότερο επίπεδο υποψηφίων, τότε θα πρέπει να αυξήσει τις απολαβές αλλά και τις συνθήκες υπό τις οποίες οι δικαστές εργάζονται. «Διότι, είναι αντικίνητρο για έναν δικηγόρο να γίνει δικαστής και να εργάζεται σε αναχρονιστικά κτήρια όπως είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λευκωσίας, το οποίο είναι ένα αχούρι. Ή να εργάζεται χωρίς τις απαραίτητες ανέσεις του, όπως να έχει έναν κλητήρα για βοηθό και μια στενογράφο», κατέληξε ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αρχίζει αγώνα για μεταρρύθμιση της δικαστικής εξουσίας και εκσυγχρονισμό των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας

Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μύρων Μ. Νικολάτος τονίζει ότι χωρίς άλλη καθυστέρηση θα πρέπει να ξεκινήσει η τεράστιας σημασίας μεταρρύθμιση της δικαστικής εξουσίας και να επιλυθεί και το θέμα των αναχρονιστικών κτηρίων των δικαστηρίων. «Πράγματι, η αχίλλειος πτέρνα της κυπριακής δικαιοσύνης είναι οι καθυστερήσεις, οι οποίες συνδέονται με το μεγάλο όγκο των μη εκδικαστικών υποθέσεων που περιμένουν τη σειρά τους για να δικαστούν. Είναι γεγονός ότι στις ποινικές υποθέσεις βρισκόμαστε σε καλύτερο επίπεδο. Δηλαδή, μια ποινική υπόθεση στο επαρχιακό δικαστήριο παίρνει περίπου 1-2 χρόνια για να δικαστεί και κατ’ έφεσιν ακόμα 1-2 χρόνια. Οι αστικές υποθέσεις, όμως, και οι διοικητικές υποθέσεις παίρνουν πολύ περισσότερο. Μία αστική υπόθεση μπορεί να πάρει 5, 6, ακόμα και 7 χρόνια για να δικαστεί πρωτοδίκως και άλλα περίπου 5-6 χρόνια για να δικαστεί κατ’ έφεσιν. Επιπλέον, υπάρχει μεγάλος όγκος καθυστερημένων υποθέσεων. Είναι γι' αυτό το θέμα που το Ανώτατο Δικαστήριο εργάζεται νυχθημερόν για να βρει τις κατάλληλες λύσεις», σημειώνει.

Στήριξη από τον Πρόεδρο

Και για να επιλυθεί το μεγάλο αυτό πρόβλημα, αναφέρει ο κ. Νικολάτος, έχουμε ζητήσει τη βοήθεια της ΕΕ, η οποία διόρισε και χρηματοδοτεί ομάδα εμπειρογνωμόνων, κυρίως από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας με την οποία έχουμε αρκετά κοινά, γιατί έχουν και εκείνοι το Κοινό Δίκαιο, το Αγγλοσαξονικό Δίκαιο, το οποίο έχουμε και εμείς. «Οι εμπειρογνώμονες αυτοί, αφού έκαναν πολλές επισκέψεις στην Κύπρο, έχουν ετοιμάσει μια πολύ λεπτομερή και ενδελεχή έκθεση, η οποία αποτελείται από περισσότερες από 200 σελίδες, και η οποία θα παρουσιασθεί σε ειδική τελετή που θα γίνει στο Ανώτατο Δικαστήριο στις 27 Μαρτίου. Σε αυτήν την εκδήλωση - παρουσίαση έχουν προσκληθεί πολιτειακοί αξιωματούχοι και άλλοι παράγοντες. Έχουμε, δε, ζητήσει συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για μετά τις 27 Μαρτίου, για να του παραδώσουμε την εν λόγω έκθεση και να ζητήσουμε την αρωγή και τη βοήθεια της πολιτείας -της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας- ώστε να μπορέσουμε να υλοποιήσουμε σε ικανοποιητικό βαθμό τις εισηγήσεις των εμπειρογνωμόνων», προσθέτει.

Μείναμε στο '50

Ταυτόχρονα, λέει ο πρόεδρος του Ανωτάτου, ζητήσαμε τη βοήθεια της ΕΕ για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι είναι οι κανόνες βάσει των οποίων διεξάγονται οι δικαστικές διαδικασίες και οι οποίοι είναι της δεκαετίας του ’50, πριν από την Ανεξαρτησία. «Έχει καταρτιστεί ομάδα εμπειρογνωμόνων -μια δεύτερη ομάδα- για τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας υπό τον Λόρδο Ντάισον, ο οποίος είναι ένας πολύ έμπειρος δικαστής, πρώην δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου. Τα μέλη αυτής της ομάδας εργάζονται επίσης σε συνεργασία με την ομάδα θεσμών, που μόλις έχει καταρτιστεί στην Κύπρο, και η οποία αποτελείται από δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαστές των πρωτόδικων δικαστηρίων, δικηγόρους και μία πρωτοκολλητή. Όλοι αυτοί μαζί θα εργαστούν τους επόμενους 18 μήνες για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας», συμπληρώνει.

Χαμένοι στους φακέλους

Ακόμη, αναφέρει ο Μύρων Μ. Νικολάτος, βρισκόμαστε σε στενή συνεργασία με τον υπουργό Δικαιοσύνης για την εισαγωγή της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, του συστήματος μηχανογράφησης των δικαστηρίων, ούτως ώστε να απαλλαγούμε από αυτό το απαρχαιωμένο σύστημα των φακέλων και των εγγράφων και να περάσουμε στην ηλεκτρονική εποχή. «Επιπλέον, δημιουργήσαμε τμήμα επιμόρφωσης και μεταρρύθμισης των δικαστηρίων πριν από έναν περίπου χρόνο, υπό τον πρώην δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γεώργιο Ερωτοκρίτου. Είμαστε σε συνεργασία με τον υπουργό Δικαιοσύνης και για τη δημιουργία εμπορικού δικαστηρίου, το οποίο θα εκδικάζει υψηλής κλίμακας υποθέσεις, εμπορικής φύσεως, για αποσυμφόρηση των επαρχιακών δικαστηρίων, αλλά και για τη δημιουργία διοικητικού δικαστηρίου διεθνούς προστασίας, το οποίο θα επιλαμβάνεται υποθέσεων αιτητών ασύλου, ώστε να υποβοηθηθεί το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο λειτούργησε για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου του 2016 και από τότε λειτουργεί με μεγάλη επιτυχία, αρχικά με πέντε δικαστές, και σήμερα με επτά», επισημαίνει.

Δημιουργία εφετείου

Όπως είπε ο πρόεδρος του Ανωτάτου, στις εισηγήσεις της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων, που θα παρουσιαστούν στις 27 του μηνός, θα γίνεται λόγος για μεγάλες τομές στη δομή και τη λειτουργία των δικαστηρίων, με στόχο τα δικαστήρια να λειτουργούν με τη βοήθεια επαγγελματιών διευθυντών. Σκοπός είναι η βελτίωση της διοίκησης και της διαχείρισης του χρόνου των δικαστηρίων, διότι οι δικαστές δεν είναι οι πλέον κατάλληλοι γι' αυτό το θέμα - δεν έχουν τις απαραίτητες διευθυντικές και διοικητικές γνώσεις. «Μέσα σε αυτές τις εισηγήσεις θα υπάρχει και πρόταση για δημιουργία εφετείου, το οποίο θα παρεμβληθεί μεταξύ του Ανωτάτου και των πρωτόδικων δικαστηρίων, κάτι που, κατά την άποψη μου, θα βοηθήσει πάρα πολύ στη διεκπεραίωση των εφέσεων -αστικών, ποινικών, διοικητικών, αλλά και από τα ειδικά δικαστήρια- και θα καταστήσει το Ανώτατο Δικαστήριο το τριτοβάθμιο δικαστήριο της χώρας, αφήνοντάς το απερίσπαστο στα υψηλά καθήκοντά του ως Συνταγματικό Δικαστήριο, ως τριτοβάθμιο δικαστήριο και ως Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο», εξηγεί.

Πάμπολλα προβλήματα, τεράστιες καθυστερήσεις

Η έκθεση των Ιρλανδών, όπως σημειώνει ο κ. Νικολάτος, εντοπίζει πάρα πολλά προβλήματα που προκαλούν τις τεράστιες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων, όπως είναι η ανεπάρκεια των οικονομικών πόρων που διαθέτει η πολιτεία για τα δικαστήρια. «Είμαστε η τελευταία χώρα στην ΕΕ από πλευράς οικονομικής δαπάνης για τα δικαστήρια, είμαστε η τελευταία χώρα στην ΕΕ από πλευράς αριθμού δικαστών. Έχουμε προβλήματα με τις κτηριακές εγκαταστάσεις, όπως είναι το Επ. Δικαστήριο Λευκωσίας, που είναι ένα τρανό παράδειγμα ανεπαρκών εγκαταστάσεων. Δεν έχουμε μηχανογράφηση, εξειδικευμένα δικαστήρια, ικανοποιητικό αριθμό δικαστών, επαρκή διοίκηση και διεύθυνση των δικαστηρίων», αναφέρει.

