Οι βάρβαροι και οι ήρωες...Του Σενέρ Λεβέντ

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Ο Ράντε Κοντζάρ. Ίσως να μην τον έχετε ακούσει ποτέ. Είναι ένας από τους ήρωες της Κροατίας που κατέστη σύμβολο κατά του φασισμού.

Ο Ράντε Κοντζάρ. Ίσως να μην τον έχετε ακούσει ποτέ. Είναι ένας από τους ήρωες της Κροατίας που κατέστη σύμβολο κατά του φασισμού. Ήταν ένας από τους διοργανωτές της αντίστασης εναντίον του φασισμού κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε διατελέσει γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Κροατίας. Το 1942 συνελήφθη από τους Ιταλούς φασίστες και εκτελέστηκε μαζί με 25 συντρόφους του. Μετά την απελευθέρωση στήθηκε το άγαλμά του στο Σπλιτ. Και ξέρετε τι έγινε πριν μερικές μέρες; Το άγαλμα εκείνο δέχθηκε επίθεση από έναν φασίστα. Αλλά την ώρα που ο φασίστας προσπαθούσε να γκρεμίσει το άγαλμα, έπεσε πάνω του η προτομή του Κοντζάρ και τον πλάκωσε. Έσπασε το πόδι του. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Μετά το γεγονός ένας κεντροδεξιός πολιτικός, ο Κρέσο Μπόλιακ, έγραψε το εξής στον λογαριασμό του στο twitter: «Ο Ράντε Κοντζάρ έσπασε τα πόδια των φασιστών 76 χρόνια μετά την εκτέλεσή του από αυτούς».


Η Λέπα Σβετοζάροβνα Ράντιτς ήταν 17 χρόνων. Καταγόταν από τη Βοσνία. Όταν κατακτήθηκε η Γιουγκοσλαβία από τους Γερμανούς ναζί, έγινε αντάρτισσα στο αντιστασιακό μέτωπο. Ήταν ο κρύος χειμώνας του 1943. Πιάστηκε αιχμάλωτη όταν το χωριό Πράσταλο, στο οποίο βρισκόταν, περικυκλώθηκε από τους φασίστες και εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά της. Τη μετέφεραν δίνοντάς της ξύλο. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια επί τρεις ημέρες. Παρ’ όλα τα βασανιστήρια των ναζί, δεν τους ομολόγησε κανέναν σύντροφό της και το μέρος όπου βρισκόταν το καταφύγιό τους. Στο τέλος αποφάσισαν να την απαγχονίσουν. Έδεσαν τα χέρια της με σύρμα τηλεφώνου. Δεν φορούσε παπούτσια, ανέβηκε στο ικρίωμα μόνο με τις μάλλινες κάλτσες της. Θα της χάριζαν τη ζωή αν ομολογούσε πού βρίσκονταν οι παρτιζάνοι και τα πυρομαχικά τους. Δεν το έκανε. Τα τελευταία της λόγια ήταν: «Ζήτω οι παρτιζάνοι! Πολεμήστε για την ελευθερία σας! Μην παραδοθείτε ποτέ! Μπορεί να με σκοτώσουν, αλλά ξέρω ότι οι σύντροφοί μου θα εκδικηθούν για μένα». Ο συνταγματάρχης Smithuber, ο ναζί αξιωματικός που την εκτέλεσε, έγραψε το εξής στην έκθεσή του: «Μια γυναίκα ληστής που απαγχονίστηκε στη Βοσνία. Επέδειξε αντίσταση που όμοιά της δεν υπήρξε ξανά».


