«Η σχέση του πατέρα μου με τους Τουρκοκύπριους…»

ΑΠΟΨΗ /UNDERGROUND NOTES

Όλοι προσφέρονταν να τον κεράσουν και ο ίδιος χαιρετούσε με χειραψία τους θαμώνες, λέγοντας στον καθένα και έναν καλό λόγο ή αστειευόταν μαζί του

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ: 99 966518

Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας ένα υπέροχο άρθρο του δρα Λοΐζου Λοΐζου για τον πατέρα του από τις Γούφες…Έχω επίσης προσπαθήσει να το μεταφράσω συνοπτικά στα τουρκικά, διότι είναι ένα εξαιρετικό άρθρο για το παρελθόν μας…Τέτοια άρθρα πρέπει να κυκλοφορούν στα σχολεία μας έτσι ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν για τις ιστορίες φιλίας μας παρά να δηλητηριάζονται καθημερινά με δόσεις εθνικισμού για τόσες πολλές δεκαετίες…Αυτό είναι το άρθρο που έγραψε ο δρ Λοΐζος Λοΐζος στις 27 Νοεμβρίου 2017:

«Ο πατέρας μου Σάββας (Σαουρής) γεννήθηκε και έζησε στο μεικτό χωριό Γούφες. Οι γονείς του ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι, όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού. Η πλειονότητα των κατοίκων ήταν Τουρκοκύπριοι, κάτι που οδηγούσε τους Ε/Κ στην εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας με το κυπριακό ιδίωμα, για λόγους επικοινωνίας και αρμονικής-παραγωγικής συμβίωσης. Το ίδιο φυσικά ίσχυε και για τους Τ/Κ. Στην παιδική του ηλικία, ο πατέρας μου δεν διαχώριζε τους φίλους του, αν ήταν μουσουλμάνοι ή χριστιανοί, Ελληνοκύπριοι ή Τουρκοκύπριοι. Για αυτόν ήταν όλοι φίλοι στο παιχνίδι και τις «σκανδαλιές».

Τραγουδούσαν μαζί

Όταν απουσίαζε ο δάσκαλος από το ελληνικό σχολείο, ο πατέρας μου πήγαινε στο τουρκικό στις πρώτες τάξεις. Το ίδιο έκανε και ο φίλος του Nazim Ismail. Τραγουδούσαν μαζί ε/κ και τ/κ τραγούδια, χωρίς να συνειδητοποιούν το περιεχόμενό τους. Χαρακτηριστικό της παιδικής αφέλειας που είχαν τα παιδιά ήταν το τραγούδι «Μουσταφά Κεμάλ έλα να μας ελευθερώσεις» που τραγουδούσε και ο πατέρας μου μαζί με τους συνομήλικούς του.

Αργότερα στην εφηβική ηλικία συνέχιζε να συνεργάζεται με τους συνομήλικούς του στις εργασίες των χωραφιών και του κοπαδιού. Η συνεργασία του ήταν στενή και με νεαρές Τουρκοκύπριες, τις οποίες σεβόταν και ουδέποτε έδωσε το δικαίωμα παρεξήγησης.

Μαζί με τη Mineveri Kaparti έβγαζαν νερό από το πηγάδι για να πιουν τα πρόβατα, μαζί με τη Chenjie συνεργαζόταν στις αγροτικές δουλειές.

Στα νεανικά του χρόνια, οι φιλικοί δεσμοί με τους συνομήλικούς του Τ/Κ έγιναν ακόμη πιο στενές. Μαζί έσμιγαν τα κοπάδια τους το καλοκαίρι και «εξωκοίμιζαν», μαζί εναλλάσσονταν στη φύλαξη των κοπαδιών για να γιορτάσουν τις θρησκευτικές τους γιορτές, μαζί γλεντούσαν στα ταβερνάκια του Λευκονοίκου, μαζί τραγουδούσαν τους νεανικούς τους έρωτες και αλληλοστηρίζονταν στις διεκδικήσεις τους στο άλλο φύλο.

