Μια απάντηση στον Σενέρ Λεβέντ

ΑΠΟΨΗ /ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες διευκρινίσεις σε ορισμένα σημεία του άρθρου μου, στα οποία εστιάζει την προσοχή και την κριτική του ο κ. Λεβέντ.

Διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο του αγαπητού Σενέρ Λεβέντ στον Πολίτη της 20ής Αυγούστου, στο οποίο απαντά στο δικό μου άρθρο στον Πολίτη της Κυριακής στις 29 Ιουλίου. Θα προσπαθήσω να δώσω κάποιες διευκρινίσεις σε ορισμένα σημεία του άρθρου μου, στα οποία εστιάζει την προσοχή και την κριτική του ο κ. Λεβέντ.

Στο άρθρο μου στον Πολίτη είχα γράψει τα εξής: «Η καρδιά, λοιπόν, του Κυπριακού προβλήματος δεν είναι άλλη από τη διαχρονική άρνηση των Ελληνοκυπρίων να δεχτούν αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διακυβέρνηση. Το Κυπριακό δεν είναι μόνο θέμα εισβολής και κατοχής αλλά και θέμα δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Η αναγνώριση των δικαιωμάτων τους είναι το μοναδικό όπλο που δεν χρησιμοποίησε η ελληνοκυπριακή πλευρά για να επανενώσει το νησί μετά το 1974. Αντίθετα υποτιμά τις αντιδράσεις τους και τους θεωρεί εκ των προτέρων τυφλά όργανα της Τουρκίας».

Πάνω σε αυτό το απόσπασμα του άρθρου μου με ερωτά, λοιπόν, ο κ. Λεβέντ, αν εννοώ τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων όπως αυτά απορρέουν από το Σύνταγμα του 1960. Η απάντησή μου είναι ναι, αυτά τα δικαιώματα εννοώ. Άσχετα αν αυτά συνιστούσαν υπερπρονόμια και ήταν άδικα για τους Ελληνοκυπρίους, είχαν τη νομιμότητα μιας διεθνούς συμφωνίας και έπρεπε να γίνουν σεβαστά. Τα δικαιώματα αυτά έπαψαν να τα ασκούν οι Τουρκοκύπριοι, αφού με παρότρυνση της Τουρκίας αποχώρησαν από την κυβέρνηση και απομονώθηκαν στους θυλάκους τους, ως αποτέλεσμα των διακοινοτικών συγκρούσεων που ξεκίνησαν τον Δεκέμβρη του 1963. Από το σημείο αυτό, λοιπόν, πώς προκύπτουν οι ευθύνες της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ειδικότερα αφότου η Τουρκία έδειξε τις προθέσεις της με τους βομβαρδισμούς της τουρκικής αεροπορίας τον Αύγουστο του 1964; Κάποιος ενδεχομένως να πει ότι κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την τουρκική εισβολή. Δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη, γιατί τα δεδομένα ήταν όλα στο τραπέζι και γιατί η Τουρκία δεν έκρυψε ποτέ τις προθέσεις της. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι ο σοφός ηγέτης πρέπει να διακρίνεται από διορατικότητα και να προνοεί, προτού ξεσπάσει το κακό. Τι πράξαμε τότε για να προλάβουμε τα κατ' εμέ αυτονόητα; Αντί στόχος μας να ήταν η επάνοδος των Τουρκοκυπρίων στη διακυβέρνηση και στην άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, ακόμα και όταν αυτοί το ζήτησαν το 1968, εμείς τους αφήσαμε να λιμοκτονήσουν στους θυλάκους τους. Μάλιστα στους Τουρκοκύπριους που σπούδαζαν στην Τουρκία δεν επιτρέπαμε την επάνοδο στην Κύπρο. Όλη η ιστορία του προβλήματος από το 1960 και μετά έως το 1974 συνίσταται στην επιθυμία της ελληνοκυπριακής ηγεσίας να απαλλαγεί από τους Τουρκοκυπρίους. Δηλαδή με τη συμπεριφορά μας τους σπρώχναμε στην αγκαλιά της Τουρκίας και ως αποτέλεσμα να θεωρούν ως σωτηρία την επέμβασή της. Αυτά, λοιπόν, πριν το 1974.

Ας δούμε τώρα την κατάσταση μετά την εισβολή το 1974. Ο κ. Λεβέντ ζητά να διευκρινίσω ποια δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων είναι που αυτοί ζητούν και δεν τα δίνει η ελληνοκυπριακή πλευρά. Ο ίδιος νόμιζε, λέει, ότι συμβαίνει το αντίθετο. Ότι δηλαδή η λύση εμποδίζεται γιατί η τουρκική πλευρά δεν δίδει τα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων, δηλαδή έδαφος, ελευθερίες στο βόρειο μέρος της πατρίδας μας καθώς και τις περιουσίες τους. Συγκρίνοντας τα καταπατούμενα τουρκοκυπριακά δικαιώματα του 1960 με τα ελληνοκυπριακά δικαιώματα που καταπατούνται από το 1974, η διαφορά, λέει, είναι μεγάλη υπέρ των Ελληνοκυπρίων.

