Κίνδυνος ενταφιασμού... του Γιώργου Πανταγιά

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Το ατελέσφορο των συνομιλιών εύλογα προκαλεί κόπωση, τόσο στον διεθνή παράγοντα όσο και στην κοινή γνώμη – ελληνοκυπριακή, τουρκοκυπριακή

Το Κυπριακό έχει στοιχειώσει. Επί σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια σωρεύει αδιέξοδα. Ο κύκλος των χαμένων ευκαιριών μεγαλώνει διαρκώς. Το φάντασμα της διχοτόμησης πλανάται πάνω από το νησί. Το πρόσφατο δείπνο Αναστασιάδη-Ακιντζί επιβεβαίωσε το χάσμα που δημιουργήθηκε. Οι δρόμοι που ακολουθούν οι δύο πλευρές βρίσκονται σε αποκλίνουσες πορείες. Το πολιτικό, διπλωματικό και ψυχικό ρήγμα που προκλήθηκε επιτείνει τα καίρια προβλήματα. Στις παθογένειες της αναβλητικότητας, της στασιμότητας και της αδράνειας προστίθεται και η έλλειψη βούλησης για την επανένωση της Κύπρου. Μάλιστα, όσο περνά ο χρόνος γίνεται ολοένα και πιο έντονη. 

Η αναποφασιστικότητα, το μοναδικό που επιτυγχάνει είναι να ρίχνει τον σπόρο της αμφιβολίας. Επιπλέον, το ατελέσφορο των συνομιλιών εύλογα προκαλεί κόπωση, τόσο στον διεθνή παράγοντα όσο και στην κοινή γνώμη – ελληνοκυπριακή, τουρκοκυπριακή. Το χειρότερο, κερδίζει έδαφος η αντίληψη ότι το Κυπριακό μοιάζει ανεπίλυτο. Η εμπέδωση αυτή της εκτίμησης βάζει νερό στον μύλο των απορριπτικών ένθεν και ένθεν. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι η σκέψη για «δύο κράτη» κερδίζει συνεχώς έδαφος. Παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο κινείται στη σφαίρα του ανέφικτου.

Η πολιτική τάξη των δύο κοινοτήτων δεν αντιλαμβάνεται ότι οι τακτικισμοί, οι μονομέρειες, οι αυταρέσκειες, ακόμη και οι εθνικοί εγωισμοί, οδηγούν στην αποτελμάτωση. Η περιχαράκωση αμφοτέρων σε φαντασιώσεις, σε μισαλλοδοξίες και αντιπαλότητες ορθώνει νέα τείχη, καθιστώντας τη διαίρεση μη αναστρέψιμη. Παραπέμποντας την επίλυση στο διηνεκές, διατηρείται μια ιστορική εκκρεμότητα ανοιχτή. Ταυτόχρονα, η Κύπρος κινδυνεύει να γίνει αντικείμενο ενός ευρύτερου γεωστρατηγικού ανταγωνισμού στην περιοχή της Μεσογείου. Η συριακή κρίση δείχνει πόσο εύφλεκτη είναι η υφιστάμενη κατάσταση. Στον ευαίσθητο αυτόν χώρο συναντώνται ποικίλα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων. Πόσω μάλλον της Τουρκίας που συμπεριφέρεται ως τοπική υπερδύναμη. Η ΑΟΖ δεν είναι η μοναδική βλέψη της.

Το καίριο ζήτημα, το οποίο δεν κατανοεί η ελληνοκυπριακή και η ελλαδική πλευρά, είναι ότι ο τουρκικός παροξυσμός εδράζεται σε ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις που αποσκοπούν στην αναβάθμιση του ρόλου της γειτονικής χώρας. Η Κυπριακή Δημοκρατία, επικαλούμενη την τουρκική αδιαλλαξία, το μόνο που καταφέρνει είναι να γεμίζει τις δεξαμενές της άρνησης για συνύπαρξη. Στερούμενη εμπροσθοβαρούς στρατηγικής, απομειώνει τις όποιες ευκαιρίες και δυνατότητες υπάρχουν.

Η αναλαμπή της Συμφωνίας του Ελσίνκι το 1999, που επέτρεψε να ενταχθεί η Κύπρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς προηγούμενη λύση του πολιτικού προβλήματος, απέδειξε πως όταν υπάρχουν συγκεκριμένο σχέδιο, σωστή μέθοδος και προπαντός τολμηροί ηγέτες, τότε και το θεωρούμενο ως ανέφικτο μπορεί να γίνει εφικτό. Κληρίδης και Σημίτης, επιδεικνύοντας ισχυρή ηγετικότητα, έκαναν πράξη έναν μείζονα εθνικό στόχο.

Το κεκτημένο του πλαισίου Γκουτέρες αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για Αναστασιάδη και Τσίπρα. Ως εκ τούτου, η Κύπρος, αλλά και η Ελλάδα, αντί να καταφεύγουν σε αχρείαστες εντάσεις και αντιπαραθέσεις, καλούνται να ανταποκριθούν και να αξιοποιήσουν με θετικό τρόπο τις προσεγγίσεις του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ. Διαφορετικά θα συμβάλλουν κι εκείνες από τη μεριά τους στον ενταφιασμό του Κυπριακού.


Επιστροφή
στην αρχή