Κάν’ το όπως το 2005... Της Κατερίνας Στεφάνου

ΑΠΟΨΗ /ΜΕ ΜΟΛΥΒΙ ΚΑΙ ΧΑΡΤΙ

Αυτό το πείσμα και οι εμμονές μπορεί να μας αφήνουν, και τις δύο πλευρές, με «όλο το δίκιο με το μέρος μας» αλλά με κανένα αποτέλεσμα

Στις αρχές του 2005 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας βρέθηκαν δολοφονημένα τρία άτομα. Ο Τουρκοκύπριος Ελμάς Γιουζελγιουρτλού, η σύζυγός του Ζερίν και η δεκαπεντάχρονη κόρη τους Εϊλούλ. Η οικογένεια είχε εγκατασταθεί στις ελεύθερες περιοχές μετά την κατάρρευση των επιχειρήσεων που είχε στα κατεχόμενα, σε μια προσπάθεια να γλυτώσει από τη μαφία που την απειλούσε. Η Κυπριακή Δημοκρατία βρέθηκε με τρία πτώματα, τη σκηνή του εγκλήματος και τα τεκμήρια στα χέρια της. Οι ύποπτοι διέφυγαν στα κατεχόμενα, όπου συνελήφθησαν από τις εκεί αρχές. Οι από εκεί ζήτησαν από τους δικούς μας τις αποδείξεις που είχαμε για να τους δικάσουν. Εμείς είπαμε ότι δεν θα νομιμοποιήσουμε το παράνομο καθεστώς παραδίδοντας τεκμήρια, και η δικαστική διαδικασία ναυάγησε. Ήταν εξάλλου η εποχή που οποιαδήποτε επαφή και ενέργεια των πολιτών, διάβαση στα κατεχόμενα, συμπλήρωση εντύπου και κατανάλωση καφέ, ενείχε τον κίνδυνο της νομιμοποίησης ενός κράτους στον Βορρά. Εμείς σταθήκαμε στο ύψος μας και δεν συνεργαστήκαμε, παρά το γεγονός ότι τα Ηνωμένα Έθνη πρόσφεραν τρόπους να μεταφερθούν τα στοιχεία χωρίς καμία επαφή. Ζητήσαμε, όμως, να μας παραδοθούν οι ύποπτοι, κάνοντας ένα άλμα λογικής αφού στην πραγματικότητα ζητούσαμε ψευδοσυλληφθέντες από ψευδοαρχές.

Την Τρίτη 4 Απριλίου το ΕΔΑΔ καταδίκασε εξίσου την Κυπριακή Δημοκρατία και την Τουρκία, διότι ΤΔΒΚ δεν υφίσταται, για την έλλειψη συνεργασίας σε μια υπόθεση του κοινού ποινικού δικαίου η οποία, κατά το λεκτικό του, «ήταν στην ουσία της απλή». Εμείς εδώ, δώδεκα χρόνια μετά το έγκλημα, μπορούμε να χαρούμε γιατί δίπλα στην Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται η Τουρκία ως κηδεμόνας της ΤΔΒΚ, και να κλείσουμε το ζήτημα με μία ακόμη νομική νίκη. Μπορούμε όμως και να διαβάσουμε τη δήλωση της εκ των δικηγόρων της οικογένειας Ελένης Μελεάγρου, η οποία λέει ότι η διερεύνηση της τριπλής δολοφονίας «είναι μια μικρογραφία της κατάστασης στην Κύπρο», όπου πρυτανεύει «το πολιτικό πείσμα» των δύο πλευρών.

Αυτό το πείσμα και οι εμμονές μπορεί να μας αφήνουν, και τις δύο πλευρές, με «όλο το δίκιο με το μέρος μας» αλλά με κανένα αποτέλεσμα. Και ειδικά εμάς, που επαιρόμαστε πως είμαστε ένα σύγχρονο και ευρωπαϊκό κράτος, ίσως μας φέρνει και ενώπιον της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσαμε τότε, μπροστά στα τρία θύματα. Όταν περίπου λέγαμε πως αυτό το έγκλημα ήταν αναμενόμενο λόγω της φύσεως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πατέρα, που συμπαρέσυρε κληρονομικώ δικαίω τη ζωή της γυναίκας και της κόρης του. Η έπαρσή μας καταργούσε αυτό που κέρδισε η ανθρωπότητα σε πολιτισμό, ότι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως χαρακτήρα και ποιότητας, έχει μερίδιο στη Δικαιοσύνη. Άραγε άλλαξε τίποτε αυτά τα δώδεκα χρόνια που πέρασαν, ή διατηρούμε ατόφια την επιχειρηματολογία μας; Καταλάβαμε ότι μας έμεινε το άγονο δίκιο και η ντροπή;

 


Επιστροφή
στην αρχή