Οι ταβέρνες ζωντανεύουν τους συνοικισμούς

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ
Οι ιστορίες πίσω από 3 μαγαζιά που άνοιξαν σε πλατείες προσφυγικών οικισμών στη Λευκωσία. Ο Ερημήτης του Αγ. Μάμα, το Καπηλειό και η Καρδιά του μάγκα.

Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, οι προσφυγικοί οικισμοί έσφυζαν από ζωή. Τα νέα, μικρά χωριά που κτίστηκαν από την κουτσουρεμένη πια Κυπριακή Δημοκρατία στέγασαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αφενός την ελπίδα και τα όνειρα των προσφύγων του 1974 για επιστροφή, κι αφετέρου τη δίψα τους για συνέχιση της ζωής.

Ένα πάλεμα καθημερινό των ανθρώπων. Από τη μια οι οδυνηρές εμπειρίες, η πίκρα της ξενιτιάς και ο νόστος της επιστροφής, ένας καθημερινός ανήφορος, και από την άλλη το λάξευμα της πέτρας γιατί δεν τους έμεινε πια και τίποτα άλλο πέρα από τη δύναμη για την επαναδημιουργία. Και μετά ήρθε η αποσύνθεση. Τα μικρά παιδιά των συνοικισμών σαραντάρισαν και πενηντάρισαν. Αυτοί που έφυγαν στα 20 έγειραν πια τα 70. Οι γονείς και οι παππούδες πεθαίνουν ένας-ένας, γι’ αυτό πολλά σπίτια στους συνοικισμούς στέκουν πια σαν τα κουφάρια στο πεδίο της μάχης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ξεφύτρωσαν μέσα στις πλατείες συνοικισμών της Λευκωσίας τα τελευταία λίγα χρόνια κάποια μαγαζιά τα οποία έρχονται να ελαφρύνουν αυτό το κλίμα της εγκατάλειψης που επικρατεί στους προσφυγικούς οικισμούς, βάζοντάς τους ξανά στον χάρτη. Τους τολμηρούς αυτούς επενδυτές, πρόσφυγες, πρώτης και δεύτερης γενιάς, παρουσιάζει σήμερα ο «Π». Μας μιλάνε για την αποφασιστικότητα πίσω από το εγχείρημά τους να ανοίξουν ταβέρνες σε περιοχές που δεν είναι καθόλου hot spot των αστικών κέντρων, κι ούτε ποτέ ανέμενε κανείς πως θα ήταν, ποια είναι η φιλοσοφία πίσω από το εγχείρημά τους και πώς κατάφεραν να κερδίσουν την πελατεία τους και να κάνουν γνωστά τα μαγαζιά τους και τα ονόματα των συνοικισμών που στέγασαν τις επιχειρήσεις τους.

 

«Ο Ερημίτης» του Αγίου Μάμαντος

Ο Χριστάκης Ιωάννου, 65 ετών, ήταν ο πρώτος κοινοτάρχης του συνοικισμού του Αγίου Μάμαντος στη Λακατάμια. Γεννημένος στη Λεμεσό, εσωτερικός μετανάστης στη Λευκωσία κι απ’ εκεί στη Ζώδια όπου παντρεύτηκε το 1974, αλλά δυστυχώς δεν ευτύχησε να φτιάξει στο εύφορο χωριό της Μόρφου την οικογένειά του.
«Το 1978 εγκατασταθήκαμε στον συνοικισμό του Αγίου Μάμα.

Ήμασταν από τους πρώτους κατοίκους. Τότε ήταν όλο ζωή ο συνοικισμός. Υπήρχε νεολαία. Σχεδόν 2.000 κόσμος. Εδώ στην πλατεία όπου βρίσκεται η ψαροταβέρνα μας δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα, αυτή η ερημιά. Υπήρχε κρεοπωλείο, περίπτερο, το κέντρο νεότητας που είχα ιδρύσει εγώ το 1981. Είχαμε χορευτικό συγκρότημα, ποδοσφαιρική ομάδα, ήταν μια υγιής κατάσταση, βγάλαμε καλά παιδιά. Παρά τη διαφορετικότητα, αφού προερχόμασταν από 72 διαφορετικά χωριά, υπήρχε αλληλεγγύη και σεβασμός.

