Καίσαρ Β. Μαυράτσας: Η πολιτεία των χώρκατων

ΑΠΟΨΗ /ΠΕΡΙΑΓΩΓΗ
Όσον αφορά την αντιμετώπιση του κυπριακού ,η χωρκατοσύνη συνίσταται κυρίως στο ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα πολιτεύεται για το Κυπριακό εθνοκεντρικά

Έχω κατ’ επανάληψη αναφερθεί στην αποτυχία της ελληνοκυπριακής πολιτικής, τόσο να φτάσει σε έναν συμβιβασμό με τους Τουρκοκυπρίους όσο και να καταφέρει να εκσυγχρονίσει την κοινωνία. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μιαν πολιτική υπανάπτυξη που αντικατοπτρίζει βεβαίως την αποτυχία του ευρύτερου εγχειρήματος του εκσυγχρονισμού της κυπριακής κοινωνίας. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του βιβλίου μου «Η Κοινωνία των Χώρκατων» είναι ότι η ελληνοκυπριακή πολιτική καταδεικνύει ακριβώς την επικυριαρχία της χωρκατοσύνης στην ελληνοκυπριακή κοινωνία. Θεωρώ ότι τόσο τα πρόσφατα προβλήματα στις συνομιλίες για το Κυπριακό (και η ευκολία με την οποία μπορεί να ανατραπεί το καλό κλίμα) όσο και οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές, επιστέγασμα των οποίων ήταν η εκλογή του Δημήτρη Συλλούρη στην προεδρία της Βουλής, επιβεβαιώνουν το συγκεκριμένο επιχείρημα.

