Η ομοφυλοφιλία δεν είναι πλέον έγκλημα στην Ινδία

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΔΙΕΘΝΗ

Έξω από το Δικαστήριο βρίσκονταν οι υπερασπιστές της κατάργησης του παλιού νόμου, οι οποίοι με το άκουσμα της απόφασης άρχισαν να χειροκροτούν

Σε μία ιστορική απόφαση κατέληξε σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας, το οποίο ανέτρεψε την απόφαση του 2013 (γνωστή και ως Άρθρο 377), η οποία χαρακτήριζε τον γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου ως «αφύσικο αδίκημα».

Ο νόμος ήταν σε ισχύ εδώ και πολλά χρόνια στην Ινδία, η οποία παρουσιαζόταν απρόθυμη να προχωρήσει σε κατάργησή του. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα πραγματοποιήθηκαν πολλές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, γεγονός που ανάγκασε την κυβέρνηση να αλλάξει στάση στο θέμα αυτό.

Έξω από το Δικαστήριο βρίσκονταν οι υπερασπιστές της κατάργησης του παλιού νόμου, οι οποίοι με το άκουσμα της απόφασης άρχισαν να χειροκροτούν, ενώ κάποιοι ξέσπασαν σε κλάματα.

Μιλώντας στην Guardian η Ritu Dalmia, μία εξ αυτών που υπέγραψαν το υπόμνημα, ανέφερε πως η απόφαση αυτή της έδωσε ελπίδα. «Παρά τα παράπονά μας, αυτή η απόφαση έδειξε ότι στο τελικά είμαστε μία δημοκρατία, όπου η ελευθερία της επιλογής, της έκφρασης, αλλά και τα δικαιώματα των πολιτών, ακόμη υπάρχουν».

Σύμφωνα με νομικούς, καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή της απόφασης, έπαιξε η περσινή απόφαση του δικαστηρίου για την ιδιωτικότητα. Ως αποτέλεσμα, πέντε δικαστές αποφάνθηκαν ότι η απόφαση του 2013 ήταν αντισυνταγματική και ως εκ τούτου έπρεπε να αλλάξει.

Το Άρθρο 377

Ο νόμος είχε τεθεί σε ισχύ πριν από 157 χρόνια επί καιρό αποικιοκρατίας και προνοούσε 10ετή φυλάκιση σε όσους είχαν προβεί σε «αφύσικες παραβάσεις», όπως «τη σαρκική επαφή με τη φύση με κάθε άνθρωπο, γυναίκα ή ζώο». Παράλληλα, νόμος ποινικοποιούσε το πρωκτικό και το στοματικό σεξ, κάτι που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις του ίδιου φύλου.

Οι κοινότητες ομοφυλοφίλων και τρανσέξουαλ της Ινδίας πολέμησαν για πολλά χρόνια προκειμένου να καταργήσουν το νόμο, καταγγέλλοντας μάλιστα επιθέσεις αστυνομικών κατά μελών της ΛΟΑΤΙ κοινότητας. Οι ακτιβιστές των ίσων δικαιωμάτων υποστήριζαν ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου, αποτελούσε απόδειξη διάκρισης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.


Επιστροφή
στην αρχή