Κωνσταντίνος Χριστοφίδης: A man with a Plan

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Μια βόλτα στην πανέμορφη, λειτουργική και μοντέρνα πανεπιστημιούπολη σε κάνει αμέσως να πιστέψεις πως ο πρύτανης είναι ο άνθρωπος που θα τα καταφέρει

Συνέντευξη στον Στέφανο Gatley 

Ο Κωνσταντίνος Χριστοφίδης είναι τα τελευταία εφτά χρόνια ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Με λίγα λόγια, βρίσκεται στο τιμόνι του -κατά γενική ομολογία- κορυφαίου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας. Στα χρόνια αυτά, οι αλλαγές που έχει πραγματοποιήσει ο ίδιος είναι πολλές, ενώ πολλές ακόμα βρίσκονται σε διαδικασία πραγμάτωσης. Μιλώντας μαζί του για το Πανεπιστήμιο Κύπρου, για την ανώτατη εκπαίδευση στην Κύπρο και για τον τόπο γενικότερα, ένα πράγμα γίνεται αμέσως ξεκάθαρο: o πρύτανης έχει σχέδιο, έχει όραμα, θέλει να αλλάξει πράγματα προς το καλύτερο. Μια βόλτα στην πανέμορφη, λειτουργική, και σε λίγο ενεργειακά αυτόνομη και άκρως μοντέρνα πανεπιστημιούπολη σε κάνει αμέσως να πιστέψεις πως ναι, ο πρύτανης είναι ο άνθρωπος που θα τα καταφέρει.

Ποιοι είναι οι βασικοί πυλώνες πάνω στους οποίους βασίζεται συγκεκριμένα το Πανεπιστήμιο Κύπρου και γενικότερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας; Με άλλα λόγια ποιες είναι οι βασικές τους αρχές;

Οι βασικοί πυλώνες είναι τρεις. Πρώτα είναι η διδασκαλία, να υπάρχει δηλαδή ένα σύστημα που να προσφέρει διδασκαλία υψηλού επιπέδου. Δεύτερος πυλώνας, είναι η έρευνα. Δεν μπορεί να υπάρξει αξιόλογη διεθνούς επιπέδου τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς έρευνα. Ακόμα και η διδασκαλία, όσο καλή κι αν είναι, θα υποχωρεί και θα υποβαθμίζεται εάν δεν συμπληρώνεται από μια σοβαρή ερευνητική δραστηριότητα. Πρέπει να μπορείς να παράγεις σήμερα αυτά που θα διδάξεις αύριο - η παραγωγή και η μετάδοση της γνώσης συνδέονται βαθιά σε υψηλών προδιαγραφών πανεπιστήμια διεθνώς. Και τρίτος, είναι η προσφορά του πανεπιστημίου στην κοινωνία. Ένα στοιχείο είναι τα πολιτιστικά δρώμενα, παρουσιάσεις σε μέσα ενημέρωσης, διαλέξεις, εφαρμοσμένες έρευνες, πνευματική καλλιέργεια γενικότερα. Επίσης, εξόχως σημαντικό για μας είναι η ενεργή διασύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, με τις επιχειρήσεις, την καινοτομία, την ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων από τους ίδιους τους φοιτητές ή τους απόφοιτούς μας. Αυτοί είναι οι τρεις πυλώνες που λειτουργούν, βέβαια, συμπληρωματικά και ο ένας ενισχύει τον άλλον. Δεν μπορεί να υπάρξει ανώτατη εκπαίδευση μόνο με τους δυο από τους τρεις πυλώνες.

