Καρδιακή ανεπάρκεια (Του δρος Πέτρου Μ. Πέτρου)

ΑΠΟΨΗ /ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

H καρδιακή ανεπάρκεια είναι ένα περίπλοκο κλινικό σύνδρομο στο οποίο η καρδία δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του σώματος.

Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι ένα περίπλοκο παθολογικό σύνδρομο που πέρα από την καρδία, περιλαμβάνει ενεργοποίηση νεφρικών, αυτόνομων νευρικών, ορμονικών και άλλων μηχανισμών που καταλήγουν να προκαλούν τα συμπτώματα του συνδρόμου.


Συνοπτικά η καρδιακή ανεπάρκεια είναι το κλινικό σύνδρομο, στο οποίο η καρδία δεν μπορεί να προσφέρει ικανοποιητικό έργο για να καλύψει τις ανάγκες του σώματος.
Η πιο συχνή αιτία στην εποχή μας είναι η στεφανιαία νόσος. Δηλαδή στενώσεις ή αποφράξεις στις αρτηρίες που αιματώνουν το μυοκάρδιο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την κακή αιμάτωση του καρδιακού μυός, ο οποίος χάνει τη δύναμή του και η ικανότητα της καρδίας να αντλήσει αίμα προς το σώμα μειώνεται. Άλλες συχνές αιτίες είναι η χρόνια αρρύθμιστη αρτηριακή υπέρταση και οι βαλβιδοπάθειες, ενώ σε πιο νεαρές ηλικίες ενοχοποιούνται γενετικοί παράγοντες (διατατική μυοκαρδιοπάθεια) και ιογενείς λοιμώξεις της καρδίας (μυοκαρδίτιδα).


Τα κύρια συμπτώματα είναι δύσπνοια (κυρίως σε κόπωση, αλλά σε προχωρημένες καταστάσεις ακόμα και σε ηρεμία), ορθόπνοια (δύσπνοια σε ύπτια στάση) που αναγκάζει κάποιους ασθενείς να κοιμούνται σε καρέκλα, εύκολη κόπωση, φούσκωμα στα πόδια, φούσκωμα στην κοιλιά, μειωμένη όρεξη, απώλεια μυϊκής μάζας, αίσθημα παλμών (αφού ο ασθενής μπορεί να έχει και αρρυθμίες).


Η διάγνωση τίθεται από τον ιατρό και περιλαμβάνει κλινική αξιολόγηση των συμπτωμάτων, ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπέρηχο καρδίας. Η τελευταία είναι ίσως και η πιο σημαντική εξέταση, γιατί θέτει τη διάγνωση, περιγράφει τον τύπο της καρδιακής ανεπάρκειας, αξιολογεί τη βαρύτητα, ανιχνεύει αιτίες, ενώ χρησιμοποιείται για τη μακροχρόνια παρακολούθηση του ασθενούς.


Είναι όμως πολύ σημαντικό να γίνεται έγκαιρη ανίχνευση ατόμων με πιθανότητα να οδηγηθούν σε καρδιακή ανεπάρκεια. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικάνικης Καρδιολογικής Εταιρείας ταξινομούν τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και η πρώτη ομάδα είναι όσοι έχουν παράγοντες κινδύνου για καρδιακή ανεπάρκεια, χωρίς όμως να έχουν αναπτύξει ακόμα το σύνδρομο. Παραδείγματος χάριν, άτομα με αρτηριακή υπέρταση, διαβήτη, υψηλή χοληστερόλη και καπνιστές έχουν υψηλό κίνδυνο για ανάπτυξη στεφανιαίας νόσου που όπως αναφέρεται πιο πάνω είναι η πιο συχνή αιτία καρδιακής ανεπάρκειας. Άρα αυτά τα άτομα πρέπει να εντοπίζονται νωρίς και με ιατρικές και άλλες παρεμβάσεις να περιορίζεται ο κίνδυνος. Να γίνεται δηλαδή καλός έλεγχος της πίεσης, της χοληστερόλης και του σακχάρου καθώς και διακοπή καπνίσματος. Το φύσημα στην καρδία συνήθως προκαλείται από κάποια ανωμαλία της ροής του αίματος σε καρδιακές βαλβίδες με παθολογικά προβλήματα. Οι πιο συχνές αιτίες είναι η στένωση της αορτικής βαλβίδας και η ανεπάρκεια μιτροειδούς. Άτομα με φύσημα πρέπει να ελέγχονται από καρδιολόγο με υπερηχοκαρδιογράφημα για έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση τυχόν βαλβιδοπάθειας, πριν οδηγηθούν σε καρδιακή ανεπάρκεια.


Δυστυχώς σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού καρδιακή ανεπάρκεια η πρόγνωση είναι χειρότερη από ασθενείς με καρκίνο. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται νωρίς άτομα με προδιάθεση για καρδιακή ανεπάρκεια. Η αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας είναι πολυδιάστατη. Περιλαμβάνει συνεργασία του ασθενούς με τον καρδιολόγο του, αλλά και άλλες ειδικότητες όπως νεφρολόγο, διαβητολόγο και πνευμονολόγο καθώς και νοσηλευτές, φυσιοθεραπευτές, ψυχολόγους και άλλους. Συστήνεται απώλεια βάρους, μείωση κατανάλωσης άλατος, διακοπή καπνίσματος και ελεγχόμενο πρόγραμμα άσκησης (αεροβική αλλά και με αντιστάσεις). Η φαρμακευτική αγωγή συνήθως περιλαμβάνει διουρητικά (διαφόρων ειδών και δόσεων), φάρμακα κατά του άξονα ρενίνης αγγειοτασίνης καθώς και β-αποκλειστές, ενώ σε σοβαρού βαθμού ανεπάρκεια, έχουν πρόσφατα κυκλοφορήσει καινούργια φάρμακα τα οποία βελτιώνουν σημαντικά τα συμπτώματα και την πρόγνωση. Οι πλείστοι ασθενείς έχουν ενδείξεις και για άλλες κατηγορίες φαρμάκων όπως αντιαιμοπεταλλειακά ή αντιπηκτικά, στατίνες και αντιδιαβητικά.


Για πιο προχωρημένες καταστάσεις υπάρχουν επεμβατικές επιλογές, όπως βηματοδότες επανασυγχρονιστές που βοηθούν την ανεπαρκούσα καρδία να συστέλλεται με συγχρονισμένο τρόπο, εμφυτεύσιμες αντλίες που αναπληρώνουν και συμπληρώνουν το έργο της αδύνατης καρδίας, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις υπάρχει και η επιλογή της μεταμόσχευσης καρδίας.
Συμπερασματικά η καρδιακή ανεπάρκεια είναι ένα περίπλοκο κλινικό σύνδρομο στο οποίο η καρδία δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του σώματος και έχει σαν κύριο σύμπτωμα τη δύσπνοια και εύκολη κόπωση. Αν και έχει γενικά κακή πρόγνωση, χρειάζεται στενή συνεργασία του ασθενούς με τον γιατρό του, έτσι ώστε να βελτιστοποιηθεί η θεραπεία (φαρμακευτική και μη) και να βελτιωθεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό η ποιότητα ζωής και η πρόγνωση.

Καρδιολόγου
Επίκουρου καθηγητή Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας


Επιστροφή
στην αρχή