Μας ενώνει το.... ίδιο χαρμάνι

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Από το 2003 στα κατεχόμενα διατίθεται ο καφές του Λαϊκού λόγω της ζήτησης από πολλούς Τουρκοκύπριους για συναισθηματικούς κυρίως λόγους.

Στην Κύπρο, προ της διαίρεσης- πριν δηλαδή εμφανιστούν οι θύλακες, οι στρατοί, η κατοχή και τα οδοφράγματα- οι απλές καθημερινές συνήθειες, όπως ο καφές, ήταν εν πολλοίς κοινές για Ε/Κ και Τ/Κ. Ο βίαιος όμως διαχωρισμός έφερε μαζί του διαφοροποιήσεις στις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι οι δεινές πραγματικότητες που βιώνει το νησί δεν είναι ικανές από μόνες τους να ξεγράψουν τις μνήμες της κοινής ζωής, αφού ακόμα και τα πιο μικρά ερεθίσματα, όπως η γεύση ή η μυρωδιά ενός φλιτζιανού καφέ, μπορούν να ξεκλειδώσουν θύμησες και να δημιουργήσουν ένα «παράλληλο παρόν» που δεν μοιάζει με το παρόν των οδοφραγμάτων. Σε αυτό το παράλληλο παρόν «στέκουν» ακόμα τα φτωχικά καφενεία έξω από τα μεταλλεία του Μιτσερού και της Φουκάσας, αλλά και τα πρώτα εργοστάσια του Βαρωσιού και της Μιας Μηλιάς. Εκεί όπου ο κυπριακός καφές ήταν η ευκαιρία για να βρεθούν μαζί άνθρωποι του μόχθου.


Τα πιο πάνω γράφονται με αφορμή την πρόσφατη διαπίστωσή μας ότι στην κατεχόμενη Κύπρο διατίθεται ίσως ο πιο γνωστός καφές του τόπου. Αυτός του Λαϊκού Καφεκοπτείου. Πέραν από το χρυσό σακουλάκι συσκευασίας του συγκεκριμένου καφέ, στην «άλλη» Λευκωσία συναντήσαμε σε ένα καφενείο, λίγο έξω από τις Χαμίτ Μάντρες, και τα γνώριμα φλιτζανάκια του Λαϊκού με το μελαμψό ανθρωπάκι που προσφέρει καφέδες. Μάλιστα το λογότυπο ήταν εκτυπωμένο και… στην τουρκική: «HALK KAHVESI». Αυτή ήταν και η αφορμή για το συγκεκριμένο ρεπορτάζ.

Άρωμα συνύπαρξης

Εκεί συναντήσαμε πρώτο τον κ. Ονούρ, με καταγωγή από την Πάφο. Ένα 65άρη Τ/Κ, ο οποίος έπινε καφέ του Λαϊκού και μιλούσε καλά ελληνικά. Όταν τον ρωτήσαμε γιατί επιλέγει τον συγκεκριμένο καφέ, μας εξήγησε ότι αυτός ήταν ο καφές που έπιναν τότε στο χωριό. Όταν ο καφές του Λαϊκού, μας εξήγησε, εμφανίστηκε στα κατεχόμενα, δεν μπορούσε παρά να τον επιλέγει. Στη συζήτηση μπήκε και ο συνομήλικός του Αρίφ από τη Λεμεσό. Μίλησε για τον καφενέ που σύχναζε πριν «τες φασαρίες» όπου «έπιναν τον ίδιο καφέ τζιαι Τούρτζιοι και Γριστιανοί...». Μια άλλη διάσταση του θέματος της επιλογής καφέ στα κατεχόμενα ανέδειξε ένας νεότερος Τ/Κ. Ο Οκάν μας εξήγησε ότι η επιλογή τού εν λόγω καφέ έχει και μια πολιτική προέκταση. Είναι η επιλογή, μας είπε, μιας κυπριακής μάρκας αντί των πολλών τουρκικών που διατίθενται στο παζάρι.

Ο «Π» αναζήτησε να μάθει πώς «πηγαίνει» στην κατεχόμενη Κύπρο ο καφές του Λαϊκού. Στέλεχος του Λαϊκού, μας εξήγησε ότι αμέσως μετά τη μερική άρση στον περιορισμό της διακίνησης, δηλαδή μέσα του 2003, κάποιοι Τ/Κ ζήτησαν να προμηθεύονται καφέ του Λαϊκού. Αυτό κατέστη εφικτό, μας είπε, αφού δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τον κανονισμό της Πράσινης Γραμμής. Μας εξήγησε επίσης ότι αν και οι ποσότητες που στέλνονται δεν είναι μεγάλες, το Λαϊκό συνεχίζει να ανταποκρίνεται από τη στιγμή που υπάρχει ζήτηση. Είναι για αυτό, συνέχισε, που εκτυπώσαμε το λογότυπό μας στα τούρκικα, τόσο στη συσκευασία όσο και στα φλιτζανάκια.


Επιστροφή
στην αρχή