Η λέξη

ΑΠΟΨΗ /ΚΥΠΡΟΣ
Περνάτε απέναντι; Εγώ συνέχεια. Έχω περάσει κάτι χιλιάδες φορές από το 2003. Όχι δεκάδες. Όχι εκατοντάδες. Προσέξτε με. Κάτι χιλιάδες. Κυριολεκτικά. Έχω πάει σε κάθε σημείο, βουνοπλαγιά, σε κάθε γωνιά σε κάθε παραλία που έβρισκα μπροστά μου.

Περνάτε απέναντι; Εγώ συνέχεια. Έχω περάσει κάτι χιλιάδες φορές από το 2003.

Όχι δεκάδες. Όχι εκατοντάδες. Προσέξτε με. Κάτι χιλιάδες. Κυριολεκτικά.

Έχω πάει σε κάθε σημείο, βουνοπλαγιά, σε κάθε γωνιά σε κάθε παραλία που έβρισκα μπροστά μου. Στις εκκλησίες, τα κοιμητήρια. Στις πόλεις που έγιναν, σαν να μην χωρίστηκε ποτέ το νησί, τόσο ή και πιο άσχημες από τις δικές μας. Το ίδιο πρόχειρες. Το ίδιο κακόγουστες... Το ίδιο «εμείς».

Τρομάζουμε με την ασχήμια μέσα μας. Αυτήν είναι άλλωστε που βγάζουμε γύρω μας. Όμως, το άσχημο δεν το προσπερνάς. Το βλέπεις και προσπαθείς να φανταστείς πώς θα μπορούσε να ομορφύνει. Κι αν δεν γίνεται πια, φαντάζεσαι και προσπαθείς να μάθεις πώς ήταν άλλοτε. Να το προσπεράσεις; Ποτέ. Δεν πρέπει να παρακάμπτεις, νομίζω, τίποτα από αυτό που είσαι. Είσαι. Αυτό.

Κάπως έτσι βιώνω την υπόλοιπη μου πατρίδα.« Μπιζίμ ταραφτά...». Στην πλευρά μας, δηλαδή. Έτσι έμαθαν να λένε πολλοί Τουρκοκύπριοι, ακόμα και εκείνοι που δεν έχουν ίχνος ιδιοκτησιακής αντίληψης. Μπιζίμ και σιζίν. Η δική σας.

Γελάω πάντα και τους λέω πως δεν υπάρχει δική τους πλευρά. Τους αφήνω στο σοκ για λίγα δευτερόλεπτα - θυμάμαι μια φορά στο οδόφραγμα ένας ζαπτιές είχε θολώσει. Και μετά, τους εξηγώ πως όλα δικά ΜΑΣ είναι. Όλους μας. Ελληνόφωνους και τουρκόφωνους. Και από δω και από εκεί. Δεν τα χαρίζω, τους λέω: εγώ δεν έχω, αλλά, αν αγαπάτε τα παιδιά σας, ούτε εσείς να τα χαρίσετε ποτέ.

Τους ανθρώπους που δεν περνάνε, τους ελληνόφωνους εννοώ, τους ξεχωρίζω σε δυο κατηγορίες. Αυτούς που κατανοώ κι εκείνους που δεν καταλαβαίνω.

Αυτόν που δεν αντέχει να πάει να δει το σπίτι του και το χωριό του, είτε πήγε μία φορά είτε δεν πήγε, τον κατανοώ. Δεν θα τολμούσα ποτέ να γράψω μισή πρόταση για να τον κρίνω. Κι ακόμη λιγότερο για να τον επικρίνω. Υποκλίνομαι σ? αυτό που πέρασε. Έχει τον σεβασμό μου.

 Όπως και σε εκείνον που το πέρασε αλλά αποφάσισε να πηγαίνει. Να μιλάει με τους ανθρώπους που ζουν στο σπίτι που έχτισε με τα ίδια του τα χέρια και νοσταλγούν εκεί το δικό τους, στον νότο. Που μπορεί και να μην υπάρχει πια. Παίζει κι αυτό. Ξέρετε εμείς πόσα δικά τους ισοπεδώσαμε;

Ο καθένας το βιώνει αλλιώς. Δεν έχει να κάνει με το ποιος είσαι. Θυμάμαι μια φορά τη φίλη μου τη Σοφία, έναν από τους πιο ανοιχτόμυαλους ανθρώπους που γνώρισα και της οφείλω πολλά, όταν μου είπε: «Κωστή μου, δεν μπορώ να πάω στην Κερύνεια. Δεν θα το αντέξω. Διάλεξα να ζω με τις αναμνήσεις μου. Μακάρι να μπορούσα. ΔΕΝ μπορώ». Κάθε φορά που περνάω από την Κερύνεια τη σκέφτομαι. Κάθε φορά.

Είναι όμως και οι άλλοι. Δεν θέλω να κρίνω. Όμως αυτούς δεν τους καταλαβαίνω. Δεν πάνε διότι σε κάποια στιγμή κάποιος πολιτικός τούς είπε να μην το κάνουν. Το σέβομαι. Αλλά δεν μπορώ να τους καταλάβω, ίσως γιατί σπάνια περιμένω να μου πουν τι να κάνω. Νιώθω ότι αν η φύση ήθελε κάτι τέτοιο, θα έδινε μυαλό σε έναν από τους εκατό, τους χίλιους. Όχι στον καθένα μας. Κρίμα που το αφήνουν τόσοι και τόσοι να πηγαίνει χαμένο.

Ακόμη λιγότερο καταλαβαίνω αυτούς που λένε «τι να πάω να κάνω;», με αδιαφορία. Πώς μπορούν; Μπορούν. Εγώ δεν θα μπορούσα. Γιατί κάθε φορά που περνάω καταλαβαίνω περισσότερα. Δέκα χρόνια μετά. Αν και είχα πάει και αρκετά χρόνια πριν.

Τις προάλλες. Στη Χαλεύκα. Τον τελευταίο τόπο που δεν είχα δει μέχρι πρόσφατα. Είναι ένα μονοπάτι κάπου μες στο βουνό που σε βγάζει σε έναν βράχο. Με ένα φυλάκιο απάνω. Με μια μεταλλική σημαία. Από τη μια της «ΤΔΒΚ» και από την άλλη τούρκικη. Και με την πιο εντυπωσιακή θέα της Μεσαορίας από εκεί.

Το φυλάκιο το έφτιαξε η Εθνική Φρουρά. Το μαρτυρά η ημερομηνία που χάραξε κάποιος, στρατιώτης προφανώς, στο τσιμεντένιο του πεζούλι: «22.3.1971». Και ένα όνομα στα σκαλιά του. «Τουμάζος». Κι αυτό.

Τις προάλλες, λοιπόν, πήγα με δυο ακόμα φίλους να τους δείξω το μέρος. Τρίτη μου φορά σε δυο μήνες. Η πρώτη με τόσο καλό καιρό. Μόνο προχθές φαινόταν στο βάθος ακόμα και η Λευκωσία. Χάζεψα τη θέα, θύμισα στον εαυτό μου πόσο όμορφο είναι αυτό το νησί, αλλά καθώς έφευγα πάγωσα μπροστά σε κάτι που δεν είχα προσέξει.

Στον βράχο κάτω από το φυλάκιο χαραγμένη, μισοσβημένη, μια λέξη: «ΕΝΩΣΙΣ».

«Είχατε δεν είχατε, τη φέρατε», είπα. «Αστοχήσατε στη χώρα». Κράτησα το πικρό μου χαμόγελο για να θυμάμαι τη μέρα και πήρα το μονοπάτι της επιστροφής.

Γι? αυτό, δεν προσπερνώ ποτέ τα άσχημα και τα πικρά της ζωής. Καλές και οι χαρές. Καλύτερες. Αλλά, μ? αυτές μόνο, η ζωή είναι μισή. Έτσι θα ήταν και η δική μου αν διάλεγα να ξεχάσω την άλλη μισή μου υπόσταση, απέναντι.

Κι αυτήν δεν τη χαρίζω σε κανέναν.

 

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Νεκατωμένα στομάχια (Του Μιχάλη Θεοδώρου)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, 21.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Συνείδηση, τιμή και υπερηφάνεια

ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ, 21.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Για να φτιάχνει φραπέ χρειάζεται, για Πρόεδρος όχι;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 21.09.2018

Επιστροφή
στην αρχή