Η Σύγχρονη Ψυχολογία Γυρνάει την Πλάτη στον Αριστοτέλη

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

H σύγχρονη ψυχολογία “μιμείται” την ιατρική εξασφαλίζοντας έτσι το δευτερεύον όφελος της άντλησης “κύρους” από την επιστήμη την οποία “μιμείται”.

Του Κλεάνθη Νεοφύτου

 

Η σύγχρονη ψυχολογία υιοθετεί εν γένει το ιατρικό μοντέλο. Στο πλαίσιο του μοντέλου αυτού, το άτομο γίνεται αντιληπτό ως το “θύμα” μιας “ασθένειας” και ο ιατρός, εν προκειμένω ο ψυχολόγος, διατυπώνει μια αιτιολογία, μια διάγνωση και μια θεραπεία για την “ασθένεια” του ατόμου. H σύγχρονη ψυχολογία “μιμείται” την ιατρική εξασφαλίζοντας έτσι το δευτερεύον όφελος (secondary gain) της άντλησης “κύρους” από την επιστήμη την οποία “μιμείται” ενώ ταυτόχρονα, και πάντα κατά την άποψή μου, παραμένει υπόδουλη στην ιατρική και συγκεκριμένα στην ψυχιατρική – αδυνατώντας έτσι να αναπτύξει τη δική της αυτόνομη επιστημολογική ταυτότητα. Αδιαμφισβήτητα, η σύγχρονη ψυχολογία υποκλίνεται με δέος στο “Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών”, το ηγεμονικό επιστημονικό εγχειρίδιο των ψυχιάτρων (δηλ. ιατρών), το οποίο διδάσκεται σαν “Βίβλος” στην ακαδημαϊκή ψυχολογική εκπαίδευση. Όμως, με τον “ιατρικό” της μιμητισμό η σύγχρονη ψυχολογία γυρνάει την πλάτη στον Αριστοτέλη.

Το ανασφαλές, αγχώδες παιδί με ή χωρίς παραβατική συμπεριφορά θα οδηγηθεί από τον απελπισμένο γονιό στον ψυχολόγο. Ο ψυχολόγος “ιατρός” θα εφαρμόσει το ιατρικό μοντέλο. Θα προβεί στη διάγνωση η οποία θα περιλαμβάνει λίγο πολύ: χαμηλή αυτοεκτίμηση, υποβόσκοντα στοιχεία κατάθλιψης και στοιχεία μαθησιακών δυσκολιών (π.χ. δυσλεξία). Θα αποκαλύψει την αιτιολογία η οποία θα είναι κάτι μεταξύ ανεπαρκούς κατανόησης και άρα κακής αντιμετώπισης του παιδιού από τους εκπαιδευτικούς, bullying (απειλητική, εκφοβιστική συμπεριφορά) από τους/τις συμμαθητές/τριές του (με την ανοχή των πρώτων) και κάποιους ατυχείς χειρισμούς από τους κουρασμένους και απελπισμένους γονείς (οι οποίοι στο πλαίσιο αυτό γίνονται ανθρώπινα κατανοητοί).

Η θεραπεία έχει πλέον προδιαγραφεί. Ο απελπισμένος γονιός θα επαναστατήσει. Θα πυροβολήσει τους εκπαιδευτικούς με όλα τα μέσα (μεταφορικά αλλά και με την κυπριακή τους έννοια) πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα συμβάλει στην επίλυση του προβλήματος του παιδιού του, αφού το σχολείο θα πρέπει να εξαναγκαστεί να επιδείξει έστω και καθυστερημένα, την οφειλόμενη κατανόηση και συμπαράσταση στο αδύναμο και “θυματοποιημένο” πια παιδί του.

