Μ. Ζεμπύλας στον «Π»: Δουλειά όλης της κοινωνίας η παιδεία

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Έχει γίνει πολύς δρόμος για παιδεία που να πολεμά τον ρατσισμό, όμως όλη η κοινωνία πρέπει να συνεισφέρει, λέει ο επικεφαλής της τ.ε. για την παιδεία

*Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε την Δευτέρα 3 Απριλίου 2017 στην έντυπη έκδοση σε συντομευμένη μορφή. Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης.

 

Έχει γίνει πολύς δρόμος προς μια παιδεία που να πολεμά ρατσιστικές αντιλήψεις, όμως ολόκληρη η κοινωνία, από τους πολιτικούς μέχρι τα ΜΜΕ και τους πολίτες πρέπει να συνεισφέρουν ενεργά, αναφέρει στον «Π» ο Μιχαλίνος Ζεμπύλας, καθηγητής Επιστημών της Αγωγής στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο και Ε/Κ επικεφαλής της δικοινοτικής επιτροπής για την Παιδεία. Δυστυχώς όμως, όπως επισημαίνει, πολλές φορές τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί ή άλλοι κοινωνικοί φορείς αποδομούν τη δουλειά που γίνεται από το σχολείο και γι’ αυτό δεν μπορεί το σχολείο να στοχοποιείται από μόνο του ότι φέρει αποκλειστική ευθύνη που δεν επέρχεται η κοινωνική αλλαγή.

Όσον αφορά στην ανάγνωση των διαφορετικών αφηγήσεων της ιστορίας και την αλλαγή των εγχειριδίων της ιστορίας , αναφέρει, ότι υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις σε κοινωνίες που βίωσαν τη σύγκρουση. Οι δύο κοινότητες της Κύπρου θα πρέπει να βρουν με νηφαλιότητα και τόλμη την προσέγγιση εκείνη που θεωρούν ότι θα προωθήσει πιο αποτελεσματικά και στρατηγικά το στόχο της αλληλοκατανόησης και της συμφιλίωσης, χωρίς αυτό να υπονοεί σε καμιά περίπτωση ότι θα πρέπει να υποβαθμιστούν ή να ξεχαστούν τα εγκλήματα και τα τραύματα του παρελθόντος.

 

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή οι δύο κοινότητες στην Κύπρο είναι το πώς μιλάμε για την ιστορία μας. Από τις πρακτικές που υπάρχουν και εφαρμόζονται σε άλλες χώρες ποια θεωρείται πως ταιριάζει περισσότερο στην περίπτωσή μας;

Η διδασκαλία αντικειμένων όπως η ιστορία δεν είναι σε καμία κοινωνία ουδέτερο θέμα, είναι βαθύτατα πολιτικό. Υπάρχει σαφώς η επιστημονική αντίληψη, αλλά καμιά αντίληψη δεν είναι απόλυτα αντικειμενική ή ουδέτερη. Για αυτό υπάρχουν και διαφορετικές αντιλήψεις και προσεγγίσεις σε διάφορες κοινωνίες, ιδιαίτερα αυτές που έχουν βιώσει σύγκρουση. Υπάρχουν για παράδειγμα κοινωνίες οι οποίες θεωρούν ότι είναι καλύτερα να δοθεί έμφαση στις «αλήθειες» στις οποίες πιστεύει η κάθε πλευρά, ανεξάρτητα από το εάν αυτές συγκρούονται. Συνεπώς μια τέτοια προσέγγιση είναι πολύ πιθανόν να διαιωνίσει τη σύγκρουση γιατί η κάθε πλευρά περιχαρακώνεται σ’ αυτό που πιστεύει και το οποίο συνήθως εξιδανικεύει τον εαυτό της και δαιμονοποιεί όλους τους άλλους. Αυτή ήταν η προσέγγιση, για παράδειγμα, που ακολουθήθηκε στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Υπάρχει και η προσέγγιση που θεωρεί ότι στόχος της διδασκαλίας της ιστορίας είναι να διευκολύνει την πολυπρισματικότητα και τον κριτικό διάλογο μεταξύ ανταγωνιστικών αντιλήψεων και προοπτικών, ώστε να οικοδομηθεί ένα μέλλον που να στηρίζεται στην αλληλοκατατανόηση, τη συμφιλίωση και στην επένδυση σε κάποιες κοινές αξίες. Αυτή ήταν η προσέγγιση, για παράδειγμα, που ακολουθήθηκε στη Ν. Αφρική.

