Μια αποστολή «ρουτίνας» που έγινε ναυτικός θρύλος

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Το μοναδικό πλοίο του ελληνικού στόλου που συμμετείχε στις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της εισβολής του 1974 ήταν το αρματαγωγό «Λέσβος»

Το μοναδικό πλοίο του ελληνικού στόλου που συμμετείχε στις επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της εισβολής του 1974 ήταν το αρματαγωγό «Λέσβος» (L-172). Ωστόσο η εμπλοκή του πλοίου δεν αποτελούσε μέρος των σχεδίων –αν υπήρχαν τέτοια– του χουντικού καθεστώτος του Ιωαννίδη, αλλά την επέβαλλαν οι ιστορικές συγκυρίες και η αίσθηση ευθύνης και πατριωτισμού του κυβερνήτη πλωτάρχη Λευτέρη Χανδρινού. Αυτή την αίσθηση ευθύνης δεν του τη συγχώρεσε το μεταπολιτευτικό κατεστημένο και τον φιλοδώρησε με την τοποθέτησή του στην Άγκυρα, ως ναυτικού ακολούθου, παρά το ότι γνώριζε τους κινδύνους που αντιμετώπιζε. Το πώς ενεπλάκη το αρματαγωγό «Λέσβος» στον βομβαρδισμό του τουρκοκυπριακού θύλακα της Πάφου και πώς κατάφερε να επιστρέψει στην Ελλάδα, περιγράφεται στο πολεμικό ημερολόγιο που συνέταξε ο Λ. Χανδρινός. Στα συμπεράσματα του ημερολογίου αναφέρει πως η τουρκική εισβολή μπορούσε να είχε προβλεφθεί αλλά εκφράζει άγνοια γιατί δεν έγινε απολύτως τίποτα για να αποτραπεί ή να αντιμετωπιστεί.

 

Το πραξικόπημα

 

Το «Λέσβος» είχε προγραμματιστεί να αναχωρήσει για τη Κύπρο το μεσημέρι της 12ης Ιουλίου 1974, με σκοπό να μεταφέρει τη νέα σειρά της ΕΛΔΥΚ μαζί με πολεμοφόδια και άλλα υλικά και να παραλάβει την παλαιά σειρά που απολυόταν. Όταν το «Λέσβος» προετοιμαζόταν για την αποστολή, κάποιοι άλλοι προετοίμαζαν το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Το πλοίο είχε φορτώσει τα υλικά από τις 11 Ιουλίου, αλλά ειδοποιήθηκε από το αρχηγείο Ναυτικού ότι ο απόπλους θα καθυστερούσε 24 ώρες γιατί έπρεπε να φορτωθούν και άλλα υλικά, τα οποία ποτέ δεν φορτώθηκαν. Προφανώς αυτοί που είχαν σχεδιάσει το πραξικόπημα δεν ήθελαν ο κατάπλους του «Λέσβος» να συμπέσει με το εγχείρημά τους. Τελικώς το πλοίο, αφού επιβίβασε και τους ΕΛΔΥΚάριους, αναχώρησε στις 13 Ιουλίου και προγραμματίστηκε να φτάσει στην Αμμόχωστο στις 17 Ιουλίου στις 7:00 το πρωί. Γράφει ο Λευτέρης Χανδρινός στο πολεμικό ημερολόγιο: «Την πρωίαν της 15ης Ιουλίου ευρισκόμην μετά των αξιωματικών συνοδών της ΕΛΔΥΚ εις δεξιόν κατάστρωμα του πλοίου, ότε περί την 09:30 προσήλθεν ο υπόλογος τηλεγραφητής και μου ανέφερε ότι, ως μετέδωσεν ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Λευκωσίας, την πρωίαν εξεδηλώθη πραξικόπημα υπό της Εθνοφρουράς, εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και ότι ο Αρχιεπίσκοπος ήτο νεκρός. Πάραυτα ανήλθον επί της γέφυρας όπου και προσωπικώς διεπίστωσα την ορθότητα της πληροφορίας. Κατόπιν αυτού αποφάσισα να συνεχίσω την αποστολήν μου. Τας προθέσεις μου ανέφερα διά σήματος (ΔΕΣ 114/ΕΩΠ 151020) εις Αρχηγείον Ναυτικού, το οποίον εν συνεχεία με διέταξε όπως συνεχίσω κανονικώς την αποστολήν μου. Συγχρόνως με τα ανωτέρω διέταξα όπως ανέλθη επί του καταστρώματος μέρος πυρομαχικών και τούτο διότι την στιγμήν εκείνην δεν εγνώριζον τι ηδύνατο να συμβή πλησιάζων εις τα ακτάς της Κύπρου.»  Είναι προφανές ότι ούτε ο Λ. Χανδρινός ούτε οποιοσδήποτε άλλος στο πλοίο ήταν μυημένος στο σχέδιο πραξικοπήματος. Στις 16 Ιουλίου και ενώ το «Λέσβος» βρισκόταν ανοικτά της Λεμεσού διετάχθη να επιστρέψει και να αγκυροβολήσει στη Ρόδο. Στις 17 Ιουλίου, ενώ βρισκόταν 20 ναυτικά μίλια από τη Ρόδο, πήρε άλλη διαταγή, να ξαναγυρίσει στην Κύπρο και να πάει στην Αμμόχωστο. Το τι θα ξεφόρτωνε στην Αμμόχωστο, εκτός από τους ΕΛΔΥΚάριους, σύμφωνα με σήμα θα το αποφάσιζε ο αντισυνταγματάρχης Χ. Φαρμάκης. Οι οδηγίες ήταν να αποπλεύσει αυθημερόν και να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Τουρκοκύπριοι με πολυβόλο