Σε ένα άλλο διαφορετικό επίπεδο ανάγνωσης, οι πυροβολισμοί αυτοί θα έχουν καθαρτική λειτουργία για τον ίδιο τον γονιό αφού πλέον η απελπισία και η αγωνία του θα μετουσιωθεί και θα εκτονωθεί ως μετατοπισμένη επιθετικότητα. Επιπλέον, τόσο ο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας θα θαυμάσουν τον “αφοσιωμένο προστάτη” γονιό ο οποίος καταφέρνει και στέκεται στο ύψος των περιστάσεων δίνοντας θαρραλέα τις απαραίτητες μάχες για να “προστατεύσει” το παιδί του.

H διάγνωση της σύγχρονης ψυχολογίας οδηγεί και σε περαιτέρω απότοκα. Ο γονιός θα αποενοχοποιηθεί λυτρωτικά, αφού κανείς δεν μπορεί να καταστήσει υπεύθυνο ούτε αυτόν/ή ούτε το παιδί του/της για την “ασθένεια” των μαθησιακών δυσκολιών που έχουν διαγνωσθεί. Επιπλέον, ο αποενεχοποιημένος γονιός θα θεωρήσει τόσο το παιδί του όσο και τον εαυτό του ως τα “θύματα” μιας “ασθένειας” που έχει πλέον διαγνωσθεί με επιστημονικά “ιατρική” εγκυρότητα. Ελεύθερος πλέον από ενοχές, ο πρώην απελπισμένος γονιός θα νιώσει “θύμα” των “ανεπαρκώς προετοιμασμένων” εκπαιδευτικών που “κακώς περιτριγυρίζουν” το παιδί του και θα οπλιστεί με συναισθήματα πίκρας και αγανάκτησης. Συνεπώς, ο γονιός “αναγκαστικά” θα αντιληφθεί τον εαυτό του ως τον “ήρωα” που θα πρέπει να υπερασπιστεί το παιδί του ενάντια σε ένα “εχθρικό σχολείο” που το θυματοποιεί ποικιλοτρόπως.

Η “αυτοδικαίωση” και η “ηρωοποίηση” του γονιού στα μάτια τα δικά του αλλά και στα μάτια των υπολοίπων μελών της οικογένειάς του αποτελεί πλέον μια πανίσχυρη πραγματικότητα. Ο ανυποψίαστος γονιός επαναπαύεται πλέον στην μετά-τη-διάγνωση εποχή, όπου μια καινούρια θεώρηση επικρατεί για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί του και για την απαιτούμενη μέθοδο αντιμετώπισής τους. Επιπλέον, ο ανυποψίαστος γονιός, όντας ανακουφισμένος και ταυτόχρονα γοητευμένος από τη διάγνωση ιατρικού “κύρους” που του έχει προσφερθεί, παραμένει ανήμπορος να αντιμετωπίσει κριτικά την κατάσταση και να ξεφύγει από την επιστημονικοφανή “παγίδα” που τον έχει εγκλωβίσει - η οποία όμως του προσφέρει την εύκολη ψυχολογική διέξοδο από τα οικογενειακά προβλήματα. O γονιός γρήγορα θα παραδοθεί σε μια διάγνωση που αποκαλύπτει την πολλαπλή “θυματοποίηση” γονιού και παιδιού και που θα τον “αναγκάσει” να σταθεί εχθρικά αμυνόμενος απέναντι στους κακούς τρίτους.