 

Υπάρχει στην πολιτική μας κουλτούρα το έδαφος για να αρχίσουμε να μιλούμε με όρους πολυπρισματικότητας ή είναι προς το παρόν ξένες ιδέες;

Δεν θα έλεγα πως είναι κάτι ξένο. Ίσως η κοινωνία μας να μην είναι αρκετά ώριμη για να καλλιεργήσει και αναπτύξει ακόμη την πολυπρισματικότητα και τον κριτικό διάλογο με τον τρόπο που έχει αναπτυχθεί σε άλλες κοινωνίες. Δυστυχώς πολλές φορές, μεγαλώνουμε τα παιδιά μας θεωρώντας ότι τα πράγματα είναι μονοδιάστατα ή πως η αντίληψη η δικιά μας είναι η μόνη σωστή και έγκυρη ή ότι μας δίνει ευθύς εξ αρχής ηθικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων. Αυτό το βλέπουμε και στην πολιτική. Η επιχειρηματολογία αναπτύσσεται συχνά με συναισθηματικούς και ηθικιστικούς όρους παρά με καθαρά «πολιτικούς»,  δηλαδή μιας αγωνιστικής πάλης επιχειρημάτων, για να χρησιμοποιήσω τον όρο της Σαντάλ Μουφ. Δεν θεωρώ δίκαιο όμως να κατηγορούνται πάντοτε οι εκπαιδευτικοί και το εκπαιδευτικό σύστημα πως είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για το ότι δεν καλλιεργείται η κριτική σκέψη.

Συνεργάζομαι με αρκετά σχολεία και εκπαιδευτικούς και γνωρίζω από πρώτο χέρι, ότι κάτω από τις περιστάσεις, υπάρχουν σχολεία στα οποία γίνεται εξαιρετικό έργο. Καλλιεργούνται ο κριτικός διάλογος, η πολυπρισματικότητα, η ενσυναίσθηση, η αλληλεγγύη,  αλλά η υπόλοιπη κοινωνία, πολιτικοί, ΜΜΕ, οικογένεια, πολλές φορές αποδομούν τις προσπάθειες και τις αξίες αυτές. Χρειάζεται μεν να γίνει περισσότερη δουλειά στα σχολεία μας, και τα τελευταία 10 με 15 χρόνια κάναμε σημαντικά βήματα σε ζητήματα διαπολιτισμικής και αντιρατσιστικής εκπαίδευσης, αλλά δεν μπορείς να χτίζεις εσύ το πρωί και το απόγευμα κάποιοι άλλοι να χαλούν συστηματικά και μετά να κατηγορείς και την παιδεία ότι δεν επιτελεί το έργο της. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σχολεία και εκπαιδευτικοί που δυστυχώς αποτυγχάνουν γι’ αυτά για τα οποία μιλάμε.

 

 

Γιατί αδιαφορούν;

 

Παρατηρείται όμως μεταξύ των μαθητών μια αδιαφορία για τα κοινά και μια έλλειψη πολιτικής παιδείας, παιδείας πολιτικής συμπεριφοράς, που συνεχίζεται και με την ενηλικίωση.

Γι’ αυτό υπάρχουν πολλοί παράγοντες. Πολλά πράγματα ξεκινούν από την όλη τη δομή της κουλτούρας λειτουργίας των σχολείων. Πόση φωνή πραγματικά έχουν μαθητές και εκπαιδευτικοί να εκφράσουν τις ανησυχίες τους, τις διαφορετικές αντιλήψεις τους μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο που να σέβεται τη διαφορετικότητα του καθενός και τη λαμβάνει υπόψη, όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου;

Για παράδειγμα, θεωρώ πολύ σημαντικό το σχολείο να δίνει ευκαιρίες να αναγνωρίζεται έμπρακτα  ο πόνος του Άλλου και να αναλαμβάνονται δράσεις αλλαγής, όχι να μένουμε μόνο σε ένα πλαίσιο που αφορά τις δικές μας ανάγκες, καθορισμένες σε αυστηρά πλαίσια εθνικής καταγωγής. Έτσι καλλιεργείται η ενσυναίσθηση στις ευάλωτες ομάδες, στους πρόσφυγες, στους μετανάστες, στους ανθρώπους που υποφέρουν για οποιοδήποτε λόγο. Έτσι χτίζεται μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα που ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες οι μαθητές να γίνουν έρμαιο ακραίων ρατσιστικών, εθνικιστικών και άκριτων αντιλήψεων.