Τώρα πια, όσοι μείναμε, είμαστε οι πλείστοι συνταξιούχοι. Τελευταίως έγιναν κάποιες νέες πολυκατοικίες που έφεραν λίγα νέα ζευγάρια, τα περισσότερα σπίτια του συνοικισμού ωστόσο είναι εγκαταλελειμμένα. Πεθαίνουν οι παλιοί και κλείνουν τα σπίτια. Σβήνει ο συνοικισμός».
Παρ' όλα αυτά μέσα σε τούτο το κλίμα ο κ. Χριστάκης επιλέγει να φτιάξει την ψαροταβέρνα του στον συνοικισμό. Το οίκημα που στεγάζει τον «Ερημίτη» του το ενοικιάζει από το 1981. Ήταν ο πολιτιστικός όμιλος του Αγίου Μάμαντος.

Το ψάρι είναι η δουλειά του κ. Χριστάκη. Εκτός του ότι από το 1988 έως το 1997, οπόταν κι απεβίωσε η σύζυγός του και είχε να μεγαλώσει τρία παιδιά, με τη μικρότερη κορούλα του να είναι 2-3 ετών, διατηρούσε ψαροταβέρνα λίγο έξω απ’ τον συνοικισμό, πήγαινε και για ψάρεμα με φίλους. «Έχω μια εμπειρία στο ψάρι κοντά 40 χρόνια. Για αυτό και πολλοί φίλοι μου που ξέρουν το πάθος μου με παρότρυναν να ανοίξω μια ψαροταβέρνα. Τον 'Ερημίτη' τον ανοίξαμε πριν από τέσσερα χρόνια».

Τα βιώματα

Με περηφάνια μας λέει πως ο ίδιος έφτιαξε αυτό τον χώρο, και η αλήθεια είναι πως είναι πως έχει πολύ γούστο. Στην αυλή του« Ερημίτη», όπου κάθε γωνιά είναι και διαφορετική, νιώθεις πως βρίσκεσαι σε μια ερημική παραλία, παρότι δίπλα σου τρώει και συνομιλεί μια άλλη παρέα.

«Όταν πας να δημιουργήσεις κάτι, το παρελθόν σου σε παίρνει πίσω. Είναι τα βιώματα που έχεις, οι γειτονιές που έζησες, οι μνήμες σου. Εγώ τα έκανα όλα μόνος μου. Τις πέτρες τις έφερα από τη Μαδαρή. Έφερνα την πέτρα, ζύμωνα, έκτιζα. Και επειδή έζησα την ιστορία του τόπου μας, θα δεις στους τοίχους ήρωες της ΕΟΚΑ, εικόνες από τη θρησκεία μας, χρώματα της Μεσογείου και της θάλασσας. Με το μαγαζί μας κάναμε κίνηση και στον συνοικισμό. Ποιος ήξερε πριν τον Άγιο Μάμα; Με την κουβέντα αυτή που έγινε άρχισε να έρχεται κόσμος, ζωντάνεψε η περιοχή».

Φρέσκο, καλό ψάρι

Δύσκολα, του λέμε, βρίσκεις καλό ψάρι στην Κύπρο να φας. Όπως μας λέει, το μικρό μαγαζί του μπορεί να προσφέρει ποιότητα, κάτι που αδυνατεί ένα μεγάλο, ειδικά παραθαλάσσιο, μαγαζί, το οποίο έχει να εξυπηρετήσει καθημερινά εκατοντάδες πελάτες.

Οι δικοί του ψαράδες είναι επώνυμοι και τον προμηθεύουν καθημερινά με φρέσκο ψάρι. «Αναλόγως των κρατήσεων που θα έχω, υπολογίζω τις ποσότητες που θα πάρω. Σερβίρω ό,τι ψαρεύουν την ημέρα οι προμηθευτές μου. Θάλασσα είναι αυτή».