Παρόμοια και η σύγχρονη ψυχολογία μαγνητίζεται και εγκλωβίζεται στην ίδια επιστημονικοφανή “παγίδα” αφού γοητεύεται από την ευγνωμοσύνη και τον σεβασμό που πλέον τρέφει προς το πρόσωπό της ο γονιός – ευγνωμοσύνη και σεβασμό για την αιτιολογία και τη διάγνωση που του πρόσφερε, η οποία επέτρεψε στον γονιό να αποποιηθεί λυτρωτικά κάθε προσωπική ευθύνη και κατέδειξε ως ενόχους κάποιους άλλους, κάποιους κακούς τρίτους. Επιπλέον, ο ψυχολόγος “ιατρός” αξιολογώντας τα αποτελέσματα της δουλειάς του συμπεραίνει ότι έχει ολοκληρώσει με επιτυχία την αποστολή του αφού υπήρξε ανθρώπινος αρκετά ώστε να καταφέρει να διακρίνει τον “πόνο” που κρύβεται πίσω από την όποια παραβατική συμπεριφορά του παιδιού. Επιπλέον, κατάφερε να αναδείξει με πειστικότητα τους ενόχους στο πρόβλημα δηλ., τους εκπαιδευτικούς, τους συμμαθητές/τριες και τις μαθησιακές δυσκολίες. Σύμφωνα με ψυχολογικούς όρους βασισμένους στο ιατρικό μοντέλο, ο ψυχολόγος “ιατρός” κατάφερε να δώσει μια διάγνωση εμποτισμένη από ανθρωπισμό και μια πειστική αιτιολογία στον γονιό αναφορικά με το πρόβλημα του παιδιού του.

Η ανακούφιση στα μάτια του γονιού στο άκουσμα της διάγνωσης και της αιτιολογίας πείθει και την όποια δυσπιστία θα μπορούσε να έχει η σύγχρονη ψυχολογία για τα αποτελέσματά της. Ακόμα και οι τελευταίες ενστικτώδεις αμφιβολίες που παραμένουν, αυτές συνθλίβονται από τις πομπώδεις λέξεις που ευδοκιμούν στο ψυχολογικό λεξικό, οι οποίες από μόνες τους προσδίδουν και αυτές σημειολογικά ένα “ιατρικό” ύφος και κύρος στον ψυχολογικό “ιατρικό” λόγο. Δεν μπορεί, αφού μιλάει και σκέφτεται σαν “ιατρός” τότε είναι και “ιατρός”, εν προκειμένω της ψυχής.

Τρέφω απέραντο σεβασμό και ειλικρινές ενδιαφέρον τόσο για τα παιδιά που πραγματικά αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες όσο και για τους γονείς τους. Οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν επιλεγεί ως παράδειγμα και τίποτε στο άρθρο αυτό δεν αναφέρεται άμεσα ή έμμεσα στα παιδιά που πραγματικά αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες και στους γονείς τους. Στο άρθρο αυτό, γίνεται προσπάθεια να αναδειχτούν τα αδιέξοδα στα οποία έχει καταλήξει η σύγχρονη ψυχολογία αποζητώντας “κύρος” και “επιστημοσύνη” μέσα από τον “ιατρικό” της μιμητισμό. Δυστυχώς, η άκριτη, η κακή χρήση αλλά και η κατάχρηση των διαφόρων ψυχολογικών εννοιών (με συνηθέστερα παραδείγματα τη δυσλεξία, την ελλειμματική προσοχή και την υπερκινητικότητα) προσδίδουν μια αληθοφανή και πλασματική εγκυρότητα στην εφαρμογή του ιατρικού μοντέλου στην ψυχολογία. Η άκριτη, η κακή χρήση αλλά και η κατάχρηση των πειστικών στο άκουσμά τους επιστημονικών όρων, έχει ως αποτέλεσμα την καταδίκη όλων εκείνων των παιδιών που οι γονείς τους απελπισμένα και από άγνοια “αγοράζουν το άλλοθι” μιας λυτρωτικής, αποενοχοποιητικής “ασθένειας” από την σύγχρονη “ιατρική” ψυχολογία.

Ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε τον άνθρωπο από τη φύση του ως ζώο κοινωνικό. Ο οποιοσδήποτε δεν μπορεί να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους ή είναι τόσο αυτάρκης που να μην το χρειάζεται είναι είτε κτήνος είτε θεός (ελεύθερη απόδοση, Πολιτικά).