 

Το σωστότερο όμως είναι να υπάρχει πολιτική κατεύθυνση στην παιδεία που περιορίζει τους εκπαιδευτικούς που διαφωνούν ή μια πιο ανοιχτή προσέγγιση;

Δεν μπορεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα να μην δώσει κάποιες καθοδηγητικές πολιτικές γραμμές. Ένα από τα πρώτα πράγματα που διδάσκεται κάθε φοιτητής σε προγράμματα επιστημών της αγωγής είναι πως η εκπαίδευση είναι ο κατεξοχήν ιδεολογικός μηχανισμός του έθνους-κράτους τα τελευταία 200 χρόνια, είτε αυτό το αναγνωρίζουμε, είτε όχι. Αυτό δεν σημαίνει απόλυτη διαιώνιση το στάτους κβο βέβαια, αλλά πάντα υπάρχουν πιθανότητες κοινωνικής αλλαγής, αν μια κοινωνία το θελήσει και το απαιτήσει. Για παράδειγμα, αν υπάρχει όραμα για οικοδόμηση μιας ελεύθερης και κριτικής κοινωνίας, κάτι που δεν συμβαίνει από τη μια μέρα στην άλλη, είναι σημαντικό να καλλιεργείται η ελευθερία άποψης μέσα στο σχολείο, όχι αόριστα μέσα από λογοτεχνικά κείμενα, αλλά έμπρακτα και συστηματικά μέσα από καθημερινά βιώματα. Είναι πολύ σημαντικό το σχολείο να τολμά να δημιουργεί χώρους κριτικής για τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς, ώστε να αγγίζουν ευαίσθητα ζητήματα μέσα από μια πολυπρισματική και κριτική προσέγγιση που να κατανοεί, χωρίς να σημαίνει ότι αποδέχεται πάντοτε, τις αντιλήψεις ή τις αξίες του άλλου.

 

Τι γίνεται με εκπαιδευτικούς που αντιδρούν στην πολυπρισματική προσέγγιση θεωρώντας πως συνεισφέρουν στην εξάλειψη της εθνικής ταυτότητας; Πώς απαντούμε σε αυτή την ανησυχία;

Θεωρώ πώς δεν είναι ασύμβατα αυτά, αν και κατανοώ κάποιους που ανησυχούν, για άλλους λόγους, ότι μπορεί να κινδυνεύει η εθνική ταυτότητα. Το πρόβλημα που έχουμε είναι ότι πολλές φορές περιχαρακωνόμαστε μόνο στην έκφανση μια ταυτότητας, συνήθως της εθνικής. Υπάρχουν όμως πολλές ταυτότητες και άλλες μπορεί να είναι πιο σημαντικές και να μας ενώνουν, όπως το να είσαι γονιός και να θέλεις το καλό των παιδιών σου ή να είσαι ευάλωτος κοινωνικά και να θέλεις την υποστήριξη των συνανθρώπων σου για να επιβιώσεις. Οι ταυτότητες, άλλωστε, είναι κατασκευάσιμες, δεν είναι κάτι που βρίσκεται στο DNA ή κληρονομείται. Το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσουμε να αναγνωρίζουμε μια σημαντική έκφανση της ταυτότητας όπως η εθνική, αλλά να έχουμε κριτική στάση. Να διερωτόμαστε για παράδειγμα: Γιατί σε ορισμένες κοινωνίες,  η εθνική ή η θρησκευτική ταυτότητα αναδεικνύονται ως οι κατ' εξοχήν ταυτότητες και παραμερίζονται άλλες που θα μπορούσαν να ενώσουν τους ανθρώπους κι ενδεχομένως να οδηγούσαν σε μια πιο δίκαιη κοινωνία;

 

Συνεργασία με τους Τ/Κ

 

Η κατεύθυνση που έχει δοθεί από τις πολιτικές ηγεσίες είναι η κάθε κοινότητα να ρυθμίζει την παιδεία της και να γίνεται ένας συντονισμός. Υπάρχουν προοπτικές συνεργασίας με την τ/κ κοινότητα; 

Σαφώς και υπάρχουν πολλές προοπτικές και ανεξαρτήτως λύσης θεωρώ ότι έχουμε υποχρέωση να τις διερευνήσουμε και να μάθουμε πολλά ο ένας από τον άλλο. Από όσα γνωρίζω από το τ/κ εκπαιδευτικό σύστημα οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν είναι παρόμοιες με τις δικές μας, όπως για παράδειγμα ο ρατσισμός ή οι ακραίες και μονοδιάστατες αντιλήψεις. Επομένως υπάρχει πολύ κοινό έδαφος για να κάνουμε μαζί συντονιστικά βήματα ώστε να καλλιεργήσουμε τις δεξιότητες στις οποίες αναφερθήκαμε και για τις οποίες μιλούν πολλές μελέτες της UNESCO, του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων διεθνών οργανισμών τις συμβάσεις των οποίων συχνά υπογράφουμε αλλά δεν εφαρμόζουμε.

