Κοιτώντας την Ιερουσαλήμ από τη… Λευκωσία

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια εμβάθυνε τις σχέσεις της με το Ισραήλ σε όλους τους τομείς, με προεξέχοντα αυτόν της ενεργειακής συνεργασίας στην περιοχή

H υπό εξέλιξη κρίση στη Μέση Ανατολή -μετά την απόφαση Τραμπ για de facto αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του κράτους του Ισραήλ- ανακατεύει εκ νέου τη γεωπολιτική τράπουλα της περιοχής, δημιουργώντας ένα νέο ρήγμα -σε ένα παλιό πρόβλημα- τη στιγμή που τα τύμπανα του πολέμου από το Ιράκ και τη Συρία μέχρι την Υεμένη δεν έχουν σωπάσει. Η σπασμωδική αυτή κίνηση του Αμερικανού Προέδρου, που προκαλεί αντιδράσεις στο σύνολο του αραβομουσουλμανικού κόσμου αλλά και στο σύνολο των κρατών του διεθνούς συστήματος (ΕΕ, Ρωσία, Κίνα), οφείλει να ιδωθεί από τη Λευκωσία, δεδομένων των διπλωματικών της ανοιγμάτων στην περιοχή, από ένα σύνθετο πλέγμα: Γεωπολιτικό, ενεργειακό και στη βάση αρχών ως προς τη διαχείριση της κρίσης που προκύπτει. Ως εκ τούτου, μια τέτοια υπό εξέλιξη κρίση μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλά σενάρια, από το worst case scenario μιας νέας σύρραξης στην περιοχή μέχρι αυτό της δημιουργίας νέων δεδομένων (με τη δυναμική προηγούμενου) στην επίλυση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης, δεδομένου του πολύπλοκου, ουσιαστικά αλλά και σημειολογικά, χαρακτήρα της πόλης της Ιερουσαλήμ.

Ερμηνεύοντας τον Τραμπ

Η κίνηση του Αμερικανού Προέδρου να εφαρμόσει ουσιαστικά τον νόμο (Jerusalem Embassy Act of 1995) που πέρασε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 από την 104η ολομέλεια του αμερικανικού Κογκρέσου έρχεται σε μια γεωπολιτική συγκυρία όπου η αμερικανική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις: Απουσία μακροχρόνιων στόχων, επιβίωση καθεστώτος Άσαντ και comeback Ρωσίας στην περιοχή, απώλεια επιρροής στην κυβέρνηση του Ιράκ -δεκαπέντε χρόνια μετά τη στρατιωτική επέμβαση- χάος στη Λιβύη. Κυριότερα, δε, η άνοδος της ισχύος του Ιράν, και η επιρροή του σε Ιράκ, Λίβανο, Συρία αλλά και στον πόλεμο της Υεμένης, δείχνει να επαναπροσδιορίζει την ατζέντα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία διαβλέπει μια περιφερειακή δύναμη -με ρεβιζιονιστική ατζέντα- να αποτελεί τροχοπέδη για τα συμφέροντά της στην περιοχή αλλά και για τα συμφέροντα των σταθερών στρατηγικών εταίρων της, όπως είναι, διαχρονικά, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία (και οι χώρες του Κόλπου). Με την κίνηση αυτή, ο Τραμπ δηλώνει εμφατικά το ποιους επιλέγει στην περιοχή ως συμμάχους του επισπεύδοντας και τη διπλωματική «ευθυγράμμιση» Τελ Αβίβ - Ριάντ. Επιπλέον, ο Τραμπ, «τζακσονιανός» και λαϊκιστής στο εσωτερικό του ακροατήριο, αποδεικνύει κάπως «εμμονικά» πως ο ίδιος είναι σε θέση να εφαρμόσει έναν νόμο του αμερικανικού κράτους που τρεις Πρόεδροι (Κλίντον, Μπους, Ομπάμα) δεν τόλμησαν να αγγίξουν. Αξίζει βέβαια εδώ να αναφέρουμε τη χρονολογική σημειολογία του εν λόγω νόμου: Συνετάχθη (23 Οκτωβρίου 1995) αμέσως μετά τη δεύτερη συμφωνία του Όσλο (Σεπτέμβριος 1995) ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για τη μεταφορά της πρεσβείας σε ένα περιβάλλον λύσης του Παλαιστινιακού. Δυστυχώς, λίγες ημέρες μετά, τον Νοέμβριο του 1995, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν θα έπεφτε νεκρός στο κέντρο του Τελ Αβίβ από έναν υπερεθνικιστή, με τα γεγονότα που ακολούθησαν της δολοφονίας να βάζουν ουσιαστικά ταφόπλακα στην πιο σοβαρή ίσως προσπάθεια εξεύρεσης ειρήνης στην περιοχή μέχρι σήμερα.