Ένας διανοητικός επαναστάτης, ο ψυχίατρος Murray Bowen (1913-1990) λειτούργησε νοητικά όπως ο Αϊνστάιν παρότρυνε: “Τα προβλήματα δεν μπορούν να επιλυθούν με το ίδιο σκεπτικό που τα δημιούργησε”. Ο Bowen υιοθετώντας την αριστοτελική λογική του έμφυτα κοινωνικού ανθρώπου απέδωσε πλέον σημασία στην οικογενειακή όψη της “ασθένειας” και ένταξε την “ασθένεια” στο πλέγμα των οικογενειακών σχέσεων του “ασθενή”. Το πλέγμα των οικογενειακών σχέσεων του “ασθενή” αποτελεί πλέον το εννοιολογικό πλαίσιο μέσα από το οποίο γίνεται κατανοητή η “ασθένεια”. Ο άνθρωπος γίνεται αντιληπτός ως έμφυτα κοινωνικός και όχι ως ένας “ασθενής” σε απομόνωση που αντιμετωπίζει ένα προσωπικό του πρόβλημα, με ιδιοσυγκρασιακή αιτιολογία και που χρήζει ατομικής θεραπείας.

Το ανασφαλές, αγχώδες παιδί με ή χωρίς παραβατική συμπεριφορά θα οδηγηθεί από τον απελπισμένο γονιό στον Bowen (δηλ. στον ψυχολόγο που υιοθετεί την Bowen λογική). Ο Bowen θα ακούσει τις δυσκολίες του παιδιού και θα τις εντάξει στο ευρύτερο οικογενειακό πλέγμα των οικογενειακών του σχέσεων. Θα αναζητήσει την αιτιολογία στη δομή των οικογενειακών σχέσεων και όχι ενδο-ατομικά (δηλ. μέσα στο παιδί). Σταδιακά θα αντιληφθεί ότι οι δυσκολίες του παιδιού πιθανότατα οφείλονται στην υπερβολική προσκόλληση της μητέρας πάνω στο παιδί της. Σταδιακά θα αντιληφθεί ότι πιθανότατα το παιδί αδυνατεί να συγκροτήσει την προσωπικότητα του κάτω από το βάρος του “μητρικού” άγχους, αγωνίας και ανασφάλειας.

Ο βαθμός συγκρότησης της προσωπικότητας και της προσωπικής ζωής της μητέρας θέτει τα όρια, δηλ. τον βαθμό στον οποίο το παιδί θα μπορέσει να συγκροτήσει τη δική του προσωπικότητα και προσωπική ζωή. Η συγκρότηση της προσωπικότητας και της προσωπικής ζωής του γονιού αποτελεί το φωτοδότη της συναισθηματικής ακτινοβολίας του παιδιού, μιας ακτινοβολίας που θα απωθεί υποψήφιους bullies και θα εξουδετερώνει τις όποιες αρνητικές συμπεριφορές από μέρους των όποιων εκπαιδευτικών. Η συγκρότηση της προσωπικότητας και της προσωπικής ζωής του γονιού αποτελεί το κράμα της ψυχολογικής ασπίδας του παιδιού απέναντι στις καθημερινές προκλήσεις που όντως το περιβάλλουν. 

Στη συνέχεια, ο Bowen, χωρίς να εκπλήσσεται, θα ακούσει τον πατέρα πιθανότατα να κατηγορεί με στόμφο τη μητέρα ότι καθημερινά της ζητά να “ξεκολλήσει” από το παιδί, ότι της ζητά να το “αφήσει επιτέλους ήσυχο” αλλά η μητέρα πεισματικά αρνείται. Όμως ο Bowen δεν καλλιεργεί την αυτοδικαίωση ούτε παραπλανά προσφέροντας εύκολα, αληθοφανή και αποενοχοποιητικά άλλοθι. Ο Bowen ήδη γνωρίζει ότι πιθανότατα η μητέρα προσκολλήθηκε υπερβολικά στο παιδί, επειδή η ίδια νιώθει την ανάγκη να καλύψει τα συναισθηματικά κενά που αφήνει ο αδιάφορος ή/και αυταρχικός πατέρας στο παιδί του. Γνωρίζει ότι η μητέρα αισθάνεται την ανάγκη να λειτουργεί και ως μητέρα αλλά και ως πατέρας λόγω της ψυχικής απουσίας του πατέρα.

