Καμπανάκι από τον ΠΟΥ για τον εθισμό των παιδιών στα βιντεοπαιχνίδια

BUZZLIFE /HEALTH

«Game Over» θα πρέπει να πουν άμεσα πολλοί γονείς στα παιδιά τους που αφιερώνουν πολύ χρόνο στα διάφορα βιντεοπαιχνίδια.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) τα αναγνωρίζει πλέον ως «διαταραχή της ψυχικής υγείας». Οπως φαίνεται από την τελευταία Διεθνή Ταξινόμηση των ασθενειών του ΠΟΥ, ο εθισμός στα βιντεοπαιχνίδια είναι ιδιαίτερα σοβαρός για τους εφήβους που περνούν κυριολεκτικά ολόκληρη την ημέρα τους… παίζοντας.

Οπως περιγράφει στην τελευταία του κατάταξη ο ΠΟΥ, η νέα διαταραχή, η οποία αναφέρεται ως «gaming disorder», χαρακτηρίζεται από ένα πρότυπο μόνιμης ή επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς παιχνιδιών, είτε αυτά είναι στο Ιντερνετ είτε όχι.

Το πρότυπο συμπεριφοράς, σύμφωνα με την ίδια καταγραφή, έχει ως αποτέλεσμα σημαντικές βλάβες στους προσωπικούς, οικογενειακούς, κοινωνικούς, εκπαιδευτικούς, επαγγελματικούς ή άλλους σημαντικούς τομείς λειτουργίας.

Πώς εκδηλώνεται ένας εθισμός στα βιντεοπαιχνίδια; Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, ο «εθισμένος» θα έχει εξασθενημένο έλεγχο του παιχνιδιού. Δεν θα μπορεί να θέσει σε έλεγχο την ένταση, τη συχνότητα και τη διάρκεια ενασχόλησής του. Επίσης, το παιχνίδι αποτελεί προτεραιότητα και υπερισχύει έναντι άλλων καθημερινών δραστηριοτήτων. Η συνέχιση ή η κλιμάκωση του παιχνιδιού παρά την εμφάνιση αρνητικών συνεπειών αποτελεί ακόμη ένα σύμπτωμα.

«Παρακολουθώντας τα βιντεοπαιχνίδια που παίζουν τα παιδιά τους πολλοί γονείς κάνουν λόγο για “ψηφιακή ηρωίνη”», αναφέρεται χαρακτηριστικά σε άρθρο του αμερικανικού δικτύου CNN.

Ο καθηγητής Βλαντιμίρ Πόζνιακ, μέλος του Τμήματος Ψυχικής Υγείας και Κατάχρησης Ουσιών του ΠΟΥ, είναι αυτός που πρότεινε την ένταξη του εθισμού στα βιντεοπαιχνίδια στη λίστα με τις ψυχικές νόσους.

Τα βασικά χαρακτηριστικά έχουν πολλές ομοιότητες με τα χαρακτηριστικά των διαταραχών από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, ανέφερε.

Η συμπεριφορά του «εθισμένου» στα παιχνίδια, όπως γράφει ο ΠΟΥ, μπορεί να είναι συνεχής ή επεισοδιακή και επαναλαμβανόμενη. Επιπλέον, είναι συνήθως εμφανής για μια περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών πριν δοθεί μια διάγνωση, αν και η απαιτούμενη διάρκεια μπορεί να μειωθεί αν πληρούνται όλες οι διαγνωστικές απαιτήσεις και τα συμπτώματα είναι σοβαρά.


Επιστροφή
στην αρχή