Οι αλλεπάλληλες ενστάσεις και οι συνεχείς αναβολές των υποθέσεων δεν δημιουργούν περαιτέρω καθυστερήσεις;

Και αυτό το ζήτημα θα ρυθμιστεί από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Θα πρέπει, δηλαδή, να δοθεί περισσότερη εξουσία στον δικαστή για να ρυθμίζει την ενώπιόν του διαδικασία και να μειώνει στο ελάχιστο αυτές τις αναβολές και τις καθυστερήσεις. Οι δικηγόροι της Κύπρου, και έντιμοι είναι και επάρκεια έχουν, αλλά κάποτε αυτές οι διαδικασίες χρησιμοποιούνται και για αλλότριους σκοπούς. Να ξέρετε ότι ανησυχούμε και κοπτόμεθα για τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται και εγώ προσωπικά, ως ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας, ελπίζω και εύχομαι να πετύχουμε σε αυτό το έργο που γίνεται τούτη τη στιγμή, με σκοπό την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και την επίλυση των προβλημάτων των καθυστερήσεων. Και είναι για πολλούς λόγους που θέλουμε να επιτύχει η μεταρρύθμιση. Πρώτον, διότι δικαιοσύνη που καθυστερεί δεν είναι δικαιοσύνη, και δεύτερον, δεν μπορεί μια χώρα όπως η Κύπρος, που φιλοδοξεί να γίνει εμπορικό και επιχειρηματικό κέντρο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, να έχει δικαιοσύνη η οποία καθυστερεί 15 χρόνια για να ολοκληρώσει μια υπόθεση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Η μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης είναι ένα μεγαλεπήβολο έργο και η επιτάχυνσή της είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, στο οποίο πολιτεία θα πρέπει να δώσει όλη της την προσοχή. Θα έλεγα ότι είναι τόσο σημαντική αυτή η μεταρρύθμιση όσο είναι και το ΓεΣΥ.

Καλοδεχούμενη η κριτική

Γιατί η δικαστική εξουσία δεν δέχεται και δεν αποδέχεται την κριτική από την τέταρτη εξουσία, που είναι ο Τύπος, τα ΜΜΕ;

Είμαστε έτοιμοι για κριτική, και τη δεχόμαστε και την αποδεχόμαστε την καλόπιστη κριτική. Να ξέρετε ότι τα δικαστήρια έχουν ανεκτικότητα στην κριτική και σέβονται πλήρως την ελευθερία του λόγου. Θα προσέξατε σίγουρα ότι δεν έχουμε απαντήσει στην πρόσφατη κριτική στην οποία προέβη ο εκπρόσωπος του ΟΑΣΕ για την Ελευθερία του Τύπου σε σχέση με τις ανακρίσεις των δημοσιογράφων -αυτό το θέμα εκφεύγει της δικής μας αρμοδιότητας- αλλά και ως προς το απαγορευτικό διάταγμα, το ενδιάμεσο, το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε σχέση με δημοσιεύματα της εφημερίδας «Πολίτης». Βέβαια, η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου, γι' αυτό και πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο φειδωλοί στα σχόλια και τις παρατηρήσεις μας, για να μην επηρεάσουμε τη δικαστική διαδικασία. Αλλά, επαναλαμβάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν προέβη σε οποιοδήποτε σχόλιο για τις παρατηρήσεις του εκπροσώπου του ΟΑΣΕ, παρόλο που αυτές έγιναν ενόσω η υπόθεση είναι sub judice, όπως λέμε, δηλαδή βρίσκεται στα χέρια της δικαιοσύνης.

 

 

 

 

 

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

Το δριμύ κατηγορώ του Πέτρου Κληρίδη εναντίον των δικαστών

Ο τέως γενικός εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης τα χώνει άγρια στους δικαστές του Ανωτάτου-Νομίζουν ότι τα συντάγματα των άλλων χωρών είναι πατσαβούρια;

07 / 09
Επιστροφή
στην αρχή