Κοριτσόπουλο στην πόλη της...

ΑΠΟΨΗ /ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Την άκουγα κι ένιωθα την καρδιά της που κτυπούσε γρήγορα, τη φωνή της που σταδιακά εξασθενούσε από κείνο τον λυγμό που ανέβαινε στον λαιμό

Το ’χε παράπονο μεγάλο. Την πήρε πολύ προσωπικά αυτή την ύβρη που ακούστηκε από έναν επιπόλαιο παρουσιαστή. «Είναι δυνατό να με λέει εμένα αχρεία; Εμένα; Που ξυπνώ και κοιμάμαι με το όραμα της επιστροφής στην πόλη μου, στο σπίτι μου; Ποιος είναι αυτός ο κύριος που ισοπεδώνει τα πάντα, υποτιμά και βρίζει ανθρώπους που δεν ξέρει και βγάζει ανόητα και αφελή συμπεράσματα;» Εκείνη τη στιγμή τη γνώριζα. Στην άλλη άκρη μιας τηλεφωνικής γραμμής, ξεχείλιζε από την αγωνία, το πείσμα και το πάθος που εξέπεμπε η τρεμάμενη φωνή της. «Σε παρακαλώ, γράψτε κάτι για όλα αυτά. Πέστε σε αυτόν τον κύριο και σε όλους τους όμοιούς του πως εμείς πάμε στην πόλη μας για να κρατήσουμε ζωντανό τον πόθο της επιστροφής. Πως πάμε για να δείξουμε και στα νέα παιδιά πως αυτοί είναι οι τόποι τους. Πάμε για ν’ ανταμώσουμε με τους συμπατριώτες μας εκεί που θέλουν το ίδιο πράγμα. Να βρούμε επιτέλους την άκρη, να σπάσουμε τα αδιέξοδα της πολιτικής και να δημιουργήσουμε μια νέα ατμόσφαιρα. Μακριά από τις λογικές της αντιπαράθεσης, του μίσους, της εκδίκησης. Πόσα πρέπει να χάσουμε ακόμα για να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος να ακολουθήσουμε;»

Είχε ακούσει κάποιον τηλεοπτικό τύπο να χαρακτηρίζει «αχρείους» όσους πάνε στα κατεχόμενα... Αλήθεια, πόση αμάθεια σε αυτό τον τόπο; Πόση εμμονή στα εύκολα, στα ανέξοδα συνθήματα των κλιματιζόμενων στούντιο και των άνετων πολιτικών γραφείων; Τελικά, πιο απλό είναι για κάποιους να κατηγορήσουν τους «αντίπαλούς» τους, απ’ ό,τι να κάνουν κάτι συγκεκριμένο οι ίδιοι. Όχι με λόγια, με πράξεις.

Την άκουγα κι ένιωθα την καρδιά της που κτυπούσε γρήγορα, τη φωνή της που σταδιακά εξασθενούσε από κείνο τον λυγμό που ανέβαινε στον λαιμό. Προσπάθησα να την ηρεμήσω, να της δώσω να καταλάβει ότι δεν έχει καμία υποχρέωση να απαντά σε αυτόν τον τύπο που του ’δωσαν ένα μικρόφωνο για να βρίζει. Ο καθένας δίνει εξηγήσεις μόνο στη συνείδησή του. Κι ήμουν σίγουρος πως αυτή η γυναίκα δεν είχε κανένα πρόβλημα με τη δική της.

Κάπως έτσι κοιμήθηκε το τελευταίο βράδυ. Κι είμαι βέβαιος πως έβαλε τα καλά της, φόρεσε το πιο γλυκό της χαμόγελο κι έτρεξε σαν κοριτσόπουλο στους δρόμους και τα στενά της πόλης της. Χαιρέτησε τους γείτονες, έπιασε κουβέντα με κάθε ανθρωπάκο που περνούσε, ανεξαρτήτως ποια γλώσσα μιλούσε και ποιον θεό προσκυνούσε. Πήγε εκεί που όλοι οι «αχρείοι» αυτού του τόπου προσπάθησαν χρόνια να την κρατήσουν μακριά.

Καλά να περνάς στις δικές σου γειτονιές κυρία Πόλα μας...


Επιστροφή
στην αρχή