 

Εσείς ο ίδιος έχετε συμβάλει στη δημιουργία του γραφείου διασύνδεσης του πανεπιστημίου με τον τομέα της βιομηχανίας και της επιχείρησης, κάτι που πλησιάζει πολύ στον τρίτο πυλώνα που μόλις περιγράψατε. Κατά πόσο βλέπετε να έχει πρακτική εφαρμογή αυτή η προσπάθεια με τους απόφοιτους του πανεπιστημίου;

Αυτή η πρωτοβουλία δεν αφορά μόνο την αγορά εργασίας. Περισσότερο έχει να κάνει με την ανάπτυξη του βιομηχανικού κλάδου τόσο του σύγχρονου όσο και του παραδοσιακού. Είναι μια προσπάθεια που ξεκίνησε πριν αρκετά χρόνια. Έγιναν κάποια βήματα, ωστόσο το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Αυτήν τη στιγμή χρειαζόμαστε μια νομοθεσία που να δίνει το δικαίωμα στα πανεπιστήμια να δημιουργούν τις δικές τους εταιρίες υψηλής τεχνολογίας, να μπορούν οι καθηγητές να συμμετέχουν σε αυτήν τη διαδικασία καθώς, όπως αντιλαμβάνεστε, ένας εν δυνάμει επενδυτής, δεν θα επενδύσει ούτε ένα ευρώ στην πραγμάτωση μιας ιδέας χωρίς τη συμμετοχή του ίδιου του δημιουργού της. Αυτό είναι κανόνας, σε ιδιαίτερα καινοτόμες περιοχές, όπως η Σίλικον Βάλεϊ. Με λίγα λόγια, αυτό που προτείνουμε είναι ένα σύστημα που θα επιτρέπει στους αυριανούς μας απόφοιτους να δημιουργούν τις δικές τους εταιρείες και ακολούθως, να εργοδοτούν άλλους απόφοιτους. Προτείνουμε, δηλαδή, στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στην κοινωνία, έναν καινούργιο, ενάρετο κύκλο ανάπτυξης. Το έχουν κάνει άλλοι πριν από μας. Μπορούμε να μάθουμε από αντίστοιχες εμπειρίες στις ΗΠΑ και τις Σκανδιναβικές χώρες -χώρες που διακρίνονται για τις επιδόσεις τους στην καινοτομία- και να τις εφαρμόσουμε κι εμείς. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αναζήτηση της γνώσης, εδώ και μερικούς αιώνες στον δυτικό κόσμο, διαθέτει μια σχετική αυτοτέλεια, δεν παράγεται με μόνο κριτήριο «τι θέλει η αγορά». Τα πανεπιστήμια δεν είναι ούτε πρέπει να γίνουν, επαγγελματικές σχολές. Έχουν μια πιο ολοκληρωμένη πνευματική αποστολή.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο πυλώνα που υποδείξατε: ποιο είναι το στίγμα της έρευνας στην Κύπρο, σε παγκόσμια κλίμακα;

Δεν έχει σημασία το πώς το κατατάσσω εγώ ή κάποιος γραφειοκράτης. Αυτά είναι όλα μετρήσιμα. Μπαίνοντας στον αντίστοιχο ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλαβαίνει κανείς πού ακριβώς κατατάσσεται η κάθε χώρα. Θα δείτε σε μια δημοσίευση σύντομα, πως τη χρονιά 2016-17 το Πανεπιστήμιο Κύπρου προσέλκυσε περίπου 52 εκατομμύρια ευρώ για ερευνητικά προγράμματα. Αυτό σημαίνει πως ο κάθε καθηγητής φέρνει σε προγράμματα στην Κύπρο (κάθε χρόνο) περίπου 2 φορές τον μισθό του! Ένα γεγονός το οποίο αυτόματα απαντά σε πολλούς, εάν για παράδειγμα χρειάζεται ή όχι η αύξηση των ακαδημαϊκών θέσεων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Είμαστε μια χώρα με πολλές επιτυχίες σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα, τη στιγμή που οι δαπάνες του εθνικού εισοδήματος για τον τομέα της έρευνας είναι εξαιρετικά χαμηλές. Αυτό δείχνει ποιες είναι οι δυνατότητές μας. Μας δείχνει ποιον δρόμο πρέπει να περπατήσουμε. Η Κύπρος είναι τελευταία στην Ευρώπη μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία όσον αφορά τις επενδύσεις στην έρευνα, με ποσοστό 0,42%. Ακόμα και η Ελλάδα, με τα τόσα οικονομικά προβλήματα που την ταλανίζουν, βρίσκεται στο 0,9%. Όμως, κάθε ευρώ που έρχεται στο πανεπιστήμιο από το κράτος, πολλαπλασιάζεται επί πέντε ή έξι. Πρόκειται για τεράστιο επίτευγμα.

