Η τραγωδία της Τόχνης συνεχίζεται…

ΑΠΟΨΗ /UNDERGROUND NOTES

Η Yildan Gulakdeniz γεννήθηκε το 1961 στην Τόχνη… «Όλα τα σπίτια ήταν πετρόκτιστα, όλα είχαν κήπο, όλα ήταν διώροφα…» θυμάται…

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ: 99 966518

 

Η Yildan Gulakdeniz γεννήθηκε το 1961 στην Τόχνη… «Όλα τα σπίτια ήταν πετρόκτιστα, όλα είχαν κήπο, όλα ήταν διώροφα…» θυμάται… Και συνεχίζει για να πει την τραγική της ιστορία σε μια συνέντευξη που μου έδωσε. Αυτή είναι η τραγική ιστορία της Yildan Gulakdeniz της οποίας οι δύο αδελφοί ήταν «αγνοούμενοι» – τους πήραν το 1974 κάποιοι Ελληνοκύπριοι από την Τόχνη και ενώ τα οστά του αδελφού της Ahmet Hamza βρέθηκαν ανάμεσα στα οστά άλλων Τουρκοκυπρίων του δεύτερου λεωφορείου, τα οστά του άλλου της αδελφού Yuksel –που ήταν 19 χρονών– δεν βρέθηκαν στον μαζικό τάφο στην Παρεκκλησιά…

Έτσι αφηγείται την ιστορία της η Yildan:

«Οι μανάδες όλων μας έφτιαχναν λευκαρίτικα κεντήματα… Μαθαίναμε να κεντούμε λευκαρίτικα από πολύ μικρή ηλικία και κεντούσαμε και εμείς. Θυμούμαι όλες τις γειτόνισσες να μαζεύονται στον δρόμο μπροστά από τα σπίτια, αφού τα σπίτια ήταν το ένα δίπλα στο άλλο, δεν υπήρχε χώρος μεταξύ τους… Όταν οι γυναίκες μαζεύονταν για να κεντήσουν λευκαρίτικα, οι άντρες πήγαιναν για να δουλέψουν στη Λεμεσό… Ο πατέρας μου Hamza εργαζόταν στο στρατόπεδο των ΗΕ στο Ζύγι… Η μητέρα μου ονομαζόταν Ayshe…

Δεν ήμασταν πλούσια οικογένεια αλλά ήμασταν ευτυχισμένη οικογένεια… Ήμασταν έξι παιδιά στην οικογένειά μας, τέσσερα αγόρια και δύο κορίτσια. Ήμουν το πιο μικρό παιδί… Όλοι με αγαπούσαν πολύ αφού ήμουν η μικρότερη… Ο αδελφός μου Ahmet Hamza με αγαπούσε πολύ, αυτός που ήταν ‘αγνοούμενος’ και βρέθηκαν τα οστά του… Το 1974 ο αδελφός μου ο Ahmet ήταν 21 χρονών και ο αδελφός μου ο Yuksel που είναι ακόμα ‘αγνοούμενος’ ήταν 19 χρονών. Ήμουν μόλις 13 χρονών… Και οι δύο μου γονείς ήταν από την Τόχνη… Όπως θυμούμαι στη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών πηγαίναμε οικογενειακώς για να μαζέψουμε χαρούπια… Παίζαμε έξω στους δρόμους… Θυμούμαι όμορφα πράγματα από το παρελθόν. Η μητέρα μου έψηνε ψωμί έξω στον φούρνο μία φορά τη βδομάδα. Τα ρούχα τα πλέναμε στο χέρι. Όταν μυρίζομαι απορρυπαντικό, τα θυμούμαι αυτά αφού κόχλαζαν τα λερωμένα ρούχα μέσα σε μεγάλα καζάνια…

Πριν λίγες μέρες πήγαμε στο νότιο μέρος του νησιού μας και καθίσαμε κάπου… Ξαφνικά πρόσεξα ότι εκεί υπήρχε ένα δέντρο zangalak, μια μαυρομάτα…

Όταν είδα εκείνο το δέντρο αναστατώθηκα και είπα στους φίλους μου ‘Βρε παιδιά! Αυτή η μαυρομάτα με τάραξε τόσο πολύ… Το είχα ξεχάσει εντελώς, αλλά τώρα θυμάμαι…’ Πριν τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, ονειρευόμουν το σπίτι μου στην Τόχνη… Ήταν ένα πολύ γερό σπίτι, πετρόκτιστο…

‘Κάποτε ονειρευόμουν τον δρόμο του σπιτιού μου, ονειρευόμουν το σπίτι μου… Πήγα όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα και υπήρχε μόνο αυτή η μαυρομάτα εκεί. Το σπίτι μας ήταν εντελώς ισοπεδωμένο… Στάθηκα εκεί, δεν υπήρχε τίποτα εκτός από τη μαυρομάτα… Έβγαλα φωτογραφίες εκεί… Έτσι η μαυρομάτα αυτή είναι τόσο σημαντική για μένα…’ Αυτά είχα πει στους φίλους μου…

Σκέφτομαι να γράψω ένα βιβλίο – ασχολούμαι με την κεραμική, ίσως να φτιάξω τη μαυρομάτα σε κεραμικό… Κανένας δεν έγραψε για το χωριό μας και κοίτα, είχα δύο αδελφούς ‘αγνοούμενους’, τα οστά του ενός βρέθηκαν, αλλά ο άλλος είναι ακόμα ‘αγνοούμενος’… Η θεία μου είχε τρεις γιους που είχαν σκοτωθεί, ο θείος μου είχε σκοτωθεί… Πολλά άτομα από την οικογένειά μου σκοτώθηκαν το 1974…

Όταν είδα εκείνη τη μαυρομάτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ για μέρες… Θυμόμουν συνεχώς το δέντρο κοντά στο σπίτι μας και όλα εκείνα που είχαν συμβεί στο παρελθόν…

Αποφοίτησα από το δημοτικό και είχα ξεκινήσει το γυμνάσιο. Το σχολείο μας ήταν στην Κοφίνου και έτσι πηγαίναμε με ένα μικρό λεωφορείο… Κάθε τόσο πηγαίναμε στη Λάρνακα ή τη Λεμεσό όπου ζούσε η θεία μου. Οι αδελφοί μου πήγαιναν στο σινεμά στην Κοφίνου και κάποτε με έπαιρναν μαζί τους… Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα έτσι ερχόταν ένα λεωφορείο για να τους πάρει και να πάνε στο σινεμά…

Αυτό που αγαπούσα περισσότερο ως παιδί ήταν οι ‘πούππες’ –οι πάνινες κούκλες– που μου έφτιαχνε η μητέρα μου… Οι κούκλες αυτές ήταν τόσο όμορφες και προσπάθησα να απεικονίσω την ομορφιά τους με την κεραμική…

Σε όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας έπαιζα με εκείνες τις όμορφες κούκλες που έφτιαξε η μητέρα μου. Ήταν τα μόνα μου παιγνίδια… Μια φορά, ο θείος μου που σκοτώθηκε το 1974, είχε έρθει από την Αυστραλία πριν από το 1974 και μου έφερε μια πραγματική κούκλα… Ήμουν τόσο ευτυχισμένη! Για πρώτη φορά είχα ένα πραγματικό παιγνίδι! Αλλά αν με ρωτάς τώρα, δεν θα άλλαζα για τίποτα τις κούκλες που έφτιαξε για μένα η μάνα μου… Δεν έχω καμιά από αυτές – όμως κράτησα πολλά πράγματα… Για παράδειγμα, κράτησα το διαβατήριο του ‘αγνοούμενου’ αδελφού Ahmet… Η αδελφή μου εγκαταστάθηκε στην Αγγλία και ο αδελφός μου Ahmet ήθελε να πάει εκεί, έτσι έβγαλε διαβατήριο το οποίο ποτέ δεν κατάφερε να χρησιμοποιήσει… Όταν φεύγαμε από την Τόχνη, πήρα μαζί μου εκείνο το διαβατήριο και το έφερα εδώ… Το κράτησα, δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί, αλλά το κράτησα ως αναμνηστικό. Είχαν έρθει λειτουργοί από την Κυπριακή Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων για να με επισκεφτούν και να μου πουν ότι βρέθηκαν τα οστά του ενός από τους αδελφούς μου αλλά όχι του άλλου… Βρίσκονταν στο δεύτερο λεωφορείο από την Τόχνη που επρόκειτο να πάει στη Λεμεσό αλλά έγιναν ‘αγνοούμενοι’. Έτσι η ΔΕΑ μου είπε ‘Βρήκαμε τον ένα από τους αδελφούς σου αλλά δεν μπορούμε να ταυτοποιήσουμε ποιος είναι μέσω του DNA, δεν είναι δυνατόν…’. Διότι και οι δύο τους ήταν ελεύθεροι. Τους είπα ‘Μα αυτό είναι χειρότερο! Ο ένας από τους αδελφούς μου θα είναι εκεί, θα πηγαίνω στο νεκροταφείο χωρίς να ξέρω ποιος αδελφός είναι… Για ποιον θα προσεύχομαι; Αυτό είναι χειρότερο για μένα, αυτό είναι ακόμα πιο οδυνηρό!’

‘Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο’ μου είπαν.

Τους είπα ‘Ο αδελφός μου ο Yuksel ήταν πολύ ψηλός… Ο αδελφός μου ο Ahmet ήταν κοντός… Έμοιαζε της μητέρας μου, η μητέρα μου ήταν κοντούλα, ο πατέρας μου ήταν ψηλός και γεροδεμένος…’

‘Όμως πόσο ψηλός ήταν;’ μου είπαν από τη ΔΕΑ.

Τότε θυμήθηκα το διαβατήριο του αδελφού μου Ahmet που είχα πάρει μαζί μου όταν ήρθα στο βόρειο μέρος του νησιού μας.

Τηλεφώνησα στη ΔΕΑ και τους είπα ‘Ο αδελφός μου Ahmet είχε διαβατήριο και εκεί αναγράφεται το πόσο ψηλός ήταν…’

Έτσι έψαξα στο σπίτι μου και βρήκα το διαβατήριο… Και μέσω του διαβατηρίου διασαφηνίστηκε ότι τα οστά που είχαν βρει ανήκαν στον αδελφό μου Ahmet… Εφόσον ο αδελφός μου Ahmet ήταν κοντός, φορούσε εκείνα τα παπούτσια με ψηλό τακούνι που ήταν στη μόδα για τους άντρες εκείνο τον καιρό… Τα ρούχα του ήταν όπως τα είχα περιγράψει και το διαβατήριο οδήγησε στην ταυτοποίηση των οστών του αδελφού μου…

Κράτησα επίσης έναν καθρέφτη που ανήκε στην προγιαγιά μου… Ήμουν μόλις 13 χρονών και η ΟΥΝΦΙΚΥΠ είχε έρθει για να μας μεταφέρει με τα έπιπλά μας στο βόρειο μέρος του νησιού. Η μητέρα μου βρισκόταν στο Λονδίνο το 1974 αφού γεννούσε η αδελφή μου… Έτσι έπρεπε να διαλέξω τι θα έπαιρνα από το σπίτι και πήρα εκείνο τον καθρέφτη…

Εκείνες τις μέρες του Αυγούστου 1974 όλοι μας ζούσαμε με τον φόβο. Μαζευόμασταν στα σπίτια – δεν είδα να παίρνουν τους αδελφούς μου, αλλά είδα να παίρνουν άλλους… Κάποιοι Ελληνοκύπριοι έρχονταν στα σπίτι με όπλα και έλεγαν ‘Θα σας πάρουμε αιχμάλωτους και θα σας πάρουμε στη Λεμεσό…’

Στο σπίτι του μουχτάρη υπήρχε σέντε… Οι δυο μου αδελφοί και οι γιοι της κυρίας Fatma, της γυναίκας του μουχτάρη, είχαν κρυφτεί εκεί… Ήρθαν και έψαξαν και δεν βρήκαν κανέναν.

Μετά η κυρία Fatma μου έδωσε το ρολόι του αδελφού μου του Ahmet, το είχε βγάλει από το χέρι του και το είχε δώσει στην κυρία Fatma για να μου το δώσει, λέγοντάς της ‘Σου αναθέτω την αδελφή μου Yildan, σε παρακαλώ δώσε της το ρολόι αυτό…’

Όταν έφυγαν οι Ελληνοκύπριοι, είχαν κατέβει από το πατάρι οι δύο μου αδελφοί, ο σύζυγός της και οι δύο της γιοι… Και είπαν ‘Αφήστε μας να πάμε και να παραδοθούμε… Τουλάχιστον αυτό θα είναι καλύτερο…’

Διότι τι είχαν πει οι Ελληνοκύπριοι όταν είχαν έρθει;

‘Αν δεν παραδοθούν, τη στιγμή που θα τους δούμε θα τους πυροβολήσουμε…’

Έτσι σκέφτηκαν ‘Είναι καλύτερα να πάμε και να παραδοθούμε, αφού θα πάμε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων…’

Έτσι είναι που πήγαν οι δύο μου αδελφοί και παραδόθηκαν…

Είχα δύο άλλους αδελφούς αλλά ήταν κρυμμένοι αλλού. Οι αδελφοί μου Birol και Yildiray είχαν κρυφτεί και έτσι σώθηκαν. Κρύβονταν στο βουνό.

Έτσι οι αδελφοί μου Yuksel και Ahmet πήγαν – δεν τους έπιασαν, πήγαν οικειοθελώς και παραδόθηκαν.

Οι Ελληνοκύπριοι είχαν έρθει στο σπίτι της γυναίκας του μουχτάρη, της κυρίας Fatma, ένα απόγευμα – ίσως στις 14 ή 15 Αυγούστου… Την ίδια μέρα πήγαν και παραδόθηκαν. Την επόμενη μέρα προς το μεσημέρι, ήρθαν λεωφορεία στην Τόχνη. Μας είπαν ότι τους είχαν δει στο δεύτερο λεωφορείο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Suat –που επέζησε από τη σφαγή– ήταν στο δεύτερο λεωφορείο…

Τα οστά του αδελφού μου του Ahmet βρέθηκαν με εκείνων που βρίσκονταν στο δεύτερο λεωφορείο. Οι λειτουργοί της ΔΕΑ μου είπαν ότι τα οστά του Niyazi Musa από το πρώτο λεωφορείο επίσης δεν βρέθηκαν… Και τα οστά του αδελφού μου Yuksel από το δεύτερο λεωφορείο δεν βρέθηκαν…

Μου είπαν ότι σύμφωνα με τον Suat, ο Niyazi πυροβολήθηκε στα πόδια, ίσως να μπόρεσε να συρθεί σε κάποιο σημείο για να διαφύγει και μετά έγινε ‘αγνοούμενος’…

Δεν πήγα ποτέ στον μαζικό τάφο στην Παρεκκλησιά, αλλά μας έδειξαν τις φωτογραφίες… Έσκαψαν τόσο πολύ και δεν μπόρεσαν να βρουν τον αδελφό μου… Άρα πού είναι; Είναι ζωντανός; Αυτό δεν είναι αδύνατο, τα πάντα είναι δυνατά σε αυτή της ζωή… Ίσως να έχασε τη μνήμη του; Όταν κάποιος είναι ‘αγνοούμενος’ υπάρχει αυτή η ελπίδα, και όταν ελπίζεις, ελπίζεις… Τώρα θα πάω στον τάφο του αδελφού μου του Ahmet και δίπλα του είναι ο τάφος του αδελφού μου του Yuksel αλλά είναι άδειος… Σε όλη μου τη ζωή θα πηγαίνω και θα βλέπω εκείνο τον άδειο τάφο; Θα λέω ‘Πού να είναι;’.

Το δυσκολότερο πράγμα για μένα ήταν να το πω στον 90χρονο πατέρα μου. Ζει και είναι καλά… Έχει τα λογικά του και κάποτε μας συμβουλεύει για διάφορα πράγματα…

Έπρεπε να του πω ότι τα οστά ενός από τους γιους του βρέθηκαν αλλά όχι του άλλου…

Για μέρες δεν του το έλεγα. Όμως διαισθάνθηκε ότι ήμουν λυπημένη… Μετά σκεφτήκαμε ‘Μπορεί να πάει κάποιος και να του το πει, έτσι είναι καλύτερα να του το πούμε εμείς…’

Του το είπα απαλά ‘Βρέθηκε ο ένας από τους γιους σου, αλλά όχι ο άλλος…’

Ήταν πολύ λυπημένος εκείνη τη μέρα… Ακόμα δεν έχει συνέλθει…

‘Ο αδελφός μου ο Ahmet είχε διαβατήριο έτσι ήξεραν το ύψος του και έτσι τον βρήκαν…. Θα βρούνε και τον αδελφό μου τον Yuksel’ του είπα πολύ ήρεμα…

Τώρα συνεχώς σκέφτομαι… Ο αδελφός μου ο Yuksel ήταν πολύ ψηλός… Έμοιαζε πολύ με νεαρό Άγγλο… Ήταν πολύ ξανθό αγόρι…Είχε ξανθά μαλλιά…

Όταν τον έβλεπες δεν θα μπορούσες να πεις ότι ήταν Τουρκοκύπριος…

Ήταν ψηλός, λεπτός, ξανθός… Είχε λίγες φακίδες… Πήγαινε στη δουλειά με τον πατέρα μου στο στρατόπεδο των ΗΝ για δουλειές μερικής απασχόλησης ή εργαζόταν στη Λεμεσό… Δούλευε οικοδόμος…

Όταν πήγαινε στη Λεμεσό, πάντοτε νόμιζαν ότι ήταν Άγγλος και του έλεγαν ‘Hello’… Έτσι ποτέ δεν τους είπε ότι είχαν λάθος…

Ίσως πήγε στις Βρετανικές Βάσεις και κατάφερε να μπει σε αεροπλάνο για να πάει στο Λονδίνο αφού απομάκρυναν τους Βρετανούς τουρίστες… Τους έμοιαζε…

Έκανα αίτηση στο όνομα του πατέρα μου στη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων… Μου είχαν πει ότι στην Παρεκκλησιά είχαν σκάψει μέχρι ενός σημείου αλλά υπήρχε αυτό το μηχάνημα και ήταν επικίνδυνο να θάψουνε εκεί… Το θεώρησα απίθανο, δεν θα έβρισκαν έστω και ένα κόκκαλο;

Ίσως κάποιος να έρθει και να μας πει… Αυτός είναι μεγάλος πόνος για μας… Θέλουμε να μάθουμε τι του συνέβη, πού βρίσκεται… Η ΔΕΑ μας είπε ότι τους πυροβόλησαν αλλού και μετά τους έθαψαν στην Παρεκκλησιά… Μας είπαν ότι υπάρχει ένα κενό…

Δεν χάνω την ελπίδα… Ίσως ο αδελφός μου είναι αλλού, ίσως είναι εκεί – ίσως μας πει κάποιος που ξέρει… Ίσως κάποιος θα είναι σπλαχνικός και να επικοινωνήσει μαζί σου και να σου πει… Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;»


Επιστροφή
στην αρχή