Καιρός να θερίσουμε αυτά που σπείραμε

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Όμως, εγώ δεν ξέχασα ακόμα και το πώς έπεσα από το ποδήλατο όταν ήμουν δέκα χρονών και έσπασα το χέρι μου.Δεν ξέχασα και τον ματωμένο νεκρό του Ταντή.

Τελικά πρέπει να ερχόμαστε αντιμέτωποι με το παρελθόν για να επιτευχθεί ειρήνη και όχι να κρυβόμαστε. Όμως, εσείς προτιμάτε να το κρύβετε. Σκουπίσατε κάτω από το χαλί όλες τις βρομιές που υπάρχουν. Είπατε να ξεχάσουμε το παρελθόν, να κοιτάξουμε μόνο το μέλλον. Όμως, εγώ δεν ξέχασα ακόμα και το πώς έπεσα από το ποδήλατο όταν ήμουν δέκα χρονών και έσπασα το χέρι μου. Δεν ξέχασα και τον ματωμένο νεκρό του Ταντή που κειτόταν φαρδύς πλατύς στον δρόμο. Ο πατέρας μου είχε μαγαζί στο παντοπωλείο. Ήμουν οκτώ χρονών. Δεν ξέχασα πως μια μέρα ληστεύθηκε και λεηλατήθηκε το παντοπωλείο. Τα προϊόντα που λεηλατήθηκαν ανήκαν σε Ελληνοκύπριους καταστηματάρχες. Ο καθένας άρπαξε ό,τι βρήκε και έφυγε. Δεν ξέχασα τα ελληνικά τραγούδια που έλεγε ο οδηγός Bedford Φερντί στον δρόμο προς την Τέρα. Τον Σερμέτ τον οποίο πυροβόλησαν οι Άγγλοι. Τον Καραολή που απαγχόνισαν στη φυλακή. Το οργισμένο πλήθος που μαζεύτηκε στην πλατεία στο Σαράι μετά την τοποθέτηση βόμβας στα τεμένη Μπαϊρακτάρ και Ομεριγιέ. Τις επιγραφές «Διχοτόμηση ή θάνατος» στους τοίχους. Τις σειρήνες επιβολής του στρατιωτικού νόμου. Την πρώτη μου δασκάλα κυρία Μουνουρέ. Την άμαξα με άλογα που μετέφερε τους νεκρούς στο νεκροταφείο στις κηδείες. Τους δρόμους που οδηγούσαν στα τείχη στον Άγιο Κασσιανό. Τα τραγούδια που αγαπούσε η μητέρα μου. Τις περιπέτειες συμμοριτών που διηγείτο ο πατέρας μου. Και τους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ, το πρώτο μυθιστόρημα που πήρα και διάβασα από τη βιβλιοθήκη. Δεν τα ξέχασα αυτά. Ιδού, αυτές είναι οι παιδικές μου αναμνήσεις. Μπορούν να ξεχαστούν;
Ύστερα, προστέθηκαν και άλλες αναμνήσεις σε αυτές καθώς περνούσαν τα χρόνια. Υπήρχαν από τη μια τα βιώματα και από την άλλη αυτά που θα βιώνονταν. Αλλά όλα κρέμονταν από μια κλωστή. Και υπήρχε και ο θάνατος. Πόσες φορές υπήρξαν στιγμές που σαστίσαμε για το γεγονός ότι μείναμε ζωντανοί από μεγάλη τύχη. Τα καράβια, τα αεροπλάνα, τα τρένα με πήραν σε μέρη εντελώς άγνωστά για μένα. Όπου πήγα μετέφερα και εσένα μέσα στο μπαούλο μου Κύπρος. Οι τελωνειακοί δεν αντιλήφθηκαν τη μυρωδιά του γιασεμιού. Δεν είχαν ιδέα για την άνοιξη της Μεσαριάς. Κανένας στη χώρα μου δεν είχε ιδέα για την πόλη της Σιβηρίας που ονομαζόταν Ομσκ. Εκεί έπαιξα παιχνίδια του μυαλού με τα παιδιά στον δρόμο. Δεν γνώριζαν τον Γκορμπατσόφ. Μόλις τους είπα Σβάρτσενέιγκερ, όλοι σήκωσαν το χέρι. Ήταν οι πρώτοι σπόροι της νέας γενιάς. Ένα τρένο με πήρε στην Οδησσό και ένα άλλο στο Λένινγκραντ. Όσοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους μετά από χρόνια, δεν βρήκαν το Λένινγκραντ στη θέση του. Βρήκαν την Αγία Πετρούπολη.