 

Ο αριθμός των ξένων φοιτητών στα κυπριακά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης αυξάνεται ραγδαία. Ποια, κατά την άποψή σας, είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων ξένοι φοιτητές αποφασίζουν να φοιτήσουν σε κάποιο από τα πανεπιστήμια της Κύπρου;

Πρέπει να τονίσουμε πως ακόμα περισσότεροι ξένοι φοιτητές επιλέγουν να φοιτήσουν στα κατεχόμενα και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει. Θα πρέπει να λογοδοτήσουν γι’ αυτό όλοι όσοι, για πολλά χρόνια και μέσω μιας πεπερασμένης «εθνικιστικής» αντιμετώπισης της παιδείας, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποτρέψουν την εισαγωγή ξενόγλωσσων προγραμμάτων στα κυπριακά δημόσια πανεπιστήμια, και ειδικότερα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, γεγονός το οποίο εμπόδισε την προσέλκυση ξένων φοιτητών. Κάποιοι επί χρόνια και εξ επαγγέλματος θορυβοποιοί βουλευτές πρέπει να λογοδοτήσουν. Σας καλώ να τους το ζητήσετε.

Και κάτι ακόμα. Όποιος έχει σπουδάσει, ξέρει ότι η δεύτερη πατρίδα κάθε ανθρώπου είναι η χώρα όπου σπούδασε, η λεγόμενη πνευματική του μητέρα. Ένας σημαντικός ανθρώπινος δεσμός δημιουργείται κατά τη διάρκεια των σπουδών. Η Κύπρος, μπορεί μέσα από την ανώτατη εκπαίδευση, να αποκτήσει χιλιάδες ξένους «πρεσβευτές» σε όλο τον κόσμο. Το έχουμε ανάγκη για χίλιους λόγους.

 

Η διδασκαλία των μαθημάτων γινόταν δηλαδή, αποκλειστικά στην ελληνική γλώσσα.

Ακριβώς. Να μην παρεξηγηθώ: ορθά το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της χώρας έχει ως γλώσσα διδασκαλίας και επικοινωνίας την εθνική μας γλώσσα. Αυτό όμως δεν αποτρέπει την εισαγωγή και ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών. Δείτε τι γίνεται στα πανεπιστήμια της Ολλανδίας, της Σουηδίας, της Δανίας, ακόμα και της Γερμανίας και της Γαλλία -χωρών με παράδοση εθνικής υπερηφάνειας και προστασίας των γλωσσών τους- και θα καταλάβετε. Η εθνική γλώσσα δεν αποκλείει αλλόγλωσσα προγράμματα. Στο μέτρο που η επιστήμη είναι οικουμενική, η εθνική γλώσσα συνυπάρχει, σε επιμέρους λειτουργίες, με διεθνείς γλώσσες, οι οποίες επιτρέπουν την εξωστρεφή επικοινωνία και το άνοιγμα στη διεθνή κοινότητα. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να θέσουμε ως εφικτό στόχο την προσέλκυση 30.000 ξένων φοιτητών στα δημόσια πανεπιστήμια της Κύπρου στα επόμενα χρόνια. Σημειώστε, όμως, πως θα πρέπει να στοχεύουμε σε φοιτητές υψηλού επιπέδου, αυτός είναι ένας παράγοντας που πιστεύω πως είναι σημαντικότερος από το πλήθος των φοιτητών σε αριθμούς. Δεν είναι οι απόλυτοι αριθμοί το παν, αλλά η ποιότητα. Το ΜΙΤ είναι ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο με μόλις 10.000 φοιτητές. Το ίδιο ισχύει και με το Στάνφορντ. Αντιθέτως, αυτό που γίνεται στα κατεχόμενα είναι κάτι σαν «fast food» εκπαίδευση. Δεν θέλουμε να υιοθετήσουμε αυτό το μοντέλο. Θέλουμε -και πρέπει- να προσελκύσουμε καλούς ξένους φοιτητές. Αντίστοιχη αυτού του στόχου πρέπει να είναι και η στρατηγική μας.

