Η τροπολογία για καθορισμό επετείου του ενωτικού δημοψηφίσματος

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον το ζήτημα των επετείων και γιορτών αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Βουλής

*Του Χαράλαμπου Προύντζου

Το ζήτημα της ένταξης της επετείου του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950 στις εορταζόμενες επετείους είναι κυρίως πολιτικό και δευτερευόντως νομικό. Εντούτοις, είναι σημαντική η νομική πτυχή του ζητήματος γιατί αποκαλύπτει για πολλοστή φορά τις στρεβλώσεις που επιφέρει η de facto κατάργηση της δικοινοτικής ισορροπίας της αρχιτεκτονικής του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αρχικά τονίζεται ότι η προβληματική διάταξη αποτέλεσε τροπολογία στους κανονισμούς λειτουργίας των δημόσιων σχολείων. Οι περί της Λειτουργίας των Δημόσιων Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης Κανονισμοί εκδίδονται δυνάμει του περί Κοινοτικών Σχολείων Μέσης Εκπάιδευσης Νόμου της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης όπως τροποποιήθηκε με τα αρ. 3(2) και 4 του περί της Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και της Ιδρύσεως Υπουργείου Παιδείας Νόμου του 1965.

Στη βάση του Συντάγματος του 1960, τα ζητήματα παιδείας τύγχαναν χειρισμού από τις Κοινοτικές Συνελεύσεις. Με τον περί της Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και της Ιδρύσεως Υπουργείου Παιδείας Νόμο του 1965 η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση διαλύθηκε και οι αρμοδιότητες αυτής μεταβιβάστηκαν ως ακολούθως:

  • Η νομοθετική αρμοδιότητα στη Βουλή των Αντιπροσώπων
  • Η διοικητική αρμοδιότητα στο Υπουργείο Παιδείας το οποίο μέχρι τότε δεν υφίστατο και δημιουργήθηκε συνεπεία του εν λόγω νόμου.

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον το ζήτημα των επετείων και γιορτών αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στη διοικητική αρμοδιότητα του Υπουργείου Παιδείας ή στη νομοθετική αρμοδιότητα η οποία ασκείται υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ο περί Κοινοτικών Σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως Νόμος, 1961 (6/1961ΕΚΣ) προβλέπει στο αρ. 11 την έκδοση κανονισμών και την ψήφιση τους από την Κοινοτική Συνέλευση.

Η αναφορά σε ψήφιση των κανονισμών παραπέμπει στη νομοθετική αρμοδιότητα της Συνελεύσεως. Άρα, ορθά, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει τη νομοθετική αρμοδιότητα για ψήφισή τους. Το θέμα είναι τι πρέπει να περιλαμβάνεται στους εν λόγω κανονισμούς.

Κατά την προσωπική μου άποψη το εν λόγω ζήτημα συνιστά σαφέστατα διοικητικό ζήτημα το οποίο δεν θα έπρεπε να είχε απασχολήσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων υπό τη νομοθετική της ιδιότητα. Είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην επιβαλλόμενη αρχή της διοικητικής ουδετερότητας και όχι της πολιτικής ή νομοθετικής λειτουργίας. Παρόμοια προσέγγιση είχε υιοθετηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πολύ πρόσφατη αναφορά του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας αρ.1/2015 σε σχέση με τα ωράρια καταστημάτων για τα οποία κρίθηκε οτι ενέπιπταν στη διοικητική αρμοδιότητα και στο πλαίσιο της άσκησης εκτελεστικής εξουσίας.

Άρα κατά την προσωπική μου άποψη κακώς τέτοια (και άλλα) ζητήματα εισήχθησαν στους κανονισμούς εξ αρχής.

Ο συντάκτης του Συντάγματος προνόησε για τυχόν προβλήματα που πιθανόν να δημιουργούνταν από τις Κοινοτικές Συνελεύσεις. Εξ ου και εισήχθη στο Σύνταγμα ειδική πρόνοια (Άρθρο 142 του Συντάγματος) το οποίο ενώ σέβεται πλήρως την ανάγκη για σεβασμό στα χαρακτηριστικά έκαστης κοινότητας στην παιδεία δίδει στον Ε/Κ Πρόεδρο και τον Τ/Κ Αντιπρόεδρο τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ως ανάχωμα σε περίπτωση που «νόμος, απόφασις ή ωρισμένη διάταξις αυτών ευρίσκεται σε αντίθεσιν ή ασυμφωνίαν προς τινα διάταξιν του Συντάγματος» προ της δημοσιεύσεως του νόμου ή αποφάσεως αυτής διά της αναφοράς της στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο).                                     