Όσον αφορά την αντιμετώπιση του κυπριακού προβλήματος, η χωρκατοσύνη συνίσταται κυρίως στο ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα πολιτεύεται για το Κυπριακό εντελώς εθνοκεντρικά και πάντοτε με μαξιμαλιστικές επιδιώξεις. Οι Ελληνοκύπριοι δεν φαίνεται να έχουν ειλικρινή διάθεση για συμβιβασμό και ουσιαστικά εξακολουθούν να παραγνωρίζουν τα συμφέροντα και τις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων. Ταυτόχρονα, θεωρούν ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα είναι εγκλωβισμένη και σε μιαν συνεχή αντιπαράθεση με τους «ισχυρούς της Γης», που συστηματικά υπονομεύουν τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και συνωμοτούν εναντίον τους. Σε αυτήν την αντιπαράθεση, είναι πεπεισμένοι, οι Ελληνοκύπριοι δεν έχουν άλλην επιλογή από την αντίσταση και τον ανένδοτο αγώνα. Το εκπληκτικό βεβαίως είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι έχουν αυτές τις πεποιθήσεις τη στιγμή που, όπως ο αντικειμενικός αναλυτής της σύγχρονης κυπριακής Ιστορίας είναι αναγκασμένος να αναγνωρίσει, στους Ελληνοκύπριους αναλογεί το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη δημιουργία και τη διαιώνιση του κυπριακού προβλήματος. Η ευκολία με την οποία η ελληνοκυπριακή κοινωνία αρνείται τις δικές της ευθύνες, παράγοντας και συντηρώντας συνωμοσιολογικές θεωρίες, είναι εκπληκτική, όπως εκπληκτική είναι και η εθνοκεντρική πεποίθηση ότι «μόνο εμείς» αντιλαμβανόμαστε το αληθινό νόημα των εννοιών της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας ή ακόμα και του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Η επικυριαρχία της χωρκατοσύνης είναι εξίσου εμφανής και στην «εσωτερική» πολιτική, όπου κεντρικό σημείο αναφοράς είναι η υπερπολιτικοποίηση της κοινωνίας και η κομματοκρατία. Δεν είναι τυχαίο που οι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί συνήθως ενεργούν αμοραλιστικά, χωρίς δηλαδή να έχουν κάποιες σταθερές αρχές, και τυχοδιωκτικά, στη βάση πελατειακών εξαρτήσεων, κομματικών συναλλαγών και, όπως είδαμε και από τις διεργασίες για την εκλογή προέδρου της Βουλής, προσωπικών φιλοδοξιών. Τελικά, ο κάθε κομματάρχης, ή και πρώην κομματάρχης, ακόμα και αν παραδίδει το κόμμα του σε κάποιον άλλο για να επιβιώσει πολιτικά, ακόμα και αν το κόμμα του διαθέτει ποσοστά του 3 με 4%, ακόμα και αν το κόμμα του υπέστη καθίζηση στις τελευταίες εκλογές, μπορεί όχι μόνον να φαντασιώνεται τον εαυτό του στην προεδρία της Βουλής, αλλά και να πετύχει το όνειρό του. Το εντυπωσιακό, αλλά καθόλου παράξενο, με δεδομένη τη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της εθνικιστικής ιδεολογίας, είναι η ευκολία με την οποία αυτές οι εξαρτήσεις, αυτές οι συναλλαγές και αυτές οι φιλοδοξίες νομιμοποιούνται στο όνομα του εθνικού συμφέροντος των Ελληνοκυπρίων. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας πολιτικής κουλτούρας στην οποία κυριαρχούν ο λαϊκισμός και η εθνική πλειοδοσία. Οι πολιτικοί, έτσι, απευθύνονται κυρίως στους εθνικούς φόβους και τις εθνικές φαντασιώσεις των απλών ανθρώπων, αλλά και στον κομματικό τους πατριωτισμό. Φυσιολογικά, ο λόγος που εκφέρει η συντριπτική πλειονότητα των Ελληνοκύπριων πολιτικών είναι ένας λόγος ξύλινος, φορμαλιστικός και πομπώδης. Παρόλο που μπορεί να διαπιστωθεί κάποια πρόοδος, ιδίως στον ευρύτερο χώρο της φιλελεύθερης Δεξιάς, είναι σαφές ότι η ελληνοκυπριακή πολιτική εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σοβαρή έλλειψη αυτού που ο Μαξ Βέμπερ ονομάζει «ουσιαστική λογική». Την ίδια στιγμή, πάντως, το μόνο που φαίνεται πραγματικά να ενδιαφέρει τους πολιτικούς είναι το πώς θα διατηρήσουν την ηγεμονική τους θέση στην κυπριακή κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό, δηλαδή η δημιουργία μιας κοινωνίας και μια πολιτείας των χώρκατων, και είναι σε αυτό το πλαίσιο που πρέπει να αξιολογηθούν και τα αποτελέσματα των τελευταίων βουλευτικών εκλογών.

Το πρώτο πράγμα που επιβάλλεται είναι να ερμηνεύσουμε το μεγάλο ποσοστό της αποχής ως μιαν συνειδητή έκφραση απαξίωσης ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Και αυτό δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί θετικά, αφού καταδεικνύει ότι περίπου ένας στους τρεις Ελληνοκυπρίους δεν τρώει τις λουβάνες που του σερβίρουν οι διάφοροι πολιτικάντηδες. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη την αποχή, δυσκολεύομαι να καταλάβω τη λογική με την οποία κάποιοι συμπεραίνουν ότι οι σταυροί προτίμησης που έλαβε η Ειρήνη Χαραλαμπίδου είναι αποτέλεσμα του έργου που είχε επιτελέσει ως βουλευτής. Οι χιλιάδες που απείχαν, ενώ θα μπορούσαν να είχαν ψηφίσει την κυρία Χαραλαμπίδου, δεν ήξεραν το κοινοβουλευτικό της έργο; Μήπως, λοιπόν, η δημοτικότητα της συγκεκριμένης βουλευτίνας δεν έχει να κάμει τόσο με το κοινοβουλευτικό της έργο, όσο με το γεγονός ότι λαϊκίζει και καταφέρνει να βρίσκεται συνεχώς στα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επιστροφή
στην αρχή