Επιπλέον, και σε ένα διαφορετικό επίπεδο ανάγνωσης, ο Bowen γνωρίζει ότι πιθανότατα ο πατέρας, στο ρόλο του ως σύζυγος, είναι αδιάφορος ή/και αυταρχικός ως προς τη σύζυγό του συνεπώς η σύζυγος, μέσα από το ρόλο της ως μητέρα, προσπαθεί να αναπληρώσει το συναισθηματικό συζυγικό κενό μέσα από την υπερβολική προσκόλληση στο παιδί της. Εν κατακλείδι, ο Bowen αντιλαμβάνεται ότι ο πατέρας είναι πιθανότατα “ένοχος” λόγω υπερβολικής ισχύος, συζυγικής και πατρικής αδιαφορίας και η μητέρα είναι πιθανότατα “ένοχη” λόγω υπερβολικής αδυναμίας και μητρικής προσκόλλησης στο παιδί.

Βέβαια, στο πιο πάνω υποθετικό σενάριο (που είναι ένα από τα τόσα πολλά) θα μπορούσε ο πατέρας να είναι στο ρόλο της μητέρας και η μητέρα στο ρόλο του πατέρα. Αυτό που μετρά δεν είναι τα πρόσωπα αλλά η δυναμική των ρόλων και η παραβίαση των ψυχολογικών ορίων. Όταν ο συζυγικός ρόλος συγχέεται ή/και υποκαθίσταται από τον γονικό, όταν τα παιδιά απορροφούν τους συζυγικούς κραδασμούς/συγκρούσεις ή/και όταν τα παιδιά μετατρέπονται σε ενήλικες, τότε το πλέγμα των οικογενειακών σχέσεων καθίσταται παθογόνο. Και η παθογένεια αυτή θα βρει ψυχολογική διέξοδο μεταξύ άλλων στη χαμηλή αυτοεκτίμηση του παιδιού, στην ευάλωτη προσωπικότητά του που θα το καθιστά υποψήφιο θύμα bullying και στη χαμηλή σχολική του επίδοση.

Η συγκεκριμένη αυτή προσέγγιση/προοπτική απέναντι στις ψυχικές δυσκολίες έχει καθιερωθεί ως η Θεωρία Οικογενειακής Θεραπείας του Bowen και εντάσσεται στο ευρύτερο ρεύμα της συστημικής σκέψης. Στα πλαίσια αξιοποίησης της συστημικής αυτής σκέψης, διεξάγεται στην Κύπρο έρευνα με τίτλο: “Οικογενειακή Δυναμική και Διαφοροποίηση”. Η έρευνα α) εστιάζει στα ψυχολογικά εμπόδια και δυσκολίες που η οικογένεια προέλευσης “κληρονομεί” στην οικογένεια της επόμενης γενιάς, β) ενδεχομένως προβληματίζει θετικά για διάφορες όψεις της ζωής καθώς και για τις σχέσεις του ατόμου με την ευρύτερη οικογένειά του, γ) προσφέρει τη δυνατότητα να αποσταλούν ανώνυμα τα αποτελέσματα μαζί με μια ψυχολογική επεξήγηση μόλις η έρευνα ολοκληρωθεί και δ) είναι εθελοντική και ανώνυμη. Η έρευνα μπορεί να συμπληρωθεί ηλεκτρονικά σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά στον σύνδεσμο:

https://goo.gl/forms/M6TCqCzXCdYanDaq1

Η εθελοντική συμμετοχή στην έρευνα θα ενισχύσει την επωφελή διάδοση της Θεωρίας Οικογενειακής Θεραπείας του Bowen και θα ενισχύσει το συστημικό ρεύμα σκέψης στην Κύπρο.

 

Κλεάνθης Νεοφύτου BA, BSc, LLB, MSc

Καθηγητής ΣΕΑ

nkleanthis@hotmail.com


Επιστροφή
στην αρχή