Η Τουρκία και εμείς

ΑΠΟΨΗ /ΑΥΤΟΝΟΗΤΑ

Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης όταν ακόμα υπήρχε ζωντανή η ελπίδα για το Ευρωσύνταγμα. Με τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στο εσωτερικό της ΕΕ από το 2008 και μετά, η ανατολική διεύρυνση, συγκεκριμένα με την Τουρκία, μοιάζει αδύνατη.

Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης όταν ακόμα υπήρχε ζωντανή η ελπίδα για το Ευρωσύνταγμα. Με τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στο εσωτερικό της ΕΕ από το 2008 και μετά, η ανατολική διεύρυνση, συγκεκριμένα με την Τουρκία, μοιάζει αδύνατη. Η Ευρώπη δεν μπορεί σήμερα να εγγυηθεί την ευημερία των πολιτών της με τους ίδιους όρους των προηγούμενων δεκαετιών, πόσω μάλλον να ανοιχτεί σε μια μεγάλη και ασταθή χώρα. Οι τελευταίες δηλώσεις του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ήταν σαφείς: τα επόμενα πέντε χρόνια δεν μπορεί να ενταχθεί κάποιο νέο κράτος, παρόλο που οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν. Τι κάνουμε εμείς ως προς αυτή την εξέλιξη; Αφήνουμε στο ψυγείο την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας με τη λογική ότι μπορεί να αναθερμανθεί σε βάθος χρόνου ακόμα και με καθεστώς «ειδικής σχέσης»; Τι σημαίνει το σε βάθος χρόνου για το Κυπριακό και την κατεχόμενη πατρίδα μας;

 


Σε εθνικό επίπεδο, Ελλάδα και Κύπρος ακολουθούμε τη στρατηγική του Ελσίνκι από κεκτημένη ταχύτητα, ελλείψει μιας νέας στρατηγικής που θα λαμβάνει υπόψη το αδιέξοδο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η στρατηγική του Ελσίνκι (που είχε ως καταληκτικό της σημείο την ένταξη της Τουρκίας) ήταν μια λογική πολιτική γραμμή, συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί της, με πιθανότητες επιτυχίας τη δεκαετία του ?90. Οδήγησε στο σχέδιο Ανάν το 2004, ενώ ταυτόχρονα επιδίωκε τη συνολική επίλυση των ελληνοτουρκικών στη Χάγη. Η συγκυρία αυτή έχει χαθεί οριστικά και αμετάκλητα. Δεν μπορούμε άλλο να υποκρινόμαστε ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας είναι ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια μας, εκτός εάν κατεβάζουμε τον πήχη της εθνικής μας στρατηγικής στο επίπεδο του παιγνίου των εντυπώσεων για εσωτερική κατανάλωση.

 


Η ελληνική κυβέρνηση αυτήν τη στιγμή παραμένει αδρανής και αδύναμη στην εξωτερική της πολιτική, χωρίς εθνική στρατηγική. Βρίσκεται σε μεγάλη εσωστρέφεια λόγω της οξείας οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει. Το ελληνικό κούρεμα που κόστισε στις κυπριακές τράπεζες 4,5 δισ. απέδειξε περίτρανα για άλλη μία φορά ότι σε κρίσιμες συνθήκες επικρατεί αντί το «ενιαίου αμυντικού δόγματος», το δόγμα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Δεν παραγνωρίζω τις ιστορικές σχέσεις των δύο χωρών, αλλά θα ήταν αφέλεια αυτήν τη στιγμή να πιστέψει κανείς ότι η Ελλάδα μπορεί να μας προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική στήριξη. Η Τουρκία παραμένει ένας ισχυρός παίκτης στη Μέση Ανατολή, ένας υπολογίσιμος συνομιλητής της Δύσης αλλά και της Ρωσίας. Η Κύπρος καταφέρνει να απορροφά τους κραδασμούς τής περιοχής ως το νοτιοανατολικότερο άκρο της ΕΕ και αποκτά μια νέα δυναμική εξαιτίας του φυσικού της πλούτου. Όταν οι μεγάλες δυνάμεις ανοίγουν τον χάρτη της περιοχής, όσο κι αν δεν μας αρέσει η πραγματικότητα, βλέπουν μια μεγάλη σε ισχύ χώρα εκτός ΕΕ και μια μικρή σε ισχύ χώρα εντός ΕΕ. Η προσπάθεια της κυβέρνησης είναι να κάνει όσο γίνεται πιο σταθερή και αξιόπιστη την ισχύ της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Το αύριο

 

Δεδομένης της αδιαλλαξίας της Τουρκίας που έχει την ισχύ με το μέρος της, πώς μπορούμε να εκμεταλλευτούμε το απρόσμενο δώρο του φυσικού μας πλούτου για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για την επανένωση του τόπου; Ποια είναι τα ρίσκα που παίρνουμε εάν αγνοήσουμε την Τουρκία στο παιχνίδι με το φυσικό αέριο; Ποια τα πιθανά σενάρια; Σενάριο 1ο: Να προχωρήσουμε χωρίς την Τουρκία. Εάν ναι, χρειαζόμαστε ισχυρούς συμμάχους, κυρίως Δυτικούς, που θα εγγυηθούν την ασφάλεια του εγχειρήματος, μιας και η Τουρκία είναι μια χώρα που χρησιμοποιεί εμπόλεμα μέσα για να επιβάλει την εξωτερική της πολιτική. Υπάρχουν τέτοιοι σύμμαχοι που θα αγνοήσουν την Τουρκία για χάρη μας; Ας φανταστούμε για μια στιγμή ότι υπάρχουν. Τι θα της δώσουν ως αντάλλαγμα; Εάν ο στόχος είναι να προχωρήσουμε χωρίς την Τουρκία, τότε γιατί λέμε ότι ο φυσικός μας πλούτος είναι το δυνατό μας χαρτί, που μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για την επανένωση του τόπου; Εκτός εάν πιστεύουμε ότι η ισχύς μας, λόγω φυσικού πλούτου, αναβαθμίζεται τόσο πολύ, που οι σύμμαχοί μας θα αγνοήσουν την Τουρκία. Όπως και να έχει, το σενάριο χωρίς την Τουρκία έχει ρίσκα, που πιθανόν να οδηγήσουν στην οριστική διχοτόμηση ή να μας περιπλέξουν σε μια εμπόλεμη συνθήκη. Σενάριο 2ο: Να προχωρήσουμε σε συνεννόηση με την Τουρκία. Αυτό το σενάριο σκαλώνει στην αδιαλλαξία της Τουρκίας αλλά και στη δική μας άρνηση να δεχτούμε τη λογική «οδυνηρών συμβιβασμών / win-win διευθετήσεων» που θα μπορούσαν να αλλάξουν τη συγκρουσιακή πορεία των σχέσεων των δύο χωρών.


Επιστροφή
στην αρχή