Ο πατέρας μου συμμετείχε στα γλέντια των Τ/Κ συγχωριανών του για τους γάμους. Στον γάμο της Ackile τραγούδησε στην ομήγυρη το τραγούδι «Instabul sokkaklarum» (στα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης) και σε έναν άλλο γάμο πήρε κρυφά από το σπίτι πέντε λίρες και «πλούμισε» τον φίλο του Nazim Ismail όταν χόρευε για να μαγέψει την αγαπημένη του Zarifi.

Διέφυγε της σύλληψης

Στις εξορμήσεις τους για γλέντι στο Λευκόνοικο συνελήφθησαν από την αποικιακή Αστυνομία Ε/Κ και Τ/Κ νέοι με την κατηγορία ότι τραγουδούσαν «αριστερά αντιστασιακά τραγούδια», όπως «Στάλιν μου το πιστόλι σου να το κρατώ στο χέρι, να πολεμώ τον φασισμό χειμώνα καλοκαίρι».

Στη φιλική παρέα πρωτοστάτησε ο Αhmet από τις Γούφες και ο Γιάγκος από το Λευκόνοικο. Ο πατέρας μου, χωρίς να ανήκει οργανικά στην Αριστερά, τιμωρήθηκε πιο αυστηρά, διότι διέφυγε της σύλληψης αρχικά φέροντας αντίσταση.

Οι στενοί Τουρκοκύπριοι φίλοι του ήταν ο Nazim Ismail, ο Moustafa Moulla και ο Ibraim Kourt. Μαζί με αυτούς μεγάλωσε στο χωριό, συνεργάστηκε, γλέντησε, κυνήγησε και διατήρησε στενές φιλικές σχέσεις μέχρι το 1974.

Μαζί με τον Moustafa Moulla είχαν στενή συνεργασία και στο κυνήγι. Το μονόκαννο εμπροσθογεμές ντουφέκι του πατέρα μου το φύλαγαν στο σπίτι του Moustafa που ήταν στο όριο του χωριού, για λόγους λαθροθηρίας. Με το ντουφέκι του πατέρα μου, το οποίο δανείστηκαν οι ληστές από τον Μουσταφά, έγινε και μια ληστεία στο Λευκόνοικο με τον τραυματισμό του γραμματέα του Συνεργατικού Παντοπωλείου κ. Γρηγορίου από ομάδα Τουρκοκυπρίων, από την Άρτεμη και τις Γούφες.

Αυτά όλα τα γράφω προκειμένου να μορφώσετε άποψη για τη στενότητα των σχέσεων Ε/Κ και Τ/Κ την εποχή εκείνη (πριν το 1954).

Το 1954 ο πατέρας μου παντρεύτηκε στην Ακανθού, απ΄ όπου καταγόταν και οι γονείς του, και έτσι ξεκίνησε μια καινούρια ζωή. Με τους Τουρκοκύπριους φίλους του και συγχωριανούς του διατηρούσε άριστες σχέσεις.

Ο Moustafa Moulla ήρθε στην Ακανθού και τον βοήθησε να ανακαινίσει το σπίτι της μητέρας μου κόβοντας κυπαρίσσια για τη στέγη του σπιτιού και άλλες οικοδομικές και γεωργικές εργασίες (χαρούπια).

Οι διακοινοτικές ταραχές

Ο πατέρας μου συνέχιζε να καλλιεργεί τα κτήματά του στις Γούφες και είχε τη βοήθεια των συγχωριανών του Τουρκοκύπριων. Του έδιναν προτεραιότητα στο πότισμα των σιτηρών από τον ποταμό, τον συνέδραμαν στο θερισμό και στην παράδοση των σιτηρών.

Από τις επισκέψεις μας στις Γούφες διατηρώ έντονες τις μνήμες από την υποδοχή μας κάθε φορά που πηγαίναμε στο χωριό. Από την είσοδο του χωριού οι συγχωριανοί του τον καλωσόριζαν και στο κέντρο του χωριού έκανε στάση με το τρακτέρ στο καφενείο του φίλου του Nazim Ismail.

Όλοι προσφέρονταν να τον κεράσουν και ο ίδιος χαιρετούσε με χειραψία όλους τους θαμώνες, λέγοντας στον καθένα και έναν καλό λόγο ή αστειευόταν μαζί του. Εγώ και ο αδελφός μου γεμίζαμε τις τσέπες μας με κεράσματα (λουκούμια) τα οποία μας τα πρόσφεραν όλοι οι Τουρκοκύπριοι θαμώνες. Καθυστερούσαμε πάνω από μια ώρα για να φθάσουμε στο σπίτι του παππού μου, διότι ο πατέρας μου δεν χόρταινε τη συντροφιά των φίλων του.

Τον Δεκέμβριο του 1963, όταν ξεκίνησαν οι διακοινοτικές ταραχές, οι Γούφες έμειναν έξω από τις συγκρούσεις. Ο φόβος όμως και η αβεβαιότητα για το μέλλον οδήγησαν βαθμιαία τους λίγους Ε/Κ να εγκαταλείψουν το χωριό.

Το Μάιο του 1964 δολοφονήθηκαν δυο συγχωριανοί μας Τουρκοκύπριοι που εργάζονταν για το μεροκάματο στην Αμμόχωστο. Ήταν ο Karatzas και ο γαμπρός του Kemal Emin Demyroz. Τότε είδα τον πατέρα μου βαθιά συλλογισμένο και περίλυπο να προσπαθεί να προβλέψει τα μελλούμενα, ενώ ταυτόχρονα καταφερόταν ανοιχτά κατά των δολοφόνων. Φοβόταν για την τύχη του αδελφού του Χαϊλή, ο οποίος ζούσε μαζί με την εξαμελή οικογένειά του στις Γούφες.

Τον Ιούλιο του 1964, όταν επισκεφθήκαμε τις Γούφες για να παραδώσουμε τα σιτηρά, το κλίμα στο χωριό ήταν καλό και οι συγχωριανοί Τουρκοκύπριοι συνέχιζαν να περιβάλλουν την οικογένειά μας με την εμπιστοσύνη τους.

Το 1966 δολοφονήθηκε έξω από το χωριό ο Κυριάκος Σολωμού, με αποτέλεσμα το κύμα φυγής των Ε/Κ να ενταθεί, χωρίς όμως να διαταραχθούν σε ανάλογο βαθμό και οι σχέσεις των ανθρώπων.

Ο πατέρας μου συνέχιζε να καλλιεργεί τα χωράφια του και το 1972, όταν τελείωσε ο θερισμός στην Ακανθού, πήρε τη θεριζοαλωνιστική μηχανή και το συνεργείο του θερισμού και πήγαν όλοι μαζί στις Γούφες για να θερίσουν και στους Τουρκοκύπριους.

Ο πατέρας μου έχαιρε της εμπιστοσύνης των Τουρκοκυπρίων και αυτοί ανταπέδιδαν με την ασφάλεια των μελών του συνεργείου και των αγροτικών μηχανημάτων τους. Η ολοκαίνουργια θεριζοαλωνιστική μηχανή class παρέμενε αφύλακτη τα βράδια τα χωράφια των Γουφών, χωρίς κανένας να διανοηθεί για κακοβουλία ή δολιοφθορά.

Η οικειότητα των Τ/Κ

Μαζί με τον πατέρα μου επισκεπτόμουν τα γειτονικά χωριά Μελούντα, Άρτεμη και Πλατάνι για διάφορες αγροτικές δουλειές. Πηγαίναμε στα μαναβικά, κυρίως μελιτζάνες, και παίρναμε άνυδρα καρπούζια και πεπόνια. Σε όλα τα χωριά είχε γνωστούς και φίλους.

Στο Πλατάνι πήγαμε αργά το απόγευμα για να νοικιάσει τα χωράφια της Τζαμής στην Ακανθού. Η οικειότητα των Τ/Κ από το Πλατάνι με ξένισε, διότι άκουγα πολύ κακά λόγια για τους Πλατανίτες. Αυτό το κλίμα άρχισε να χαλάει όταν ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής του Τζάους διεμήνυσε στον θείο μου Μιχάλη (Χαϊλή) να εγκαταλείψει το χωριό Γούφες μαζί με την οικογένειά του. Απαγόρευαν κάθε συναλλαγή Τουρκοκύπριου με Ελληνοκύπριο, προκειμένου ο θείος μου να εξαναγκαστεί να φύγει.

Ήταν Απρίλιος του 1974. Τότε ο πατέρας μου προσέτρεξε σε βοήθεια του αδελφού του για τη διεκπεραίωση των αναγκαίων εργασιών του. Πήγε στους φίλους του και τους ρώτησε αν κινδυνεύει ο αδελφός του. Εκείνοι εμμέσως πλην σαφώς του άφησαν να εννοηθεί ότι θα ήταν προτιμότερο να φύγει. Ο πατέρας μου αντιλήφθηκε πλήρως την κρισιμότητα της θέσης του θείου μου και φρόντισε να τον διευκολύνει να μετεγκατασταθεί στην Ακανθού.

Εγώ συνέχιζα να επισκέπτομαι τις Γούφες με το αυτοκίνητό μου. Υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία, αλλά αυτό δεν αποτελούσε για μένα εμπόδιο. Ο κοινοτάρχης Hasan Auntach (Μέντζης) με είχε δει στο σπίτι μας στην Ακανθού με τη στρατιωτική στολή του αξιωματικού και χαμογέλασε. Εγώ έβλεπα τους συνομήλικούς μου ένοπλους στις Γούφες και ανταλλάσσαμε χαιρετισμό.

Η μοίρα των ανθρώπων έμελλε να αλλάξει το καλοκαίρι του 1974. Η τουρκική εισβολή έφερε τα πάνω κάτω. Οι γονείς μου έφυγαν από την Ακανθού με το τρακτέρ και πήγαν στο Αυγόρου και μετά στην Ορμήδεια. Στο δρομολόγιο της φυγής, ο πατέρας μου σκεφτόταν να μεταβεί στις Γούφες για να προστατευτεί από τους φίλους και συγχωριανούς του. Τόση ήταν η εμπιστοσύνη του στους απλούς ανθρώπους. Η επιμονή της μητέρας μου να πάνε όπου πήγαιναν οι άλλοι, τον έσωσε.

 «Νομίζω, Σαουρή, η φωνή σου έρχεται από τον ουρανό»

Οι προσπάθειες του πατέρα μου για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων μας, του αδελφού του Χαϊλή και του γιου του Λοΐζου, τον οδήγησαν σε τηλεφωνικές επαφές με τους Τ/Κ συγχωριανούς του μέσω Αθήνας. Ήταν απερίγραπτη η χαρά του όταν άκουσε γνώριμες σε αυτόν φωνές, έστω και αν τα μηνύματα που έπαιρνε για τους αγνοούμενούς μας δεν ήταν ευχάριστα. Αλλά, και από την άλλη μεριά του ακουστικού έπαιρνε ανάλογα αισθήματα αγάπης, φιλίας και νοσταλγίας «Νομίζω, Σαουρή, η φωνή σου έρχεται από τον ουρανό», του είπε ο κοινοτάρχης Μέντζης.

Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, οι επισκέψεις στις Γούφες, στην Ακανθού και στα άλλα χωριά της περιοχής πύκνωσαν. Οι επαφές με τους ανθρώπους του χωριού έφεραν στην επιφάνεια μνήμες και αναθέρμαναν τις σχέσεις του με τους Τουρκοκύπριους.

Εμείς τα παιδιά του μπολιαστήκαμε από τη δύναμη της φιλίας και του αλληλοσεβασμού και προσπαθήσαμε να συνάψουμε νέες φιλίες με τα παιδιά και τα εγγόνια των φίλων του πατέρα μας.

Ξεπεράσαμε κάθε επιφύλαξη που δημιούργησε ο πόλεμος, η κατοχή και ο διαχωρισμός. Ανέπτυξα τις σχέσεις μου με φίλους απόδημους Τουρκοκύπριους και διέκρινα τα ίδια αισθήματα αλληλοκατανόησης, αμοιβαίου σεβασμού και αγάπης.

Με την πρώτη ευκαιρία φιλοξένησα στο προσφυγικό σπίτι μας στη Λευκωσία έξι Τουρκοκύπριους φίλους μου και συμφάγαμε με την οικογένειά μας.

Ο πατέρας μου τους έπαιξε πιθκιαύλι (φλογέρα) και τους τραγούδησε στα τούρκικα το «Instabul sokkaklarum». Οι Τουρκοκύπριοι ενθουσιάστηκαν από την άριστη γνώση της τουρκοκυπριακής διαλέκτου από τον πατέρα μου. Τα σοφά του λόγια για το ζήτημα της επαναπροσέγγισης που υπηρετούσαν όλοι σαν «πλατφόρμα» ακόμη ηχούν στα αφτιά μου: «Μπράβο σας για ,ότι κάνετε εσείς κι ο γιος μου, αλλά πρέπει να ξέρετε ότι αν από παιδιά δεν μεγαλώσατε μαζί και παίξετε μαζί πυριλιά (βόλους) δεν πρόκειται να φθάσετε σε επίπεδα αμοιβαίας αγάπης και εμπιστοσύνης όπως είμαστε εμείς οι παλιοί».

Αυτά το λόγια αντηχούν ακόμη στα αφτιά μου και αναλογίζομαι το κακό που έγινε και τον διαχωρισμό των δυο κοινοτήτων. Όλοι έχουν τις ευθύνες τους για αυτό, κι εμείς κι εκείνοι, και για αυτό πρέπει να τερματιστεί αμέσως η κατοχή, για να επιτευχθεί και πάλι βαθμιαία η επαναπροσέγγιση και η ανάκτηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Προσωπικά αισθάνομαι δέος μπροστά στο περίσσευμα ψυχής του πατέρα μου και των Τ/Κ φίλων του, αλλά και υποχρέωση να ακολουθήσω τα βήματά του.

Χαίρομαι που με τιμούν με τη φιλία τους Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες μου, τους οποίους δεν τους διακρίνω από τους Ελληνοκύπριους. Για μένα η φιλία και η αδελφοσύνη δεν υπαγορεύεται από τη θρησκεία και την εθνικότητα, αλλά από την ανθρωπιά.

Η κοινή μας καταγωγή έρχεται αρωγός σε αυτή την προσπάθεια, αλλά με προβληματίζει το χάσμα του νεκρού χρόνου. Πρέπει να τερματιστεί άμεσα η κατοχή, να ξανασμίξουν οι άνθρωποι όσο υπάρχει «η μαγιά» της γενιάς μας. Κουβαλούμε μνήμες που μπορούν να δράσουν ευοδοτικά στη δημιουργία της κοινής επανενωμένης πατρίδας. Δεν πρέπει να αφήσουμε τον χρόνο να κυλίσει άπρακτος.

Τελειώνοντας, θέλω να αναφέρω ότι στην κηδεία του πατέρα μου στη Λευκωσία προσήλθαν Τουρκοκύπριοι από την Κωνσταντινούπολη, ο Dr Kivanch Diren, από την Κοντέα ο Moustafa Mourat και η οικογένειά του, από την Κερύνεια ο οδοντίατρος Sharper και από τη Λευκωσία ο αδελφός του Kivanch, οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια.»


Επιστροφή
στην αρχή