Όπως ανέφερα προηγουμένως, το άρθρο αυτό πρέπει σήμερα να διαβάζεται με αναφορά στη Βουλή των Αντιπροσώπων στο σκέλος που αυτή ενεργεί υπό την ιδιότητά της ως έχουσα νομοθετική αρμοδιότητα που προέκυψε δυνάμει του περί της Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και της Ιδρύσεως Υπουργείου Παιδείας Νόμου του 1965. Η παρούσα περίπτωση δεν αφορά κανονισμούς που η τροποποίησή τους από τη Βουλή επιφέρει και την αυτόματη δημοσίευσή τους.

Ως εκ τούτου, ο Πρόεδρος ενδεχομένως να δύναται να αναφέρει τη σχετική διάταξη στο Ανώτατο Δικαστήριο ή να προσφύγει σε αυτό δυνάμει των αρ.139 - 142 του Συντάγματος λόγω του ότι παραβιάζει:

  • Την αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθότι ο καθορισμός των επετείων αποτελεί διοικητικής φύσεως αρμοδιότητα και όχι νομοθετικής φύσεως για να έχει η Βουλή αρμοδιότητα τροποποίησής της
  • Την αρχή της δικοινοτικότητας του Συντάγματος και του δημοσίου συμφέροντος γιατί υποθάλπει τη δημιουργία διαφορών μεταξύ των δύο κοινοτήτων
  • Θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα συμπεριλαμβανομένου του Άρ.6 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει την προστασία κοινοτήτων και προσώπων από τυχόν δυσμενή διάκριση λόγω της κοινοτικής τους καταγωγής. Πιθανολογείται επίσης παραβίαση και άλλων Άρθρων του Συντάγματος συμπεριλαμβανομένων και των Άρ.18, 19 και 20 του Συντάγματος που διασφαλίζουν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Η διδαχή ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος όπως το ενωτικό δημοψήφισμα είναι θεμιτή αν όχι επιβεβλημένη. Όμως άλλο η διδαχή και άλλο η αναγωγή του σε επέτειο με νομοθέτημα. Σε ένα σύγχρονο και συνταγματικά δικοινοτικό κράτος δεν είναι δυνατόν η Βουλή να νομοθετεί κατά τρόπο που να παρεμβαίνει εισάγοντας την πολιτική στην εκπαίδευση κατά πλήρη περιφρόνηση του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους του οποίου θεματοφύλακας είναι πλέον μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ελλείψει του Τ/Κ Αντιπροέδρου.

Είναι θεμιτό η Βουλή να παρεμβαίνει στην προσωπική συνείδηση και πεποίθηση των πολιτών του κράτους; Δεν έχουν και οι Τ/Κ αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα σύμφωνα με το Σύνταγμα; Τέτοιες αποφάσεις δεν πρέπει να έχουν πολιτική θεώρηση και χροιά αλλά τεχνοκρατική, σεβόμενοι πάντοτε τη βασική αρχή της διοικητικής λειτουργίας που είναι η αρχή της διοικητικής ουδετερότητας αλλά και τη βασική αρχή του Συντάγματός μας, αυτήν της δικοινοτικότητας.

Η πρόταση για άσκηση της αρμοδιότητας για καθορισμό επετείων από το Υπ. Παιδείας είναι προς τη σωστή κατεύθυνση (μετά τον αρχικό καταστροφικό χειρισμό του θέματος), όμως αντιμετωπίζει το σύμπτωμα και όχι την ασθένεια, δηλαδή την υπαγωγή διοικητικών ζητημάτων στην πολιτική. Μια καρκινική κατάσταση η οποία επιδεινώνεται από την έλλειψη δικοινοτικής ισορροπίας στη λειτουργία των θεσμών και δομών.

*Δικηγόρος

cprountzos@pplegal.com.cy

 

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

Γιατί οι Τούρκοι είναι κακοί και οι Έλληνες καλοί;

Γιατί το ΕΛΑΜ και οι κεντρώοι συνοδοιπόροι του επέλεξαν το ενωτικό δημοψήφισμα καθιερώνοντας ειδική αναφορά μνήμης και τιμής στα δημόσια σχολεία

04 / 10
Επιστροφή
στην αρχή