Ιδού, έτσι είναι και η δική μου πατρίδα. Μια χώρα την οποία δεν βρήκαν όπως την είχαν αφήσει όσοι επέστρεψαν μετά από χρόνια. Φεύγουν ως συγγενείς. Και επιστρέφουν εδώ σαν ξένοι. Βρίσκουν την πατρίδα που άφησαν σωστή να είναι μοιρασμένη σε δύο μισά. Δεν ξέχασα εκείνη την επιστροφή μου. Το αεροδρόμιο στο οποίο προσγειώθηκα δεν ήταν το ίδιο με αυτό από το οποίο είχα φύγει. Σε όλα υπήρχε κάτι το παράξενο. Δεν μπορούσα καν να αναγνωρίσω τους δρόμους από τους οποίους περνούσα ερχόμενος στο σπίτι. Αλλά ήταν Μάρτιος. Αν δεν με χτυπούσε εκείνη η μυρωδιά από σκολύμπρι, οπωσδήποτε δεν θα μπορούσα να καταλάβω ότι βρισκόμουν εδώ. Ρώτησα όσους γνώριζαν για τους γνωστούς μου. Ζουν; Ή πέθαναν; Ρώτησα και για τον θείο Φερντί, που τραγουδούσε ελληνικά τραγούδια στο λεωφορείο. Ποιοι πέθαναν, ποιοι έμειναν. Δεν με αναγνώρισε το σπίτι στο οποίο γεννήθηκα. Κι όμως, σε εκείνο το σπίτι έμαθα την αλφαβήτα κάτω από το χλωμό φως μιας λάμπας φανού. Μια γυναίκα με σαλβάρι με ρώτησε «ποιον ψάχνεις;» Κανέναν. Τον εαυτό μου. Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι σε αυτή τη χώρα ο καθένας ψάχνει τον εαυτό του πλέον. Σε ένα εστιατόριο στο βουνό άκουσα την Σελμά, το κορίτσι της γειτονιάς μας με την ωραία φωνή. Δεν ξέχασα τα βουνά που δεν είχαν σημαία.


Ξέχνα, μου λες. Ξέχνα. Μην θυμάσαι και μην θυμίζεις. Να κτίσουμε την ειρήνη. Πρέπει να μηδενίσουμε τη μνήμη μας για να κτίσουμε την ειρήνη, λες. Είναι δυνατόν; Είναι μήπως δυνατόν αυτό χωρίς να έρθουμε αντιμέτωποι με τις θλιβερές μας αναμνήσεις; Αν θα καταλάβουμε ο ένας τον άλλον, μόνο με τις μεταμέλειες και τις συγγνώμες μας θα τον καταλάβουμε. Μετά από χρόνια βγάζεις λείψανα οστά μέσα από το χώμα και τα πηγάδια. Αλλά δεν ρωτάς καν πώς σκοτώθηκαν. Μήπως φοβάσαι ότι αν το μάθουμε αυτό δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε ειρήνη; Μην φοβάσαι. Έλα να τους θάψουμε μαζί με όλες μας τις μεταμέλειες. Να πάμε και να τοποθετήσουμε μαζί γαρύφαλλα στους τάφους τους. Άσε εκείνα τα σχέδια και τα πλαίσια. Η ειρήνη θα κτιστεί μόνο όταν αντιμετωπίσουμε ο ένας τον άλλο και όχι με το να αποδεχτούμε ένα σχέδιο που ετοιμάστηκε στο τραπέζι. Κοίτα, ο άνθρωπος βγήκε στην τηλεόραση και λέει «το να σκοτώνω είναι η τέχνη μου». Εμείς, γιατί σωπαίνουμε; Κοίτα, ένας από εκείνους που δολοφόνησαν 126 αθώους στη Μάραθα ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στην Λάρνακα. Ένας άλλος έγινε ακόμα και καθηγητής θρησκευτικών στην Λεμεσό μετά από ένα τέτοιο έγκλημα. Δίδαξε «την καλοσύνη» στα παιδιά και βγήκε σε σύνταξη. Λες «δεν ξεχνώ», αλλά ξέχασες! Ξεχνιούνται αυτά;


Όλοι μαζί θα πορευτούμε προς την ειρήνη. Αλλά όχι μαζί με εκείνους που δεν ένιωσαν καμία μεταμέλεια ακόμα μέσα στην καρδιά τους και καυχιούνται για τα εγκλήματά τους. Όταν σταματήσεις να κρύβεις τα εγκλήματά σου, εγώ θα είμαι μαζί σου. Μην ξεχνάς!


Επιστροφή
στην αρχή