Πρέπει να αποδεχθούμε, για παράδειγμα, πως δεν μπορούν τα δύο εκπαιδευτικά  συστήματα να διδάσκουν ανταγωνιστικές και συγκρουσιακές «αλήθειες» για το παρελθόν και μετά να αναμένουμε ότι  θα οικοδομήσουμε ένα μέλλον ειρήνης και συμφιλίωσης. Αυτά τα πράγματα είναι αντιφατικά και το συντομότερο που το αντιληφθούμε, το συντομότερο θα λάβουμε εκείνα τα τολμηρά, αποφασιστικά αλλά και στρατηγικά μέτρα για να το πετύχουμε.

 

Eφικτά τα μικτά σχολεία

 

Τι γίνεται σε σχέση με τη θέση παιδιών από άλλες κυπριακές κοινότητες ή μεταναστών; Υπάρχει η διάθεση να δούμε πέρα από τις ανάγκες των δύο μεγάλων κοινοτήτων; 

Υπάρχουν ήδη αρκετά πολυπολιτισμικά σχολεία. Κυριάρχησε βέβαια στη δημόσια συζήτηση η έννοια του δικοινοτισμού, ενώ στην πραγματικότητα οι κοινότητες και οι πολιτισμοί στην Κύπρο είναι πολύ περισσότεροι και κάποτε χάνεται ο πλουραλισμός αυτός στο πλαίσιο των πολιτικών συζητήσεων που επικεντρώνονται στις δύο κοινότητες μόνο. Γενικά θεωρώ σημαντικό να υπάρχει και να διατηρηθεί η επιλογή των οικογενειών να επιλέγουν σε ποια σχολεία θέλουν να φοιτήσουν τα παιδιά τους, νοουμένου ότι τα σχολεία αυτά προωθούν κάποιες αποδεκτές αξίες μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο.

 

Είναι έτοιμες οι πολιτικές ηγεσίες, ο κόσμος και οι εκπαιδευτικοί να εφαρμόσουν σήμερα στην Κύπρο μικτά σχολεία Ε/Κ και Τ/Κ;

Θεωρώ πως έχει ωριμάσει το έδαφος. Άλλωστε να μην ξεχνάμε ότι έχουμε ήδη στον ιδιωτικό τομέα κάποια τέτοια σχολεία όπως την Αγγλική Σχολή, και δημόσια σχολεία στην ε/κ κοινότητα τα οποία στην πράξη είναι «μικτά», όχι όμως με την αυστηρή έννοια άλλων χωρών όπως το Ισραήλ και η Β. Ιρλανδία (που έχουν π.χ. ίσο αριθμό μαθητών και εκπαιδευτικών από κάθε κοινότητα). Συνεπώς θεωρώ ότι θα πρέπει να υπάρχει η επιλογή, σε όσους γονείς επιθυμούν, να στέλνουν τα παιδιά τους σε μικτά σχολεία Ε/Κ και Τ/Κ.

 

Η τεχνική επιτροπή για την παιδεία έχει κάποιες προτάσεις που μπορούν να συζητηθούν από τους ηγέτες;

Αυτό ήδη γίνεται στον ένα χρόνο από τη σύσταση της επιτροπής μας και θα συνεχίσει να γίνεται στο πλαίσιο της λειτουργίας όλων των τεχνικών επιτροπών. Έχουμε ήδη πετύχει κάποια σημαντικά βήματα μακριά από τυμπανοκρουσίες. Άλλωστε οι αλλαγές δεν γίνονται από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά χρειάζεται στρατηγική και βήμα προς βήμα προσέγγιση που να σέβεται τις διάφορες ευαισθησίες που υπάρχουν εκατέρωθεν. Οι τεχνικές επιτροπές δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις διαπραγματεύσεις ή την εξεύρεση πολιτικής λύσης. Υποβοηθούν τη διαδικασία με όποιο τρόπο θεωρούν οι ηγέτες ότι μπορεί να την υποβοηθήσουν κι εμείς που συμμετέχουμε είμαστε στη διάθεση τους γι’ αυτό το σκοπό.


Επιστροφή
στην αρχή