 

Μου ακούγεστε ως ένας «man with a plan». Φαίνεται πως έχετε κάποιο σχέδιο κατά νου. Ωστόσο, ποιες αλλαγές έχετε επιτύχει ως πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου τόσο στο ίδιο το πανεπιστήμιο όσο και στην ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα;

Πράγματι, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου έχουμε σχέδιο! Με τη συνδρομή των ευεργετών μας, αλλά και της πολιτείας, τους οποίους ευχαριστούμε για την υποστήριξη, θα ολοκληρώσουμε την πανεπιστημιούπολη, την «πόλη της γνώσης» στα επόμενα λίγα χρόνια. Αυτό είναι το κληροδότημά μας για τις επόμενες γενεές. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι πραγματικά ευλογημένο που συγκαταλέγει ανάμεσα στους πιστούς του φίλους και συμμάχους ανθρώπους όπως τον Δάκη και τη Σύλβια Ιωάννου, την οικογένεια Λεβέντη, τον Νίκο και την Ελπίδα Σιακόλα, τον γιατρό Αρτέμη Χατζηπαναγή και άλλους ευεργέτες, οι οποίοι όλο και περισσότερο εκφράζουν έμπρακτα τη συμπαράστασή τους στο πρώτο ανώτατο ακαδημαϊκό και ερευνητικό ίδρυμα της χώρας. Πήραμε ένα τεράστιο χωράφι και το μετατρέπουμε σε μια πανέμορφη πανεπιστημιούπολη, μια από τις καλύτερες στην Ευρώπη, για την οποία οι επόμενες γενιές θα μας θυμούνται. Και μάλιστα, αυτό το καταφέραμε κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης που αντιμετώπισε ποτέ ο τόπος μας. Αν διακρίνετε κάποια περηφάνια σε αυτά που λέω είναι γιατί νιώθω περήφανος και προνομιούχος να ηγούμαι ενός τέτοιου ιδρύματος που ανοίγει δρόμους. Ο δεύτερος στόχος έχει να κάνει με το ανθρώπινο δυναμικό. Φέρνουμε κόσμο υψηλού επιπέδου. Συγκεντρώνουμε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου τα καλύτερα μυαλά της χώρας και της διασποράς. Ίσως να φανεί λίγο ρομαντικό αυτό που θα πω, αλλά γιατί όχι; Εδώ δημιουργούμε μια νέα Αλεξάνδρεια του Ελληνισμού, με κεντρικό πυρήνα το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σύντομα, θα λειτουργήσει και η νέα μας βιβλιοθήκη, η πιο εμβληματική που θα έχει υπάρξει ποτέ στη χώρα και μια από τις πλέον σύγχρονες και πρωτοποριακές στη νότιο Ευρώπη. Ο τρίτος στόχος είναι κεφαλαιώδης: ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου. Οι ακριβές υποδομές και το άριστο ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς το σωστό και ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο, δεν οδηγούν πουθενά. Το όραμά μου είναι το Πανεπιστήμιο Κύπρου να μετατραπεί σε έναν οικονομικά ανεξάρτητο οργανισμό. Δεν θέλουμε να είμαστε ένα κρατικό, αλλά ένα δημόσιο πανεπιστήμιο. Η διαφορά «δημοσίου» και «κρατικού» είναι λεπτή αλλά ουσιώδης. Ένα κρατικό ίδρυμα είναι μέρος του κρατικού μηχανισμού, ενώ ένα δημόσιο ίδρυμα χρηματοδοτείται μεν από τον φορολογούμενο, αλλά είναι πλήρως αυτοδιοικούμενο, λογοδοτώντας παράλληλα στους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτείας. Έτσι λειτουργεί το BBC, όπως και τα δημόσια πανεπιστήμια στη βόρειο Αμερική, τη βόρειο Ευρώπη και την Αυστραλία. Για να ανοίξει το πανεπιστήμιο τα φτερά του θα πρέπει να απελευθερωθεί από τα «δεσμά» του είτε αυτά είναι το Υπουργείο Παιδείας ή η Βουλή. Είναι εύλογο να θέλουμε να είμαστε πλήρως αυτοδιοικούμενοι, τη στιγμή ιδιαίτερα που πάνω από το μισό ο προϋπολογισμός μας προέρχεται από πηγές εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η οικονομική αυτοδυναμία και διοικητική ανεξαρτησία του Πανεπιστημίου Κύπρου (να μην θεωρείται δηλαδή μέρος της κρατικής διοίκησης), θα το καταστήσει ακόμα πιο entrepreneurial, τολμηρό και καινοτόμο. Αυτή η ανεξαρτησία πρέπει, βεβαίως, να συνδέεται με θεσμούς δημόσιας λογοδοσίας, όπως αρμόζει σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο. Δεν χρειάζεται να εφεύρουμε τον τροχό. Το έχουν κάνει άλλοι διεθνώς πριν από μας. Επιπρόσθετα, προσπαθούμε να γίνουμε το πρώτο πανεπιστήμιο παγκοσμίως που θα είναι εξ ολοκλήρου αυτόνομο ενεργειακά, εκμεταλλευόμενοι την ηλιακή ενέργεια. Παρόμοια προσπάθεια κάνει και το Berkeley στην Καλιφόρνια, αλλά δεν θα μας προλάβει!