Ασφαλώς και συμφωνώ πλήρως με τον κ. Λεβέντ. Όντως μετά το 1974 τα δεδομένα άλλαξαν άρδην. Οι Ελληνοκύπριοι εκτοπισμένοι έχασαν τα πάντα και ξεκίνησαν τη ζωή τους από το μηδέν στις ελεύθερες περιοχές. Η δε συντριπτική πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων έχασαν και αυτοί τις περιουσίες τους στις ελεύθερες περιοχές, όμως πήραν πολλαπλάσιες περιουσίες των Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα. Επιπλέον τους ανήκουν οι περιουσίες τους που άφησαν στον νότο. Ασφαλώς την ευθύνη για όλα αυτά φέρει η κατοχική Τουρκία.

Στόχος των συνομιλιών από το 1974 και μετά είναι η συμφωνία σε μια ομοσπονδιακή λύση. Προσπαθώ, λοιπόν, να εντοπίσω πότε η νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δημιούργησε ένα ιστορικό αφήγημα για την ομοσπονδιακή λύση, το οποίο να πείθει ότι τα δικαιώματα όλων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας θα είναι σεβαστά. Ο μόνος που το επιχείρησε ήταν ο Πρόεδρος Χριστόφιας με την έκδοση ειδικού βιβλιαρίου για την ομοσπονδία και συνάντησε τη λυσσαλέα αντίδραση των εθνικιστών της πλευράς μας. Ακριβώς επειδή οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι δεν επιθυμούσαν και δεν επιθυμούν επιστροφή στην Κυπριακή Δημοκρατία και επειδή η διάλυσή της θα ήταν τραγικό λάθος, θα έπρεπε οι ελληνοκυπριακές ηγεσίες να έχουν ως διαχρονικό τους στόχο να πείσουν τους Τουρκοκυπρίους ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία θα έχουν εγγυημένα τα δικαιώματά τους, την ασφάλειά τους και την ευημερία τους. Η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν η κλασική ευκαιρία για αυτό. Επίσης οι διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων το 2002 και 2003, τις οποίες υποτιμήσαμε και ουσιαστικά αγνοήσαμε.

Θέση μου είναι ότι από το 1963 μέχρι σήμερα η εξεύρεση λύσης του Κυπριακού δεν ήταν ποτέ προτεραιότητα για τις κατά καιρούς ελληνοκυπριακές ηγεσίες (με εξαίρεση τον Γιώργο Βασιλείου), ούτε και είχαν ποτέ ένα όραμα, με το οποίο να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη και στις δύο πλευρές. Μερικές μόνο συνέπειες είναι ότι ακόμα και σήμερα, το 1/3 των Ελληνοκυπρίων δεν πήγε ποτέ στα κατεχόμενα, ενώ 1/3 πήγε μία με δύο φορές, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες του Πανεπιστημίου Κύπρου. Επίσης ένα ποσοστό 20-25% είναι αρνητικοί σε μελλοντική συμβίωση. Από την άλλη, όμως, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, οι επαφές μείωσαν την προκατάληψη και τα στερεότυπα και καλλιέργησαν εμπιστοσύνη, γεγονός που δείχνει την ορθότητα της θέσης για επαναπροσέγγιση, αλλά και το λάθος της πλευράς μας να αγνοεί τη βούληση των Τουρκοκυπρίων. Θυμίζω εδώ τη μεγάλη αντίδραση στη διαχρονική θέση του ΑΚΕΛ υπέρ της επαναπροσέγγισης πριν τη λύση και του θετικού ρόλου που μπορούσε αυτή να διαδραματίσει.

Συνεπώς για να μπορέσουμε να απολαύσουμε όλοι οι Κύπριοι τα δικαιώματα που μας ανήκουν υπάρχουν πολλά που πρέπει και μπορούμε να κάνουμε κι εμείς, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Η έμπρακτη στήριξη όσων στα κατεχόμενα εναντιώνονται στην κατοχή, μεταξύ των οποίων είστε και σεις, μας φέρνει πιο κοντά στο να βγάλουμε το χαντζάρι από την καρδιά του προβλήματος, όπως ακριβώς λέτε. Να μην αναμένουμε μοιρολατρικά τις διαθέσεις της κατοχικής Τουρκίας.

Τέλος να πω αγαπητέ κ. Λεβέντ ότι δεν σας θεωρώ καθόλου ρομαντικό. Ποτέ δεν είπα ή έγραψα κάτι τέτοιο.

 

* George.dionyssiou@primehome.com

 

 


Επιστροφή
στην αρχή