Η πρόκληση για την Κύπρο

Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια εμβάθυνε τις σχέσεις της με το Ισραήλ σε όλους τους τομείς, με προεξέχοντα αυτόν της ενεργειακής συνεργασίας στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, διαχρονικά, και σε επίπεδο αρχών, διατηρεί άριστες σχέσεις με την παλαιστινιακή αρχή, τον Λίβανο και την Αίγυπτο, ενώ προωθεί και τη συνεργασία της/ εμβάθυνση σχέσεων με την Ιορδανία. Η θέση της Κύπρου για επίλυση του Παλαιστινιακού στη βάση και στο πνεύμα των συμφωνιών του Όσλο -δηλ. το λεγόμενο «two state solution»- αποτελεί μια διπλωματική θέση η οποία δεν εδράζεται μόνο στην ιστορική, θρησκευτική και σημειολογική σημασία της Ιερουσαλήμ ως κοινής πρωτεύουσας δύο κρατών, αλλά και στη λογική ότι δεν μπορούν να αλλάξουν οι βασικές αρχές διαπραγμάτευσης του εν λόγω χρόνιου προβλήματος. Γι’ αυτό και η Κύπρος ουσιαστικά συνέχισε να διαπραγματεύεται στη βάση της ΔΔΟ παρά τη μονομερή -και παράνομη διεθνώς- ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ» το 1983. Και κατόρθωσε να διαπραγματεύεται με την τουρκοκυπριακή κοινότητα και όχι με τις «αρχές» της «ΤΔΒΚ» σε διεθνές επίπεδο συνομιλιών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από την κυβέρνηση Τραμπ πρακτικά θα ισοδυναμούσε, αν κάναμε τη σχετική αναγωγή, με αναγνώριση της Λευκωσίας ως πρωτεύουσας της λεγόμενης ΤΔΒΚ ή την αναγνώριση της πράσινης γραμμής ως… συνόρου της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κύπρος καλείται να παίξει ρόλο στην εν λόγω κρίση σε τρία επίπεδα, δύο αρχών και ένα θεματικό:

  • α. Ως η μοναδική δημοκρατία στην περιοχή κράτος μέλος της ΕΕ.
  • β. Ως μια χώρα που διατηρεί άριστες σχέσεις με όλα τα εμπλεκόμενα κράτη της περιοχής και κυρίως με το Ισραήλ και την παλαιστινιακή αρχή.
  • γ. Ως μια χώρα που, όπως στην περίπτωση της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης, διαχειρίζεται και η ίδια ένα χρόνιο ζήτημα διεθνών σχέσεων. Ένα άλυτο πρόβλημα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε εξάλλου τις ομοιότητες και τις αντιστοιχίες Κυπριακού και Παλαιστινιακού: Παραμένουν, για δεκαετίες, διεθνή άλυτα προβλήματα, και σε επίπεδο αντιστοιχιών στην Κύπρο κάθε φορά που αποτυγχάνουμε να βρούμε μια λύση στη βάση της ομοσπονδίας (που θα ενώνει το de jure και το de facto, παράνομο, κράτος, επανενώνοντας το διχοτομημένο νησί) πλανάται η απειλή της «λύσης δύο κρατών» και της εμπέδωσης της διχοτόμησης. Αντιστοίχως, στο Παλαιστινιακό κάθε φορά που το «two state solution» δεν βρίσκει τον δρόμο του, οι δημογραφικές και πολιτικές πραγματικότητες (ιδίως στην ανατολική Ιερουσαλήμ) παγιώνουν τη δημιουργία ενός κράτους με δύο λαούς - που σε συνδυασμό με την εθνοθρησκευτική βία δημιουργεί αστάθεια και εμβάθυνση του σεναρίου της μη δημιουργίας ενός παλαιστινιακού κράτους.

Το worst case scenario

Οι κρίσεις, όπως αυτή που προκύπτει με την Ιερουσαλήμ, ελλοχεύουν πάντα τον κίνδυνο μιας νέας σύρραξης σε περίπτωση κλιμάκωσής τους. Το worst case scenario σε αυτήν την περίπτωση θα είχε δύο εκδοχές: Έναν μίνι-πόλεμο Ισραήλ - Χαμάς, αντίστοιχο του Ιουλίου του 2014, και μια γενικευμένη σύρραξη στην περιοχή αντίστοιχη του πολέμου Ισραήλ - Χεζμπολάχ το 2006. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η Κύπρος οφείλει να είναι προετοιμασμένη, σε πολλαπλά επίπεδα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ευρύτερες γεωπολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας κατάστασης, ένα πιθανό προσφυγικό ρεύμα από τον Λίβανο, σε περίπτωση που τα πράγματα οδεύσουν σε έναν νέο πόλεμο τύπου 2006 ή μια οικολογική καταστροφή που θα μπορούσε να προκύψει στην περιοχή (επαλήθευση σεναρίου όπου η Χεζμπολάχ -που επανειλημμένα έχει απειλήσει για κάτι τέτοιο- καταφέρει να πλήξει με πύραυλο την εκτεταμένη βιομηχανική ζώνη παραγωγής χημικών της Χάιφα). Φυσικά, σε διπλωματικό επίπεδο, προκειμένου σε επίπεδο ΕΕ να διαμεσολαβήσει για την εκτόνωση ή την πρόληψη ενός τέτοιου worst case σεναρίου.

Αντί επιλόγου

Εν κατακλείδι, αν η Κύπρος παίξει σωστά τα γεωπολιτικά της χαρτιά στην περιοχή, όχι μόνο θα ελαχιστοποιήσει τους κινδύνους σε σχέση με τους ενεργειακούς της σχεδιασμούς από μια συνεχιζόμενη κρίση στην περιοχή, αλλά ταυτόχρονα θα κεφαλαιοποιήσει διπλωματικά οφέλη καταδεικνύοντας ότι στο εν λόγω υποσύστημα της Μέσης Ανατολής και της ΝΑ Μεσογείου παραμένει μια σταθεροποιητική και μετριοπαθής χώρα στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση και η διεθνής κοινότητα μπορεί να στηρίζονται απρόσκοπτα.

*twitter: @JohnPikpas


Επιστροφή
στην αρχή