Σε αντίθεση με την επικρατούσα αντίληψη, μας λέει πως βγάζουν ψάρι οι κυπριακές θάλασσες. Μόνο, του λέμε, που δεν ξέρουμε τι τρώμε στις ταβέρνες. Αν είναι φρέσκα ή κατεψυγμένα και αποπαγωμένα… «Να έχεις πάντα υπόψη σου ότι τα μικρά ψάρια δεν είναι ποτέ κατεψυγμένα. Σκάρος δεν υπάρχει κατεψυγμένος, ούτε κουρκούνα. Μπαρμπούνια υπάρχουν, αλλά αυτά τα καταλαβαίνεις από το κόκαλο. Αν είναι μαύρο και σπάει, είναι κατεψυγμένο. Στα φρέσκα το κόκαλο βγαίνει ολόκληρο. Το φρέσκο ψάρι το αναγνωρίζεις κι από τη γυαλάδα του ματιού. Όταν το δεις θολωμένο, μην το πάρεις».

Ψάρι για κάθε εποχή

Όπως μας λέει, χειμώνα - καλοκαίρι βγάζει η κυπριακή θάλασσα φρέσκο ψάρι. «Το καλοκαίρι θα βρεις τον σκάρο και την κουρκούνα. Αυτή την περίοδο θα ξεκινήσει η σουπιά και το καλαμάρι, η μαρίδα και οι σοργοί. Μες στον χειμώνα εμφανίζονται και τα μεγάλα ψάρια. Οι συναγρίδες, οι ορφοί, τα φαγκριά. Αυτά τα φέρνω σε λίγες ποσότητες. Γιατί ορθά λέμε πως αν δεν το πουλήσεις το ψάρι θα σε πουλήσει αυτό».

Λάδι φρέσκο κάθε μέρα

Στην ψαροταβέρνα δουλεύουν και τα τρία παιδιά του. Η Χριστίνα, ο Μάριος και ο Νεόφυτος. Είναι ανοικτοί από Τρίτη μέχρι Σάββατο και μόνο βράδυ. Αυτός που μαγειρεύει είναι ο ίδιος. «Εδώ θα φας φρέσκο καλαμάρι στα κάρβουνα, σουπιές στα κάρβουνα και χταπόδι. Τώρα που θα μπει χειμώνας θα αρχίσω να φτιάχνω το καλαμάρι μαγειρευτό και τις σουπιές με το μελάνι τους κι αυτές μαγειρευτές. Το μενού αλλάζει αναλόγως της εποχής, αλλά αυτό που μένει είναι η ποιότητα. Να είναι σταθερή. Αυτός που θέλει να φάει, να έρθει να το ευχαριστηθεί για να ξαναέρθει και να σε συστήσει παρακάτω. Αυτή είναι η καλύτερη διαφήμιση. Η ποιότητά σου. Τον πελάτη σου δεν πρέπει να τον βλέπεις σαν λεφτά αλλά σαν άνθρωπο. Το πιο βασικό σε μια ψαροταβέρνα είναι να αλλάζεις καθημερινά το λάδι της φριτέζας. Διότι οι ξένοι έρχονται για να φάνε σαν το σπίτι τους».

 


«Το Καπηλειό» του Γιώργου στις Κόκκινες

Όταν έγινε η εισβολή, ο Γιώργος Πίσινος ήταν δέκα ετών. Η εκτοπισθείσα οικογένειά του από την Κάτω Ζώδια μετοίκησε στην Κακοπετριά μέχρι το 1980, οπόταν δόθηκε στην οικογένεια ένα σπίτι στον προσφυγικό οικισμό Κόκκινες. Ο Γιώργος νιώθει τις Κόκκινες σαν το τρίτο του χωριό.

«Μεγάλωσα στον συνοικισμό. Ήμουν στην πρώτη γυμνασίου όταν ξεκινήσαμε εδώ τη ζωή μας. Άλλοι καιροί. Θυμάμαι τη μητέρα μου, τη Μηλιά, καθώς φεύγαμε από το σπίτι για να παίξουμε μπάλα μες στα χωράφια, εδώ που τώρα είναι η εκκλησιά, που μας έλεγε όταν ανάψουν οι λάμπες του οδικού φωτισμού να γυρίσουμε στο σπίτι. Σήμερα τα παιδιά γυρνάνε μέχρι τις πέντε το πρωί και κανείς δεν τους ρωτά»…

Αλλαγή σταδιοδρομίας

Κάποτε ο Γιώργος μεγάλωσε, τελείωσε τον στρατό και πήγε για σπουδές. Το δίπλωμα του ηλεκτρολόγου μηχανικού του έδωσε τα διαβατήριο για να εργαστεί για 22 ολόκληρα χρόνια ως τεχνικός και μετά ως service manager σε μία ιδιωτική εταιρεία. Εκεί θα ήταν ακόμη εάν η εταιρεία λόγω της κρίσης δεν πτώχευε… Ο Γιώργος, πατέρας τριών παιδιών, μετά το πρώτο σοκ της ανεργίας, ήξερε πως έπρεπε να δράσει άμεσα. Τα δύο από τα τρία του παιδιά φοιτούσαν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού κι έπρεπε να βρεθούν οι πόροι για να μπορέσει η οικογένεια να συνεχίσει ομαλά την καθημερινότητά της.

«Σπούδασα ηλεκτρονικά. Νόμιζα ότι θα συνταξιοδοτηθώ στον πάγκο με τα ηλεκτρονικά. Αυτή η εξέλιξη ήταν πέρα από κάθε φαντασία… Υποχρεώθηκα να αλλάξω πορεία. Ξαφνικά, εκεί που έχεις τη σιγουριά ενός σίγουρου μισθού, βρίσκεσαι στον δρόμο. Αναρωτιέσαι πώς θα τα καταφέρεις. Ξεκίνησα δειλά. Και τώρα πια δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα πάω ξανά πίσω από έναν πάγκο εργασίας. Υπάρχει, ναι, άγχος, έχεις μεροκάματα να πληρώσεις, αλλά μου αρέσει αυτή η ελευθερία που μου δίνει αυτή η δουλειά στην ταβέρνα και η επαφή με τον κόσμο».

Το παλιό καφενείο

Η ιδέα να ενοικιάσει το παλιό καφενείο του κ. Ανδρέα στην πλατεία του συνοικισμού, όπου εξακολουθεί να ζει, για να το μετατρέψει αρχικά σε καφετέρια και μετά σε μουσική ταβέρνα, του άλλαξε τη ζωή ολόκληρη. Ήταν μια τολμηρή ιδέα δεδομένου ότι δεν γνώριζε από τέτοιες δουλειές, και η περιοχή δεν είχε ζωή. Αντίθετα, η πορεία ήταν φθίνουσα.

«Όταν πριν από επτά χρόνια αποφασίσαμε να ανοίξουμε εδώ το καφέ, η περιοχή δεν είχε καθόλου ζωή. Έβλεπες τα βράδια νεαρούς να ανάβουν μΊα βαρέλα και να ανάβουν κάρβουνα. Παλιά εδώ ο χώρος έσφυζε από ζωή. Υπήρχε κρεοπωλείο, μπακάλικο, περίπτερο, μια κατάσταση που άρχισε να μαραίνεται με την πάροδο του χρόνου. Όταν το ’87 επέστρεψα απ’ τις σπουδές μου, ήδη είχαν αρχίσει να ανοίγουν τα μεγάλα σουπερμάρκετ και να φθίνει ο συνοικισμός. Μέχρι που έκλεισαν όλοι. Τώρα πια μετά από τόσα χρόνια δικής μας παρουσίας εδώ ο χώρος άρχισε να ζωντανεύει ξανά. Να δημιουργείται ξανά. Υπάρχουν ακόμη μαγαζιά που είναι αφημένα, αλλά και άλλα που νοικιάστηκαν. Πλέον υπάρχει κομμωτήριο, γραφεία, ινστιτούτο αισθητικής. Κάποιος έπρεπε να ξεκινήσει για να ακολουθήσουν και οι άλλοι».

Τα ενοίκια

Τα ενοίκια, όπως μας λέει, είναι πολύ χαμηλότερα απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές. Ένα μαγαζί 50 τετραγωνικών πάει περίπου στα 250 ευρώ μηνιαίως. «Η επένδυση που θα κάνεις είναι η ίδια όπου και να την κάνεις. Το μόνο που διαφέρει είναι το μηνιαίο ενοίκιο. Βεβαίως ξέρεις ότι θα είναι περιορισμένο το πελατολόγιό σου στοΝ συνοικισμό. Πρέπει να μοχθήσεις να φέρεις κόσμο. Αυτό κάναμε κι εμείς με σκληρή δουλειά, προσφέροντας ποιότητα και φιλοξενία».

Σπιτικό φαγητό

Στην αρχή το καφέ του ήταν χώρος συνάντησης για ποδοσφαιρόφιλους, για να παρακολουθήσουν τα ματς. Μετά, όπως μας λέει ο Γιώργος, άρχισε δειλά-δειλά να διοργανώνει κάποια βράδια με μουσική και κρασί, κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Όταν είδε πως ο χώρος γινόταν στέκι και για γνωστούς και φίλους ξεπερνώντας τα όρια του συνοικισμού, στα δυο χρόνια πάνω από τη λειτουργία το μετέτρεψε σε ταβέρνα. «Το καπηλειό».

«Μαζεύαμε συνταγές από τη μητέρα μου, τη γυναίκα μου, την πεθερά μου, την κ. Γεωργία που ήρθε εδώ να εργαστεί. Ο κόσμος ερχόταν για το σπιτικό φαγητό που σερβίραμε. Στην αρχή ξεκινήσαμε με έναν μουσικό, μετά φέραμε και ένα μπουζούκι, και τώρα έχουμε και μία κοπέλα που τραγουδά για να εμπλουτίσουμε το ρεπερτόριο».

Μια πράσινη αυλή

Ο Γιώργος έφτιαξε έναν πολύ προσεγμένο χώρο στην καρδιά ενός συνοικισμού. Μια αυλή γεμάτη πράσινο, ενώ τελευταίως έφτιαξε και ένα υπέροχο πλακόστρωτο για να καλύψει ένα αφημένο χωμάτινο τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, φυτεύοντας κι άλλο πράσινο. «Ο κόσμος που επισκέπτεται το μαγαζί σου θέλει να νιώθει ότι ο χώρος είναι φιλόξενος. Το φαγητό να είναι ποιοτικό. Να υπάρχει προσωπική επαφή και νιάξιμο για τον πελάτη. Και είμαι χαρούμενος που περάσαμε αυτά τα μηνύματα. Πλέον έχουμε πελάτες απ’ όλη τη Λευκωσία και βάλαμε τις Κόκκινες στον χάρτη. Η δουλειά μας έγινε γνωστή από στόμα σε στόμα. Και ας υπήρχε αρχικά και μια προκατάληψη του τύπου ‘μα θα πάω να φάω στο συνοικισμό’»;

Ένα από τα αγαπημένα φαγητά είναι το κότσι που φτιάχνεται το χειμώνα στην παραδοσιακή ξυλόσομπα. Το μαγαζί σερβίρει σουβλάκι κάθε Τετάρτη και Πέμπτη και τις Παρασκευές και τα Σάββατα μεζέδες.

 


«Η καρδιά του μάγκα» στον Άγιο Γεώργιο Παλλουριώτισσας

Η οικογένεια της Άννης Παντελή κατάγεται από την Αγκαστίνα της Μεσαορίας. Η προσφυγιά τους υποχρέωσε να εγκατασταθούν στην Παλλουριώτισσα, στον συνοικισμό του Αγίου Γεωργίου. Κάπου στα μέσα του ‘80, ο Παναγιώτης, ο πατέρας της Άννης, αποφάσισε να ενοικιάσει το γωνιακό μαγαζί της πλατείας του συνοικισμού, απέναντι ακριβώς από το σπίτι τους, για να το μετατρέψει σε ένα απάχικο ταβερνάκι. Το λειτούργησε για αρκετά χρόνια, αλλά τελικά τον Παναγιώτη τον κέρδισε η ξυλουργική και η… Γεωργία, γι’ αυτό όταν την παντρεύτηκε έλαβαν με τον πατέρα του, τον Αντρέα, την απόφαση να το αναλάβει ο τελευταίος αλλά ως καφενείο, να’ χει και κάτι να απασχολείται.

Ύστερα από 30 χρόνια ο παππούς αποφάσισε να αφυπηρετήσει και το καφενείο έκλεισε, μας αφηγείται η Άννη. Ο χώρος έμεινε εκεί ανεκμετάλλευτος. Μια μέρα ο παππούς έκανε την εξής καίρια ερώτηση: «Θέλει κανείς από την οικογένεια να τον αξιοποιήσει, ή να επιστραφεί στο κράτος μήπως κι ενδιαφέρεται κάποιος άλλος να το ενοικιάσει»;

Στέγη για τη «Λαϊκή Τετρακτύς»

Με αποφασιστικότητα η Άννη, και ο σύντροφός της, Παναγιώτης κι αυτός, μουσικοί κι οι δυο, είπαν το ναι! Ήταν η ευκαιρία που έψαχνε το νεαρό ζευγάρι για να στεγάσει τις μουσικές του εργασίες που ξεκίνησαν το 2014 μέσα από το σχήμα «Λαϊκή Τετρακτύς». Την προσπάθεια αγκάλιασαν και οι γονείς που ανέλαβαν την κουζίνα και η γιαγιά, η Σωτηρούλα, που παρά τα χρόνια της προσφέρει πολύτιμη βοήθεια.

«Η καρδιά του μάγκα», λοιπόν, από το ομώνυμο τραγούδι, πήρε σάρκα και οστά. «Στην αρχή μας φαινόταν πιο εύκολο το εγχείρημα, αλλά στην πορεία αντιμετωπίσαμε δυσκολίες. Ο Παναγιώτης είχε μια εμπειρία γιατί ξαναδούλεψε σε μαγαζί, αλλά για εμάς ήταν η πρώτη φορά».

Ο Παναγιώτης κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του είναι τραγουδιστής, ο Λάκης Ξανθόπουλος, δεύτερος ξάδελφος του δημοφιλούς ηθοποιού του ελληνικού κινηματογράφου Νίκου Ξανθόπουλου. Το λαϊκό τραγούδι ρέει στο αίμα του.

Μουσική της προσφυγιάς

Μας λέει: «Δεν είναι ότι υπήρχε το οίκημα και γεννήθηκε η ιδέα. Η ιδέα προϋπήρχε και έγινε το κατάλληλο πάντρεμα. Από την πρώτη στιγμή που ήρθαμε εδώ είδαμε τη δυναμική που υπήρχε για να φιλοξενηθεί το μουσικό μας σχήμα. Λόγω και του μουσικού πρόσημου του μαγαζιού, αυτό που προσφέρουμε εμείς, αυτό που ήμαστε ταγμένοι, δηλαδή το λαϊκό τραγούδι, αν όχι σε έναν προσφυγικό συνοικισμό, πού αλλού; Το λαϊκό τραγούδι είναι ένα μωσαϊκό, ένα πολιτισμικό υλικό που προέρχεται κυρίως από πρόσφυγες εσωτερικής μετανάστευσης και εξωτερικής από τις αλησμόνητες πατρίδες».