Και ενώ το «Λέσβος» βρισκόταν στην Αμμόχωστο και αποβίβαζε τους άντρες της ΕΛΔΥΚ, δύο αξιωματικοί της UNFICYP για πρώτη φορά έλεγχαν την εκφόρτωση υλικού. Ωστόσο τα πυρομαχικά που μετέφερε το «Λέσβος» δεν ξεφορτώθηκαν, γιατί ο απεσταλμένος αξιωματικός της χούντας πληροφόρησε τον Λ. Χανδρινό ότι τις προηγούμενες μέρες είχε κατασχεθεί μεγάλος αριθμός όπλων και πυρομαχικών τσεχοσλοβακικής προέλευσης και έτσι δεν χρειάζονταν άλλα. Κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον παράδοξο, όταν η χούντα γνώριζε ότι υπάρχει κίνδυνος τουρκικής εισβολής. Την παραμονή της εισβολής στις 11:30 το πρωί, όπως αναφέρει στο πολεμικό ημερολόγιο ο Λ. Χανδρινός, τον επισκέφθηκε ένας τελωνειακός υπάλληλος και του είπε: «Τούρκοι ένοπλοι συναθροίζονται εις το παλαιόν Φρούριον της πόλεως, οι δεν Τουρκοκύπριοι εργάται του λιμένος εγκαταλείπουν τας εργασίας των μεταβαίνοντες και ούτοι μέσα στο Φρούριον». Ο πλωτάρχης Χανδρινός ανησύχησε καθώς διαπίστωσε πως στο φρούριο της Αμμοχώστου οι Τουρκοκύπριοι είχαν και ένα πολυβόλο το οποίο είχαν καλύψει. «Διέταξα», γράφει, «όπως εξοπλισθεί μέρος των πυροβόλων του πλοίου, οι δε ομοχειρίες να ευρίσκονται μέσα σε αυτά, αλλά να δείχνουν ότι εργάζονται». Οι Τουρκοκύπριοι εργάτες αργότερα επανήλθαν στις δουλειές τους και το «Λέσβος» αναχώρησε από την Αμμόχωστο μαζί με τους ΕΛΔΥΚάριους που απολύονταν, με κατεύθυνση την Ελλάδα.

 

Βομβαρδισμός στην Πάφο

 

