Κώστας Βιολάρης: Ο άνθρωπος που έδωσε ζωή στη Λόφου

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

'Ανοιξε το 1992 στο εγκαταλελειμμένο τότε χωριό την πρώτη ταβέρνα και έκανε την ανατροπή. Σήμερα η Λόφου είναι ένα χωριό στον αγροτουριστικό χάρτη.

 

Μόνο ένας τολμηρός και καινοτόμος άνθρωπος με ρηξικέλευθες ιδέες θα μπορούσε το 1992, όταν ακόμα η λέξη αγροτουρισμός ήταν άγνωστη για τους περισσότερους, να λάβει την απόφαση να ανοίξει μία ταβέρνα σε ένα παντελώς εγκαταλελειμμένο ορεινό χωριό στους πρόποδες του Τροόδους, πιστεύοντας ότι ήταν επιχειρηματική ευκαιρία.

Αυτός είναι ο Κώστας Βιολάρης, από το Πελένδρι, παντρεμένος με την Αντρούλα από τη Λόφου, γονείς τεσσάρων παιδιών. Το ορεινό χωριό είναι το πρώην αμπελοχώρι της ορεινής Λεμεσού, η πανέμορφη Λόφου.

Ο κ. Βιολάρης, όπως αποδεικνύει ο χρόνος, ήταν μπροστάρης στην αναβίωση της ορεινής κοινότητας, η οποία σήμερα χάρις στην αρχιτεκτονική της, που έμεινε ανέπαφη στο χρόνο, είναι ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Κύπρου. Μπορεί το χωριό να μην προσέλκυσε πολλούς μόνιμους κατοίκους, 50 είναι όλοι κι όλοι, αλλά η τουριστική ανάπτυξη που πήρε είναι μεγάλη και με προοπτικές.

Ύψωνας - Λόφου

'Ακρως ενδιαφέρουσα είναι ιστορία του πώς εγκαταλείφθηκε η Λόφου. Όπως μας αφηγείται ο γιος της οικογένειας, Δημήτρης Βιολάρης, οι Λοφίτες ήταν άνθρωποι πλούσιοι σε γη. Διατηρούσαν μεγάλες εκτάσεις χωραφιών σε μια γόνιμη γεωργική περιοχή 17 km από το χωριό τους, κοντά στη Λεμεσό, τον Ύψωνα, όπου κατέβαιναν για να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους. Προφανώς η αμπελοκαλλιέργεια στο ορεινά δεν απέδιδε, ενώ η έλλειψη νερού δεν βοηθούσε.

«Η παράδοση μάλιστα λέει ότι η εκκλησία του χωριού μας, αφιερωμένη στην Παναγία, κτίστηκε με κρασί αντί με νερό. Διότι υπήρχε τόση αφθονία σε κρασί, αλλά ταυτόχρονα και λειψυδρία», μας μεταφέρει ο Δημήτρης.

Αυτή η κατάσταση εξελίσσεται στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, όταν ακόμα δεν υπήρχαν μέσα διακίνησης και οι δρόμοι ήταν σε πρωτόγονη κατάσταση. Έτσι, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της Λόφου μετοίκησαν μέχρι το 1970 στον Ύψωνα δημιουργώντας μια νέα κοινότητα. Η Λόφου δέχτηκε το τελειωτικό κτύπημα τη δεκαετία του ΄80 όταν άρχισαν να πεθαίνουν σιγά - σιγά και οι λίγοι εναπομείναντες κάτοικοι.

'Αλλος αέρας

Πριν από 26 χρόνια, λοιπόν, όταν ο Κώστας Βιολάρης είχε αυτή τη φαεινή ιδέα να ανοίξει μια ταβέρνα στο χωριό, η εικόνα της εγκατάλειψης ήταν ακόμη χειρότερη, γιατί αποτυπωνόταν και μέσα στο χωριό. Τα σπίτια ήταν ετοιμόρροπα και παντού νέκρα. Ένα χωριό βγαλμένο από άλλο αιώνα. Τα παιδιά του κ. Βιολάρη τον αποκαλούν ήρωα. Γιατί ξεκίνησε απ΄ το μηδέν και μέσα από πολλές δυσκολίες κατάφερε κι έκτισε μια βιώσιμη επιχείρηση.

«Πήρε ένα μεγάλο ρίσκο. Ο κόσμος τον θεωρούσε τρελό που αποφάσισε να έρθει στη Λόφου, τότε. Αλλά δειλά - δειλά μετά τον πατέρα μου άρχισαν και άλλοι άνθρωποι να ασχολούνται για να γίνει η Λόφου αυτό που είναι».

Σήμερα τα περισσότερα σπίτια έχουν αποκατασταθεί. Προφανώς το μήνυμα του Κώστα Βιολάρη, ότι ο αγροτουρισμός έχει μέλλον, έχει περάσει και στους συντοπίτες του. Στο χωριό πλέον υπάρχει αριθμός αγροτουριστικών καταλυμάτων κι άλλες ταβέρνες. Βεβαίως υπάρχει μεγάλο περιθώριο ανάπτυξης.

Εκτός από την ταβέρνα, το Agrovino, όπως ονομάζεται η αγροτουριστική επιχείρηση Βιολάρη, έχει επεκταθεί. Υπάρχουν επτά ξενώνες φιλοξενίας και κάβα.

 

Η επέκταση

Εκτός από την ταβέρνα, το Agrovino Pharm, όπως ονομάζεται η αγροτουριστική επιχείρηση Βιολάρη, έχει επεκταθεί. Αγοράστηκαν δυο παλιά σπίτια, τα οποία έχουν τύχει ανακαίνισης και λειτουργούν ως ξενώνες φιλοξενίας, ενώ πριν από τρία περίπου χρόνια ο Δημήτρης, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, άνοιξε μία κάβα.

Η σύζυγός του, η κ. Αντρούλα, θυμάται τα πρώτα τους βήματα: «Έπαιρνα κάθε μεσημέρι τα παιδιά απ΄ το σχολείο τους στον Ύψωνα και ερχόμασταν Λόφου για να ανοίξουμε την ταβέρνα. Και κάθε βράδυ επιστρέφαμε στον Ύψωνα για να πάνε σχολείο την επομένη. Τα Σαββατοκύριακα μέναμε εδώ. Κι αφού στην αρχή το σπίτι το μετατρέψαμε σε ταβέρνα στρώναμε στο πάτωμα να κοιμηθούμε. Αυτή ήταν η ζωή μας μέχρι που τους μεγάλωσα». Η αρχή ήταν πολύ δύσκολη. Και η δουλειά πολύ σκληρή, αλλά δεν το μετάνιωσε ποτέ.

Όπως μας λέει ο Δημήτρης, εκτός από του ντόπιους επισκέπτες, την επιβίωση της επιχείρησης στα πρώτα της βήματα υποστήριξαν και οι ξένοι κάτοικοι της περιοχής, καθώς πολλά σπίτια στα γύρω χωριά, κυρίως στη Λάνια, είχαν πωληθεί σε 'Αγγλους τη δεκαετία του ΄90. Την περίοδο της κρίσης πολλοί είναι οι Βρετανοί που πώλησαν κι έφυγαν.

To μυστικό επιτυχίας μιας οικογενειακής επιχείρησης

Στην ταβέρνα μαγειρεύουν ο κ. Κώστας, η κα Αντρούλα και η Στέλλα.

«Είναι ταλέντο ο πατέρας. Ανήσυχο πνεύμα. Το 1992 δεν ήξερε ούτε μια πατάτα να τηγανίσει και στα 42 του πήγε σε νυχτερινή σχολή κι εκεί έμαθε να μαγειρεύει. Κι όταν τελειώσει το ψήσιμο παίρνει το μπουζούκι του και παίζει για τους πελάτες, γιατί είναι και μουσικός» μας λέει η Στέλλα, που και η ίδια έχει σπουδές στο αντικείμενο και φτιάχνει, παρά το νεαρό της ηλικίας της, από μουσακά μέχρι στιφάδο. Στην κουζίνα και στο σερβίρισμα ρόλο έχουν και οι αδελφές της, η Παναγιώτα και η Κλειώ, η κάθε μια στο δικό της πόστο κι όλα μοιάζουν να κυλάνε ρολόι.

Πάντως ενώ πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να περάσουν στην επόμενη γενιά, ο κ. Κώστας τα κατάφερε καλά, μεταλαμπαδεύοντας στα παιδιά του την αγάπη για τη δουλειά και την αγάπη για τον τόπο. Μάλλον αυτό είναι το μυστικό.

Εν τω μεταξύ ο ίδιος πριν από πέντε χρόνια αποφάσισε και πάλι να κάνει την έκπληξη. Να αφήσει την καθημερινή διαχείριση της αγροτουριστικής μονάδας στις κόρες και το γιο του και να αρχίσει απ΄ την αρχή φτιάχνοντας ένα μεγάλο κτήμα στον Ύψωνα. Είναι γι΄ αυτό που δεν τον βρήκαμε στη Λόφου.

«Το 2013 επειδή έπεσε ο τουρισμός λόγω της κρίσης και η δουλειά στο εστιατόριο μειώθηκε αρκετά, ο πατέρας μου θεώρησε ότι είχε έρθει η ώρα να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη γεωργία, αλλά και τη μεταποίηση. Έτσι ξεκίνησε ένα κτήμα με ροδιές», μας εξηγεί η Στέλλα, σερβίροντάς μας τον φρέσκο χυμό από ρόδι που εμφιαλώνει ο πατέρας της από τα φρούτα που παράγει. Αυτή τη στιγμή ο φρέσκος εμφιαλωμένος χυμός ροδιού του κ. Κώστα διατίθεται σε μεγάλα ξενοδοχεία, εστιατόρια και μπαρ της Λεμεσού. Παράγει επίσης μαρμελάδα από ρόδι και κρασί ροδιού, το οποίο σερβίρεται στην ταβέρνα, ενώ κάνει δοκιμές και με άλλα προϊόντα.

«Γιατί έκανα τη Λόφου μόνιμη κατοικία μου»

O Δημήτρης είναι ο μόνος από την οικογένεια που αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Λόφου.

«Έζησα πολλά χρόνια στο εξωτερικό κι απήυδησα από τις μεγαλουπόλεις. Κι επειδή στο Λονδίνο εργαζόμουν σε μια εταιρεία με αντικείμενο το κρασί κι έμαθα πολλά για την οινολογία, αποφάσισα να έρθω στο χωριό να ανοίξω μια κάβα. Μου αρέσει η ηρεμία του χωριού. Και μου αρέσει το αντικείμενο με το οποίο ασχολούμαι. Ίσως μελλοντικά ασχοληθώ και με την αμπελοκαλλιέργεια».

Στην κάβα του Δημήτρη μπορεί κανείς να πιει κρασί απ΄ όλη την Κύπρο. Μπορεί επίσης να «ξεναγηθεί» στους αμπελώνες ολόκληρης της Κύπρου. Η επιχείρησή του πάει καλύτερα απ΄ ό,τι οι αρχικές του προσδοκίες. «'Ανοιξα τον Νοέμβριο του 2015. Φέτος είναι τρίτη μου χρονιά. Όταν ξεκίνησα περίμενα πολύ λιγότερα. Οι Κύπριοι δεν είναι πολύ του κρασιού. Αλλά έπεσα έξω από την πρώτη κιόλας χρονιά. Η ιδέα μου άρεσε και πήρα θάρρος. Η δεύτερη χρονιά ήταν καλύτερη από την πρώτη, έλαβα αρκετά καλά σχόλια στο tripadvisor και σε άλλους ιστότοπους και καθημερινά φιλοξενώ ντόπιους και ξένους τουρίστες».

Η υπόλοιπη οικογένεια δεν διαμένει στο χωριό. Πάνε κι έρχονται καθημερινά στον Ύψωνα. Η απόσταση που χωρίζει τη Λόφου από τη Λεμεσό δεν είναι μεγάλη άλλωστε. Μόλις 26 χλμ. Όπως μας λένε και τα τρία κορίτσια, η Στέλλα, η Παναγιώτα και η Κλειώ, η πόλη τις βολεύει. Έχουν κάπου να πάνε να ξεσκάσουν όταν δεν εργάζονται στην ταβέρνα, αλλά κυρίως δίνουν επιλογές στα παιδιά τους: σχολεία, ιδιαίτερα, δραστηριότητες...

Όπως μας λένε, το πιο κοντινό δημοτικό σχολείο από τη Λόφου είναι στα 20 λεπτά, αν όχι περισσότερο. Αλλά μέσα σε 25 λεπτά μπορούν να μεταβούν από την εργασία τους στη Λεμεσό! Τα λόγια τους αναδεικνύουν την τεράστια έλλειψη βασικών υποδομών στα χωριά του Τροόδους και τους λόγους για τους οποίους το κράτος οφείλει να επενδύσει για να μπορέσει να επιστρέψει κόσμος, είτε είναι μόνιμοι κάτοικοι, είτε είναι επιχειρηματίες.

 

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή