Η σύνταξη του Προέδρου και το γενικότερο δούλεμα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Τα «θα» κυβέρνησης και κομμάτων που έμειναν στο συρτάρι για αναστολή της καταβολής σύνταξης σε εν ενεργεία αξιωματούχους

Ακριβώς τρία χρόνια και εννιά μήνες έκλεισαν χθες από τη γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (7/10/2014) με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η πρόνοια του νόμου για αναστολή της καταβολής σύνταξης σε εν ενεργεία αξιωματούχους. Μια πρόνοια που στα περίπου τρία χρόνια που είχε εφαρμοστεί είχε αποφέρει εξοικονομήσεις ύψους περίπου 6,5 εκατ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται αξιωματούχοι που εμπίπτουν σε μισθολόγια ημικρατικών οργανισμών ή οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξοικονομήσεις οι οποίες από τον Οκτώβριο του 2014 έχουν μετατραπεί εκ νέου σε δαπάνες.

Η αποτυχία του νομοθέτη το 2011, όταν και ψηφίστηκε ο νόμος, να αιτιολογήσει επαρκώς την αναγκαιότητα θέσπισής του με σκοπό την κατάργηση των πολλαπλών συντάξεων, παρά τις δηλώσεις κομμάτων, βουλευτών, ακόμη και του υπουργού Οικονομικών, δεν διορθώθηκε με συνέπεια σήμερα δεκάδες αξιωματούχοι να παίρνουν και μισθό και σύνταξη ως απότοκο προσφυγής στο Ανώτατο περίπου 50 επηρεαζόμενων, μεταξύ των οποίων δήμαρχοι, κοινοτάρχες , ακόμη και βουλευτές. Μάλιστα πλέον, λόγω του ότι το θέμα ξεχάστηκε, το Γενικό Λογιστήριο, που μάταια ανέμενε τη νέα νομοθετική ρύθμιση, δεν επικαιροποίησε καν τον κατάλογο των συνταξιούχων αξιωματούχων μετά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 2016 για να γνωρίζει πόσοι επηρεάζονται από αυτό το μέτρο, πέραν των περίπου 25 εν ενεργεία αξιωματούχων, συνταξιούχων Δημοσίου που πληρώνονται αυτήν τη στιγμή από το κρατικό μισθολόγιο.

Τονίζεται ότι μετά τη γνωμάτευση του Ανωτάτου, το 2014, είχε επαναρχίσει η καταβολή της σύνταξης σε 101 συνταξιούχους αξιωματούχους! Σύμφωνα με στοιχεία που εξασφάλισε ο «Π», πριν από την απόφαση του Ανωτάτου το Γενικό Λογιστήριο είχε αναστείλει για κάποιο διάστημα μερικώς ή ολικώς τη σύνταξη σε 177 κρατικούς αξιωματούχους. Μεταξύ εκείνων που είχαν επηρεαστεί ήταν η τέως επίτροπος Διοικήσεως, ο γενικός εισαγγελέας (που ακολούθως την αποποιήθηκε) και βουλευτές συνταξιούχοι Δημοσίου (Σ. Κυριακίδου, Π. Προκοπίου).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπενθυμιστεί πως ήταν μετά από σωρεία δημοσιευμάτων του «Π», από τα οποία παρέλασαν δεκάδες πρίγκιπες των συντάξεων, και υπό τη δημόσια κατακραυγή, που η προπροηγούμενη κυβέρνηση κατέθεσε το 2011 νόμο για κατάργηση των πολυσυνταξιούχων. Μετά από θυελλώδεις συνεδρίες στη Βουλή και αφού είχε προηγηθεί έντονο παρασκήνιο για να σωθεί οτιδήποτε σωζόταν -άλλωστε, όπως είχαμε αποκαλύψει τότε, σε συμπαιγνία βουλευτές ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ πρότειναν, το 1997, την τροποποίηση του περί Συντάξεων Νόμου για να μπορούν να υπάρχουν πολυσυνταξιούχοι-, εν τέλει λίγες μέρες πριν από το Πάσχα του 2011 η Βουλή ενέκρινε τον περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμο του 2011.

Το ανύπαρκτο νομοσχέδιο

 

«Παρακαλούμε τον αρμόδιο υπουργό να ενημερώσει δεόντως και ολοκληρωμένα τη Βουλή ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησης και τις μέχρι σήμερα ενέργειές της για οριστική διευθέτηση και ρύθμιση του νομοθετικού κενού που έχει προκύψει μετά από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να κρίνει τον περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμο του 2011 αντισυνταγματικό. Με την ψήφιση της εν λόγω νομοθεσίας, κοινός στόχος της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας ήταν η ρύθμιση του ζητήματος, αφενός για να περιοριστούν οι οικονομικές συνέπειες για τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και, αφετέρου, προς ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος της κοινωνίας. Στο πλαίσιο σεβασμού της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 7/10/2014, και λαμβάνοντας υπόψη τη βούληση, όπως εκφράστηκε από τη νομοθετική εξουσία, θεωρούμε ότι η εκτελεστική εξουσία πρέπει να εξεύρει λύση σε αυτό το ζήτημα». Την πιο πάνω ερώτηση είχε υποβάλει στις 12/2/2015 ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Γ. Λουκαΐδης για να πάρει απάντηση στις 15/5/2015 από τον υπουργό Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη πως η κυβέρνηση προωθεί νομοσχέδιο το οποίο αποσκοπεί στην επαναθέσπιση της νομοθεσίας, ώστε να μην καταβάλλεται ταυτόχρονα μισθός και σύνταξη. «Πιο συγκεκριμένα, με το εν λόγω νομοσχέδιο γίνεται προσπάθεια να ρυθμιστούν νομοθετικά, εκ νέου, τα μέτρα που αφορούν τις συντάξεις κρατικών αξιωματούχων, όπως η αναστολή καταβολής σύνταξης, καθώς και η μη καταβολή πολλαπλών συντάξεων κατά τρόπο που να συνάδει με τους σκοπούς που ρητά προνοούνται στο άρθρο 23 του Συντάγματος». Βεβαίως ένα τέτοιο νομοσχέδιο δεν κατατέθηκε ποτέ. Σε συνέντευξη Τύπου την οποία παραχώρησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 18/4/2016 για θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης, είχε ερωτηθεί από τον «Π» για το θέμα, για να απαντήσει ο υπουργός Οικονομικών πως σχετική πρόταση νόμου που κατέθεσε ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ στη Βουλή τον Μάρτιο του ιδίου έτους (24/3/2016) συζητήθηκε με το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο και τη στηρίζει.

 

Σκονισμένες προτάσεις νόμου


Υπενθυμίζεται ότι το ΔΗΚΟ με την πρόταση νόμου που κατέθεσε τον Μάρτιο του 2016, ωστόσο δεν έχει συζητηθεί ποτέ από την Επιτροπή Οικονομικών στην οποία εκκρεμεί έκτοτε, στόχευε στη θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου για την καταβολή συντάξεων σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, πρώην και εν ενεργεία, «για σκοπούς συμμόρφωσης με αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και διόρθωσης ορισμένων στρεβλώσεων στον αρχικό νόμο».

Στο μεταξύ, και συμπτωματικά πριν από ακριβώς δύο χρόνια (6/7/2016), ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ κατέθεσε δύο προτάσεις νόμου που επίσης στόχευαν στη ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων των αξιωματούχων (65ο έτος για βουλευτές και υπουργούς και κατάργηση της καταβολής σύνταξης σε εν ενεργεία αξιωματούχους), ως αποτέλεσμα της εξαγγελίας του Αβέρωφ Νεοφύτου κατά τη διάρκεια συνεδρίας της Επ. Οικονομικών τη Δευτέρα 4/7/2016 για κατάργηση της φορολογίας ακίνητης ιδιοκτησίας ταυτόχρονα με τη μείωση ανελαστικών δαπανών.

Δύο μέρες αργότερα, ο κ. Νεοφύτου ερωτηθείς σχετικά αναφέρθηκε εκ νέου στο θέμα των πολλαπλών συντάξεων, διευκρινίζοντας ότι οι προτάσεις νόμου θα κατατεθούν «ανεξάρτητα από την πρόταση για τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας»... Παρότι και πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών, ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ δεν έφερε ποτέ αυτές τις προτάσεις ενώπιον των υπόλοιπων μελών της. Σκοπός της πρότασης του προέδρου του ΔΗΣΥ για το υπό αναφορά θέμα ήταν «η τροποποίηση του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμου, ώστε να ρυθμιστεί το ζήτημα της ταυτόχρονης καταβολής σύνταξης και μισθού σε κρατικούς αξιωματούχους, με απώτερο στόχο να αποφευχθούν δικαιολογημένες κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά και οποιεσδήποτε στρεβλώσεις με δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία και παράλληλα να επιτευχθεί συμμόρφωση με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, προτείνεται όπως σε περίπτωση που αξιωματούχος ή συνταξιούχος αναλαμβάνει οποιοδήποτε λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση μετά την έναρξη της ισχύος του προτεινόμενου νόμου, αφενός λαμβάνει την πλήρη μηνιαία σύνταξη που δικαιούται και αφετέρου για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία ή η υπηρεσία αυτού, μηνιαίο μισθό, αντιμισθία, αποζημίωση ή χορηγία ύψους χαμηλότερου από αυτό που θα λάμβανε κατά την ανάληψη του λειτουργήματος, του αξιώματος ή της θέσης, έτσι ώστε το ποσό που τελικά θα λαμβάνει προστιθέμενο στη μηνιαία σύνταξή του να ισούται με το ποσό του μηνιαίου μισθού που κανονικά θα λάμβανε».

 

Αναπάντητες επιστολές

Στις 29/01/2015, δηλαδή περίπου τρεις μήνες μετά τη γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο πρόεδρος των Οικολόγων Γ. Περδίκης, μετά από τη σύσκεψη αρχηγών, είχε δηλώσει πως έλαβε τη δέσμευση ότι σε μια από τις αμέσως επόμενες συνεδρίες του θεσμοθετημένου οργάνου της Βουλής επρόκειτο να συζητηθούν οι επιλογές που υπάρχουν για επαναφορά της αναστολής της σύνταξης σε εν ενεργεία κρατικούς αξιωματούχους. Είχε προηγουμένως δηλώσει ότι με τη στασιμότητα στο θέμα εκτίθενται τόσο η Βουλή όσο και η κυβέρνηση.

Επόμενο επεισόδιο του σίριαλ από την πλευρά της Βουλής εκτυλίχθηκε τον Ιούνιο του 2015, με τον τέως πρόεδρο του νομοθετικού σώματος Γ. Ομήρου να μεταβιβάζει με επιστολή στον ΥΠΟΙΚ την πρόθεση της Βουλής και συνακόλουθα των κοινοβουλευτικών κομμάτων για επαναφορά του μέτρου αναστολής της σύνταξης σε εν ενεργεία αξιωματούχους.

Μάλιστα, δεν ήταν η πρώτη φορά που η Βουλή ζήτησε να μάθει τις προθέσεις της κυβέρνησης, αφού σχετική επιστολή στάλθηκε από τον πρόεδρο της Βουλής στον υπ. Οικονομικών στις 12 Φεβρουαρίου 2015, χωρίς ωστόσο να υπάρξει οποιαδήποτε απάντηση πέραν αυτής προς τον Γ. Λουκαΐδη που προαναφέρθηκε

Αποποιείται εκ νέου ο Πρόεδρος τη σύνταξή του

Στην εκ νέου εξουσιοδότηση του Γενικού Λογιστηρίου να εμβάζει τη σύνταξή του ως βουλευτή στον Φορέα Κοινωνικής Στήριξης για τη συνέχιση σπουδών νέων προχώρησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στον απόηχο πρωτοσέλιδου δημοσιεύματος του «Π» στις 11/6/2018, στο οποίο αποκαλύπταμε πως με την επανεκλογή του ο Νίκος Αναστασιάδης αλλά και οι υπουργοί δεν προχώρησαν στην ανανέωση της εξουσιοδότησης προς το Γενικό Λογιστήριο για εθελοντική αποκοπή από τις μηνιαίες απολαβές τους, ως ίσχυε την προηγούμενη πενταετία. Την ίδια ώρα, όπως αποκαλύπταμε τον Ιούνιο, με την επανεκλογή τους οι δύο συνταξιούχοι Δημοσίου της κυβέρνησης, ήτοι ο Πρόεδρος και η υπ. Εργασίας, αν ήθελαν συνέχιση της αποποίησης της σύνταξής τους θα έπρεπε να προχωρήσουν σε νέα εξουσιοδότηση στην οποία μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχαν προβεί. Το πρωτοσέλιδο του «Π», υπενθυμίζεται, ενόχλησε σφόδρα το Προεδρικό, που έσπευσε να εξηγήσει διά του κυβερνητικού του εκπροσώπου πως τόσο ο Πρόεδρος όσο και οι υπουργοί συνεχίζουν να έχουν τις ίδιες διά νόμου αποκοπές που ισχύουν για όλους στον δημόσιο τομέα. Πλην όμως δεν ήταν αυτό το διακύβευμα του ρεπορτάζ. Για την ιστορία, θυμίζουμε πως την προηγούμενη πενταετία από πλευράς κυβέρνησης είχαν αποποιηθεί τη σύνταξή τους μετά το ξεδόντιασμα του νόμου το 2014 τόσο ο Πρόεδρος όσο και οι υπουργοί του Γ. Κασουλίδης, Ζ. Αιμιλιανίδου και Σ. Χάσικος.

 

 

 


Επιστροφή
στην αρχή