Όταν το «Λέσβος» στις 20 Ιουλίου βρισκόταν ανοικτά της Λεμεσού ο πλωτάρχης Χανδρινός πληροφορήθηκε από το ΡΙΚ για την τουρκική εισβολή και αμέσως ζήτησε να επανδρωθούν τα πυροβόλα με άνδρες της ΕΛΔΥΚ και πήρε κατεύθυνση νοτιοδυτικά απομακρυνόμενος από τις κυπριακές ακτές. Λίγο αργότερα πήρε σήμα από το αρχηγείο Ναυτικού για να πλεύσει προς τη Λεμεσό και να αποβιβάσει τους στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ. Το σήμα ακυρώθηκε και ακολούθησε καινούργιο με διαταγή να αποβιβάσει του ΕΛΔΥΚάριους στην Πάφο. «Περί την 14:30 ο διοικητής της Εθνοφρουράς Πάφου ελθών εις ραδιοτηλεφωνικήν επαφήν μετ' εμού ητήσατο  την εκτέλεσιν πυρών εναντίον οικίας φερούσης υψωμένην την τουρκικήν σημαίαν και η οποία απετέλει, ως με επληροφόρησεν, το διοικητήριον των τουρκοκυπριακών δυνάμεων της περιοχής». Και συνεχίζει ο πλωτάρχης Χανδρινός: «Κατ’ αρχάς ευρέθην εις δύσκολον θέσιν διότι ουδεμία πληροφορία υφίστατο περί ενάρξεως εχθροπραξιών μεταξύ Ελλάδος - Τουρκίας, πλην όμως εν συνεχεία συνειδητοποιών τα αιτήσεις του διευθυντού της Εθνοφρουράς, ως απαιτουμένας και γενομένου αντιληπτού ότι εν περιπτώσει καθ' ην πλοίον ή αεροσκάφος τουρκικόν εφ' όσον ενετόπιζεν το πλοίον δεν θα περιορίζετο σε παρακολούθησιν της αποβιβάσεως, αλλά θα εθεώρει ταύτην ως εχθρικήν ενέργειαν και ως τοιαύτην θα την αντιμετώπιζεν, αναλαμβάνων πλήρως τα απορρεούσας ευθύνας απεφάσισα εξ ιδίας πρωτοβουλίας, όπως ικανοποιήσω την αίτησην του διοικητού της Εθνοφρουράς και εκτελέσω βολήν εναντίον του αιτηθέντος στόχου, καίτοι εγνώριζα ότι αυτή δεν θα ήτο ακριβής». Στη συνέχεια το «Λέσβος» άρχισε να βομβαρδίζει τους στόχους που υπεδείχθησαν από την ΕΦ στην Πάφο. Στη συνέχεια δόθηκαν πιο συγκεκριμένοι στόχοι και το «Λέσβος» έριξε περίπου 900 βλήματα των 40mm. «Αποτελέσματα βολής τυγχάνουν άγνωστα εις εμέ», καταλήγει ο Λ. Χανδρινός.

 Διαφυγή

 

Το «Λέσβος», ολοκληρώνοντας την επιχείρηση στην Πάφο, ξεκίνησε για την Ελλάδα. Ο πλωτάρχης Λ. Χανδρινός γνώριζε πολύ καλά ότι πλέον αποτελούσε στόχο της τουρκικής αεροπορίας, την οποία δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει ένα πλοίο με πενιχρό αντιαεροπορικό οπλισμό και με πολύ μικρή ταχύτητα πλεύσης. Για τον λόγο αυτό, αντί να κινηθεί δυτικά προς την Κρήτη, επέλεξε να πλεύσει νότια προς τις ακτές της Αιγύπτου. Το «Λέσβος» τηρούσε σιγή ασυρμάτου ώστε να μην εντοπιστεί. Χρησιμοποίησε τον ασύρματο για να αναφέρει μόνο τον θάνατο ενός πολιτικού υπαλλήλου (οδηγός οχήματος) από καρδιακή προσβολή. Όταν βρισκόταν πλέον σε απόσταση ασφαλείας από την Κύπρο, πήγε στην Κρήτη και από εκεί στον ναύσταθμο Σαλαμίνας. Προστασία βρήκε από τον 6ο Αμερικανικό Στόλο εισερχόμενος σε σχηματισμό του, έτσι ώστε να μην μπορεί να καταδιωχθεί από τους Τούρκους. Η παρουσία του «Λέσβος» στην Πάφο δημιούργησε σύγχυση στις τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες θεώρησαν ότι η Ελλάδα είχε στείλει νηοπομπή και αποβίβαζε υλικό και στρατεύματα. Η Άγκυρα έδωσε διαταγές σε αντιτορπιλικά που βομβάρδιζαν τις ακτές της Κερύνειας να κινηθούν δυτικά ώστε να βυθίσουν τα ελληνικά πλοία. Τις ίδιες διαταγές πήραν και αεροσκάφη της τουρκικής αεροπορίας. Επειδή όμως ελληνικά πλοία δεν υπήρχαν, τα αεροσκάφη εξέλαβαν τα τουρκικά αντιτορπιλικά ως εχθρικά και άνοιξαν πυρ εναντίον τους. Παράλληλα και τα τουρκικά πλοία άρχισαν πυρ κατά των αεροσκαφών με αποτέλεσμα από τη «φιλική» αεροναυμαχία να καταρριφθούν τέσσερα τουρκικά αεροσκάφη και να βυθιστεί το τουρκικό αντιτορπιλικό «Kocatepe» (D354), παίρνοντας στον βυθό τον κυβερνήτη αντιπλοίαρχο Giuven Erkayia, 13 αξιωματικούς και 64 ναύτες. Σοβαρές ζημιές από τα τουρκικά αεροσκάφη υπέστησαν ακόμα δύο τουρκικά αντιτορπιλικά. 


 


Επιστροφή
στην αρχή