Υπόθεση Λαϊκής: Εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλους

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η υπόθεση της Λαϊκής Τράπεζας θα περάσει πλεόν στο στάδιο των απολογιών, με την υπεράσπιση να προσάγει τους δικούς της μάρτυρες

Η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στην ποινική υπόθεση της πρώην Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αποφάσισε σήμερα ομόφωνα το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.

Σύμφωνα με την ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου, την οποία εξασφάλισε το ΚΥΠΕ, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου στοιχειοθετεί τα συστατικά των αδικημάτων εναντίον και των τεσσάρων κατηγορουμένων, οι οποίοι καλούνται πλέον σε απολογία.

Το Δικαστήριο ενημέρωσε τους κατηγορούμενους ότι έχουν το δικαίωμα, είτε να προβούν σε ανωμοτί δήλωση χωρίς να ορκιστούν και χωρίς να τύχουν αντεξέτασης από την Κατηγορούσα Αρχή, είτε να προβούν σε ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του μάρτυρα και να τύχουν αντεξέτασης από την Κατηγορούσα Αρχή, είτε να επιλέξουν το δικαίωμα της σιωπής. Σημειώνεται ότι ανεξαρτήτως της όποιας επιλογής των κατηγορουμένων διατηρούν το δικαίωμα να καλέσουν και μάρτυρες υπεράσπισης, εάν και εφόσον το επιθυμούν. 

Οι κατηγορούμενοι απάντησαν, μέσω των συνηγόρων υπεράσπισης τους, ότι θα επιλέξουν να δώσουν ένορκη κατάθεση από το εδώλιο του μάρτυρα και να τύχουν αντεξέτασης από την Κατηγορούσα Αρχή ως επίσης να καλέσουν και μάρτυρες υπεράσπισης. 
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι ο Ευθύμιος Μπουλούτας, τότε Διευθύνων Σύμβουλος του ομίλου της Λαϊκής, ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Παναγιώτης Κουννής, ο μη εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Νεοκλής Λυσάνδρου και το μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Μάρκος Φόρος.
 
Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες.

Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς, κατά παράβαση του άρθρου 19, ως εξειδικεύεται από το άρθρο 20(1)(γ), και του άρθρου 23(3)(α) και (β) και (4)(α) του περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Ν.116(Ι)/05, καθώς επίσης και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα των ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης, κατά παράβαση του άρθρου 40(1), (3), (4) και (6) του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Ν.190(Ι)/07.

«Θεωρούμε πως οι δύο Νόμοι, ήτοι ο Ν.116(Ι)/05 και ο Ν.190(Ι)/07, στους οποίους οι δύο κατηγορίες βασίζονται αντίστοιχα τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Λαμβάνοντας υπόψιν το περιεχόμενο των σχετικών άρθρων στα οποία βασίζονται οι δύο κατηγορίες, τα συστατικά των αδικημάτων, το τι αποδίδεται στους Κατηγορούμενους με βάση τις λεπτομέρειες του κάθε αδικήματος καθώς επίσης και την προσαχθείσα μαρτυρία, ιδωμένη στην όψη της, ικανοποιούμαστε πως σε αυτό το στάδιο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τα συστατικά των αδικημάτων εναντίον όλων των Κατηγορουμένων. Επιπλέον θεωρούμε πως αυτή δεν είναι τόσο αντινομική ούτε και στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη των Κατηγορουμένων σε αυτή», αναφέρει η ομόφωνη απόφαση του δικαστηρίου.

«Όσον αφορά την εισήγηση περί της εφαρμογής της αρχής του ηπιότερου Νόμου», προστίθεται στην απόφαση, «λαμβάνουμε υπόψιν τις πρόνοιες του άρθρου 12 του Συντάγματος, τις πρόνοιες του άρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς επίσης τη σχετική νομολογία και θεωρούμε πως η εφαρμογή της δεν είναι τέτοια που να οδηγεί σε αυτό το στάδιο σε απαλλαγή των Κατηγορουμένων από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη ούτως ώστε αυτοί να μην υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπιση τους».

«Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαστε πως η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των Κατηγορουμένων αναφορικά και με τις δύο κατηγορίες ούτως ώστε αυτοί καλούνται να προβάλουν την υπεράσπιση τους», καταλήγει το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του.

Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι με την Marfin Popular Bank, μεταξύ 29 Νοεμβρίου του 2011 και 28 Φεβρουαρίου του 2012, στη Λευκωσία, χειραγώγησαν την αγορά. Δηλαδή, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, διέδωσαν πληροφορίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο κοινό που έδιναν παραπλανητικές ενδείξεις. Δηλαδή, ενώ γνώριζαν ότι υπήρξε απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της τράπεζας στην Ελλάδα (Marfin Egnatia Bank), η οποία ανερχόταν στα €330 εκ. τουλάχιστον, παρέλειψαν να το συμπεριλάβουν στη συνοπτική ενδιάμεση ενοποιημένη οικονομική κατάσταση για την εννιαμηνιαία περίοδο που είχε λήξει στις 30 Σεπτεμβρίου του 2011 και η οποία δημοσιεύθηκε στις 29/11/2011.

Κατηγορούνται, επίσης, ότι με την Marfin Popular Bank, μεταξύ 29 Νοεμβρίου του 2011 και 28 Φεβρουαρίου του 2012, στη Λευκωσία, και ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, προέβησαν σε παραπλανητική ανακοίνωση. Δηλαδή, στις 29/11/11 δημοσιοποίησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου τη συνοπτική ενδιάμεση ενοποιημένη οικονομική κατάσταση για την εννιαμηνιαία περίοδο που είχε λήξει στις 30 Σεπτεμβρίου του 2011, αποκρύβοντας την απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της εταιρείας στην Ελλάδα, η οποία ανερχόταν στα €330 εκ τουλάχιστον.
Για όλους τους κατηγορούμενους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής τους από το δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο που εκδικάζει την υπόθεση, αποτελείται από την Πρόεδρό του, Έλενα Εφραίμ, τον Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή Νίκο Γερολέμου και την Ανώτερη Επαρχιακή Δικαστή Στέλλα Χριστοδουλίδου – Μέσσιου.

Πηγή: ΚΥΠΕ


Επιστροφή
στην αρχή