 

Και κάτι ακόμα: ο στρατηγικός στόχος του Πανεπιστημίου Κύπρου είναι να καταταχθεί ανάμεσα στα 200 καλύτερα του κόσμου. Μπορεί να γίνει αυτό; Φυσικά και μπορεί. Όμως, δεν υπάρχει πανεπιστήμιο σε αυτήν τη λίστα των 200, με προϋπολογισμό μικρότερο από 200 εκατομμύρια το χρόνο. Η άποψή μου είναι πως πρέπει να ληφθεί η μεγάλη απόφαση και να ενοποιηθούν τα τρία δημόσια πανεπιστήμια της Κύπρου.

Ο Elon Musk είχε πει πρόσφατα πως οι νέοι σήμερα προετοιμάζονται από το εκπαιδευτικό σύστημα για επαγγέλματα τα οποία, όταν θα έρθει η ώρα να βγουν στην αγορά εργασίας (κατά πάσα πιθανότητα) δεν θα υπάρχουν.

Όπως είχε πει κάποιος παλιότερα «το σχολείο προετοιμάζει τα παιδιά για έναν κόσμο που δεν υπάρχει». Γι’ αυτόν τον λόγο οφείλουμε συνεχώς να βελτιωνόμαστε, να γινόμαστε καλύτεροι, να συμπλέουμε με το ρεύμα της εποχής ή -στην περίπτωση ενός πανεπιστημίου- με το μέλλον που έρχεται. Η εποχή μας ανήκει στους καινοτόμους, τους τολμηρούς και τους οραματιστές.

Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Κύπρου είναι καινοτόμα, τολμηρά; Έχουν όραμα;

Το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ναι, είναι. Αυτό ακριβώς σας περιέγραψα. Δεν σας εξέθεσα απλώς τις απόψεις μου, αλλά στοιχεία που τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό μου.