Η Ζόγια Κοσμοντεμιάνσκαγια. Ίσως την ξέρετε από το ποίημα που της αφιέρωσε ο Ναζίμ Χικμέτ. Ήταν μόλις 18 χρόνων όταν οι ορδές του Χίτλερ εισέβαλαν στη Σοβιετική Ένωση το 1941. Οι Γερμανοί έφτασαν μέχρι τα περίχωρα της Μόσχας. Είχαν μείνει 30 χιλιόμετρα μέχρι την πόλη. Η Μόσχα επρόκειτο να πέσει ανά πάσα στιγμή. Η Ζόγια, που επέδειξε μεγάλο ηρωισμό σε όλα τα μέτωπα, πιάστηκε αιχμάλωτη από τους Γερμανούς στο τέλος. Όπως λέγεται, η Ζόγια υποβλήθηκε σε βαριά βασανιστήρια αφότου την ξεγύμνωσαν και την άφησαν με τα εσώρουχα. Αλλά δεν αποκάλυψε κανένα μυστικό. Ο ναζί λοχίας, που αργότερα βρέθηκε στη φυλακή, περιέγραψε ως εξής τη Ζόγια, την οποία αποκάλεσε «Ρωσίδα ηρωίδα»: «Δεν θα πρόδιδε τους φίλους της. Έγινε μπλε από το κρύο, έτρεχε αίμα από τις πληγές της, αλλά δεν είπε απολύτως τίποτα. Τα χείλη της ήταν ματωμένα και πρησμένα». Δεν άντεξαν και έφυγαν σε άλλα δωμάτια ακόμα και κάποιοι Γερμανοί αξιωματικοί που ήταν αυτόπτες μάρτυρες των βασανιστηρίων στα οποία υποβαλλόταν. Στο τέλος τη μετέφεραν σε έναν χώρο όπου θα την απαγχόνιζαν και κρέμασαν στον λαιμό της ένα χαρτί που έγραφε «εμπρηστής». Η Ζόγια φώναξε το εξής στους χωρικούς που μαζεύτηκαν γύρω της: «Σύντροφοι! Γιατί είστε τόσο μελαγχολικοί; Δεν φοβάμαι τον θάνατο! Είμαι ευτυχισμένη που θα πεθάνω για τον λαό μου». Ύστερα στράφηκε στους Γερμανούς στρατιώτες και τους είπε: «Τώρα κρεμάτε εμένα, αλλά δεν είμαι μόνη. Είμαστε 200 εκατομμύρια. Δεν μπορείτε να μας κρεμάσετε όλους. Παραδοθείτε πριν είναι πολύ αργά. Η νίκη θα είναι δική μας». Αυτά ήταν τα τελευταία της λόγια. Οι ναζί που την απαγχόνισαν επιχείρησαν να εκδικηθούν ακόμα και το άψυχο σώμα της. Χτύπησαν τη σορό της με τον υποκόπανο των όπλων τους και την κλότσησαν. Έκοψαν τον αριστερό της μαστό. Η Ζόγια ήταν ένα από τα σύμβολα της μεγάλης νίκης. Σήμερα υπάρχει ένα τεράστιο άγαλμά της στο μέρος στο οποίο απαγχονίστηκε.


Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Τον ξέρουν όλοι. Τα ποιήματά του εκδίδονται σε όλες τις γλώσσες. Είναι η περηφάνια του ισπανικού λαού. Εκτελέστηκε από τους φασίστες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία τον Αύγουστο του 1936. Δεν ήξεραν καν ποιον πυροβολούσαν οι στρατιώτες, που έστρεψαν το όπλο τους εναντίον του ενώ βρισκόταν μπροστά σε έναν τοίχο στη φυλακή όπου υποβλήθηκε σε σειρά βασανιστηρίων. Δεν τον αναγνώρισαν καν. Δεν αντιλαμβάνονταν καν τι ποιητή σκότωσαν. Ο Λόρκα δεν τους φοβόταν. Δεν φοβόταν τον θάνατο. Την ώρα που εκείνοι τον σημάδευαν, σήκωσε τη γροθιά του στον αέρα και απήγγειλε το τελευταίο του ποίημα:
«Τι είναι ο άνθρωπος που δεν είναι ελεύθερος;
Πες μου Μαριάννα,
Πες, πώς μπορώ να σε αγαπήσω
Αν δεν είμαι ελεύθερος;
Πώς μπορώ να σου ανοίξω την καρδιά μου,
Αν αυτή η καρδιά δεν είναι δική μου;».
Η καρδιά μας χτυπάει με αγωνία κάποτε κατά τις μακριές κρύες χειμωνιάτικες νύχτες που περνούν με μουρμουρητά. Και μια φωνή διακόπτει τον ύπνο μας. Από τη μια περνούν από δίπλα μας οι βάρβαροι και από την άλλη οι ήρωες. Περνάει ένας Ντενίζ Γκεζμίς, ένας Τσε. Σμίγουν με τον άνεμο που φυσάει από τα βουνά. Και το καταλαβαίνουμε άλλη μια φορά. Αν το φιρμάνι είναι του σουλτάνου, τα βουνά είναι δικά μας!


Επιστροφή
στην αρχή