Αυτό που ήθελε να κάνει το νεαρό ζευγάρι, μια μουσική σκηνή για αυθεντικό λαϊκό τραγούδι, ήρθε τελικά να καλύψει ένα κενό στην κυπριακή μουσική σκηνή. «Ασχολούμαστε με το λαϊκό τραγούδι, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’30 και σταματώντας στις αρχές του ’70. Κάθε Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή βράδυ έχουμε ρεμπέτικο και κάθε Πέμπτη και Κυριακή μεσημέρι παλιό λαϊκό. Κυριακές μεσημέρι ξεκινάμε απ’ τον Οκτώβριο», εξηγεί η Άννη.

Το διαφορετικό

«Προσφέρουμε κάτι διαφορετικό. Επιμένουμε στη μουσική. Τα πιο συχνά σχόλια, και αυτό που μας ικανοποιεί και περισσότερο, είναι πως η παρουσία η δικιά μας ήρθε να καλύψει ένα μεγάλο έλλειμμα όσον αφορά τη Λευκωσία και την Κύπρο, γιατί δεχόμαστε και επισκέπτες από άλλες πόλεις για να δουν το λαϊκό γεγονός στην αυθεντικότητά του», προσθέτει ο Παναγιώτης. «Γιατί αυτό που προσφέρουμε είναι δυσεύρετο στην ευρύτερη αγορά, ακόμα και σε hot spot πιάτσες».
Η Άννη υποδέχεται ως οικοδέσποινα τον κόσμο πριν βγει στο πάλκο – παίζει μπαγλαμά και τραγουδά, ενώ ο Παναγιώτης είναι στην κιθάρα και το τραγούδι - και αυτό το ανεπιτήδευτο, το πηγαίο αρέσει στον κόσμο. Την ίδια την ευχαριστεί και το χαίρεται. Θεωρεί τη φιλοξενία ως πολύ σημαντικό στοιχείο για ένα τέτοιο μαγαζί.

Επιμένουν ρομαντικά

Το νεαρό ζευγάρι τον τελευταίο καιρό έχει νοικιάσει κι ένα σπίτι στον συνοικισμό του Αγίου Γεωργίου. «Δημιουργήσαμε σχέσεις εδώ από τότε που αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε τη μουσική μας ταβέρνα. Είναι δύσκολο να ενσωματωθεί κάποιος καινούργιος σε έναν συνοικισμό, να γίνει αποδεκτός. Αλλά μας δέχτηκαν με ευκολία και αγκάλιασαν την προσπάθειά μας. Άλλωστε, κι εγώ μέχρι να φύγω για τις σπουδές μου ήμουν μόνιμος θαμώνας, ειδικά τα Σαββατοκύριακα που μαγείρευε η γιαγιά κι ερχόμασταν για επίσκεψη. Παίζαμε με τα άλλα παιδιά του συνοικισμού εδώ πίσω στο παιδικό πάρκο. Τότε ήμασταν πολλοί. Μπορεί και 20 παιδιά». Σήμερα μάλλον δεν υπάρχει ούτε ένα.

«Ήταν μία πρόκληση να έρθουμε εδώ. Είναι μια διαφορετική συνοικία. Έχουμε μνήμες, η Άννη δηλαδή, και το δεχόμαστε με έναν ρομαντισμό».
Το μαγαζί προσφέρει μεζεδάκια, αλλά και στο καθημερινό μενού προστίθενται εναλλασσόμενες συνταγές μαγειρεμένων φαγητών. Τον Οκτώβριο θα φέρει στην Κύπρο και το ολοήμερο κυριακάτικο γλέντι, προσφέροντας από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ οικογενειακά γεύματα μετά μουσικής.

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στο Βερολίνο ο πρώτος κοινός ναός Χριστιανών, Μουσουλμάνων, Εβραίων

Πολίτης News, 21:15 (τελευταία ενημέρωση 21:15)

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Συνεχίζονται για 9η μέρα η έρευνες για εντοπισμό της Ελένης Πλακίδη

Πολίτης News, 20:09 (τελευταία ενημέρωση 20:09)

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Έρχονται νομοσχέδια για την Δικαιοσύνη δηλώνει ο Πρόεδρος

Πολίτης News, 19:59 (τελευταία ενημέρωση 19:59)

Επιστροφή
στην αρχή