 

Ποιες είναι οι ευκαιρίες των αποφοίτων στην αγορά εργασίας όπως αυτή διαμορφώνεται σήμερα;

Εδώ θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Δεν παράγουμε απόφοιτους μόνο για να βγουν στην αγορά εργασίας την επομένη. Οι απόφοιτοι των πανεπιστήμιων δεν πρέπει μόνο να αναζητούν ήδη υπάρχουσες θέσεις εργασίας, αλλά, ακόμη πιο σημαντικό, να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας -να έχουν τη δυνατότητα-, δηλαδή, να σκέφτονται αντισυμβατικά, εκτός δεδομένων πλαισίων, να επινοούν κάτι που σήμερα δεν υφίσταται.

Το πανεπιστήμιο δεν είναι επαγγελματική σχολή, είναι κάτι περισσότερο. Υπάρχει η πεποίθηση πως κάποιοι κλάδοι είναι πιο «σίγουροι» επαγγελματικά από άλλους και συχνά οι νέοι με ρωτάνε «τι πρέπει να σπουδάσω;». Η απάντησή μου είναι πάντα η ίδια: ακολουθήστε την καρδιά σας. Πρόσφατα, σε ένα συνέδριο στο Berkeley γνώρισα κάποιον με τον οποίο είχαμε μια σύντομη συζήτηση. Ήταν ο ιδρυτής και ιδιοκτήτης του LinkedIn ο Reid Hoffman. Ο άνθρωπος αυτός έχει σπουδάσει φιλοσοφία. Είχε την ιδέα του, είχε εφόδια από τις σπουδές του, αλλά πήρε και κόσμο δίπλα του. Η μεγαλύτερη ικανότητα ενός ανθρώπου είναι και να σκέφτεται «έξω από το κουτί» και να μπορεί να φέρνει όλα τα «κουτιά» μαζί.

 

Εσείς, σαν πατέρας και καθηγητής, τι θα συμβουλεύατε κάποιον μαθητή ή μαθήτρια λυκείου και κάποιον που είναι σήμερα φοιτητής, αναφορικά με το μέλλον του/της;

Για το πρώτο απάντησα: να ακούει τους κτύπους της καρδιάς του. Τη δική του καρδιά και όχι εκείνη της μαμάς ή του μπαμπά του. Όπως είχε πει κάποιος, «όταν οι παλιότεροι συμβουλεύουν τους νεότερους, ουσιαστικά τους εξηγούν πώς να σταματήσουν να είναι νέοι». Ο πλούτος μιας χώρας είναι τα νέα παιδιά της. Το μέγεθος της χώρας δεν έχει να κάνει ούτε με το γεωγραφικό της μέγεθος ούτε με το μέγεθος του πληθυσμού της. Έχει να κάνει με την ποιότητα των μυαλών των νέων ανθρώπων της. Ο πραγματικός χρυσός μιας χώρας είναι οι νέοι της και είμαστε τυχεροί γιατί οι σημερινές γενιές, τα παιδιά μας, είναι καλύτερα από εμάς, έχουν διεθνείς παραστάσεις, αντιλαμβάνονται πώς λειτουργεί και εξελίσσεται ο σύγχρονος κόσμος. Αντί να τους κουνάμε το δάχτυλο, ας σκεφτούμε τι κάνουμε εμείς οι μεγαλύτεροι για να αξιοποιήσουν τα ταλέντα τους. Μια χώρα προχωρά δημιουργικά όταν δημιουργεί θεσμούς μέσα στους οποίους οι νέοι σμιλεύουν τον χαρακτήρα τους, αισθάνονται ότι η αξία τους και μόνο είναι αυτό που μετρά, και νιώθουν την ανάγκη να φανταστούν αυτό που σήμερα θεωρείται αδύνατο. Οι ρεαλιστικές ουτοπίες κινητοποιούν τους δημιουργικούς ανθρώπους. Το καλό πανεπιστήμιο είναι το εργαστήρι μιας κοινωνίας.

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή