Η κρίση Τουρκίας - ΗΠΑ και η γεωγραφία

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΔΙΕΘΝΗ

Η κρίση στις σχέσεις Τουρκίας - Ηνωμένων Πολιτειών δημιούργησε την περασμένη εβδομάδα μια «μαύρη Παρασκευή» στην τουρκική οικονομία.

Η κρίση στις σχέσεις Τουρκίας - ΗΠΑ δημιούργησε την περασμένη εβδομάδα μια «μαύρη Παρασκευή» στην τουρκική οικονομία. Η Τουρκία εδώ και μήνες φαίνεται να επηρεάζεται άμεσα από τη ρητορική του Αμερικανού Προέδρου Τραμπ «για μια σφαίρα για κάθε μέρα κράτησης του πάστορα Μπράνσον». Εν μέσω αυτού του σοβαρού standoff Άγκυρας - Ουάσινγκτον, το ερώτημα που γεννάται, πέραν των αντοχών της τουρκικής (πραγματικής) οικονομίας, είναι κατά πόσον βιώνουμε το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου στις σχέσεις Τουρκίας - Δύσης. Το δεύτερο, εξίσου σημαντικό ζήτημα που πρέπει να τεθεί, είναι κατά πόσον ένα μεγάλο μέρος της κρίσης οφείλεται και στις δύο προσωπικότητες που αντιπαρατίθενται: Του Τραμπ, ενός κλασικού τζακσονιανού πολιτικάντη, developer από το Κουίνς της Νέας Υόρκης, και του Ερντογάν, ενός φτωχόπαιδου, ποδοσφαιριστή της Κασίμπασα, που μέσα σε 15 χρόνια έγινε ο πιο ισχυρός (και από τους πιο πλούσιους) άνδρας στην Τουρκία.

Τα επιμέρους παράδοξα

Παρά τα επιμέρους μέτρα επιβολής κυρώσεων, ένθεν κι ένθεν, σε αξιωματούχους, τα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών σε διπλωματικό επίπεδο δεν σταμάτησαν να δουλεύουν ποτέ. Η Ουάσινγκτον συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι της οικονομικής πίεσης όντας ωστόσο έτοιμη να δεχθεί μια ανταλλαγή μεταξύ των ατόμων ενδιαφέροντος στο πλαίσιο του hostage politics, με αντικείμενο τον Τούρκο τραπεζίτη της Halkbank Αττίλα και τον πάστορα Μπράνσον. Την ίδια στιγμή, η ρητορική Ερντογάν αγγίζει ιστορικά σημεία αντιαμερικανισμού, με τα μισά iPhone να διαλύονται με σφυριά σε viral βίντεο στο διαδίκτυο και με τα άλλα μισά… iPhone να τραβούν και να ανεβάζουν τα εν λόγω βίντεο. Το ποιοτικό χαρακτηριστικό πάντως αμφότερων των δύο ηγετών παραμένει αυτό της υψηλής ρητορικής - η οποία σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι απαραιτήτως κακή, αν πέραν των ζητημάτων πρεστίζ, η διπλωματία της αποκλιμάκωσης αποδίδει.

Η διαπίστωση των Αμερικανών

Αυτό που διαφοροποιεί πάντως την τρέχουσα κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι το σαγματικό εκείνο σημείο στο οποίο έχουν καταλήξει πλέον διάφοροι στρατηγικοί κύκλοι σκέψης στην Ουάσινγκτον. Κατανοούν ότι σε μια σειρά ζητημάτων, από το φλερτ με τη Ρωσία μέχρι τις επιμέρους γεωπολιτικές επιδιώξεις στο πεδίο αντιπαράθεσης της Συρίας, η συμπεριφορά Ερντογάν αντικατοπτρίζει περισσότερο συγκυριακές τακτικές επιλογές παρά θεσμική προσήλωση στις συμμαχικές υποχρεώσεις. Αυτή η διαπίστωση βέβαια δεν σηματοδοτεί σε καμία περίπτωση ότι η Τουρκία του Ερντογάν θα εγκαταλειφθεί οριστικά από τη Δύση ή θα εκδιωχθεί, π.χ., από το ΝΑΤΟ. Το χαρτί της οικονομικής πίεσης, ακριβώς όπως το 2001, δημιουργεί προϋποθέσεις για μια σειρά στρατηγικών στόχων εκ μέρους της Ουάσινγκτον:

α) Την επιστροφή της Τουρκίας σε ένα μοντέλο ανάπτυξης «εγγύτερο» στην περίοδο 2002-2006 και την απεμπόληση του μοντέλου crony capitalism που έστησε ο Ερντογάν μετά από μια 15ετία στην εξουσία.

β. Τη δημιουργία ρηγμάτων στη σχέση Τουρκίας - Ρωσίας, με φόντο τις εξελίξεις στο Συριακό (η πίεση προς την Τουρκία για το Ιντλίμπ παραμένει τόσο έντονη, όσο και της οικονομίας).

γ. Τη διατήρηση του ρόλου της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους ευρύτερους γεωπολιτικούς τους στόχους στην περιοχή.

Παραμένει ρεαλιστής;

Η υψηλή αντιαμερικανική ρητορική του Ερντογάν εδράζεται, πέραν του εσωτερικού μετώπου, σε υπαρξιακές φοβίες. Η εμπειρία των Ισλαμιστών και του ίδιου του Ερντογάν σε σχέση με τις ΗΠΑ δεν στέκεται μόνο στο ζήτημα του Μπράνσον ή του Γκιουλέν. Από την ανατροπή Μεντερές μέχρι αυτήν του Ερμπακάν, και από την εξέγερση του 2013 στο πάρκο Γκεζί μέχρι το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016, ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του Ερντογάν σε ιδεολογικό επίπεδο βλέπει «αμερικανικό δάχτυλο». Ωστόσο, ο Ερντογάν, που συνήθως αντιμετωπίζεται ως ένας μη ορθολογιστής δρων, τείνει, μετά από 15 χρόνια στην εξουσία, να αποδεικνύεται αρκετά ρεαλιστής σε συνθήκες αφόρητης πίεσης. Η πραγματική του προσέγγιση, πέραν του να αναζητεί «συμμάχους» στον εμίρη του Κατάρ ή στη Ρωσία του Πούτιν, εστιάζει στο να αντιληφθεί τις πραγματικές προθέσεις των ΗΠΑ σε αυτήν την κρίση, προθέσεις που θεωρητικά για τον ίδιο θα του κόστιζαν την εξουσία αλλά και το «sistema» που ο ίδιος έχει χτίσει μεταξύ των μελών της οικογενείας του, του στενού περιβάλλοντός του και των επιχειρηματιών-φίλων του, οι οποίοι ουσιαστικά απαρτίζονται από τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες της χώρας. Συνεπώς, δεν πρέπει να αποκλειστεί το γεγονός ότι στις επόμενες εβδομάδες θα κινηθεί ρεαλιστικά τόσο σε επίπεδο Δύσης όσο και σε επίπεδο ηγεσιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο Ερντογάν, όχι τυχαία, ξεκίνησε τη φάση της αποκλιμάκωσης που θα κορυφωθεί με την απελευθέρωση Μπράνσον και των υπολοίπων ατόμων αμερικανικού ενδιαφέροντος (17) τις επόμενες εβδομάδες με μια κίνηση υψηλού συμβολισμού: απελευθέρωσε τους δύο Ελλαδίτες στρατιωτικούς που κρατούνταν στην Τουρκία για πέντε μήνες.

Τα προβλήματα παραμένουν

Μια ενδιαφέρουσα ματιά στην τουρκική οικονομική κρίση αφορά τις μεγάλες εταιρείες ανάπτυξης που είναι υπερχρεωμένες: Limak, Cengiz, Kolin, Kalyon, ΙC Group και Sabanci. Ένα έλλειμμα που αγγίζει τα 217 δισ. δολάρια από εταιρείες που δραστηριοποιούνταν αμιγώς σε συμπράξεις δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων (Public Private Partnerships). Το απόλυτο favoritism του καθεστώτος Ερντογάν είναι κάτι που δεν διαφεύγει από την αντίληψη των ξένων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία. Πώς θα μπορούσε να αλλάξει αυτό από την οικονομική πίεση που ασκείται στην Τουρκία; Η προοπτική του post-conflict development της Συρίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως το απαραίτητο carrot τα επόμενα χρόνια προκειμένου η πληγείσα οικονομία της χώρας να ξαναμπεί σε τροχιά ανάπτυξης. Η Δύση δεν έχει ξεχάσει ανθρώπους σαν τον Κεμάλ Ντερβίς, ασχέτως αν ο Ερντογάν επέλεξε, τα τελευταία χρόνια, οικονομικούς συμβούλους με… κομματικές περγαμηνές έναντι των τεχνοκρατών. Τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας ωστόσο παραμένουν μπροστά: Πριν το standoff με τις ΗΠΑ, o πληθωρισμός σημείωσε πτώση σχεδόν στο 16% τον περασμένο Ιούλιο και το ετήσιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν υποχώρησε ποτέ κάτω από τα 57 δισ. δολάρια, φτάνοντας το 7% του ΑΕΠ. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η ανεργία, διαχρονικά, στη χώρα καθώς και η έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το ασφάλιστρο κινδύνου της Τουρκίας, το οποίο αντικατοπτρίζεται σε συμβάσεις αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου, ήταν ήδη 320 μονάδες βάσης πριν αρχίσουν οι υψηλοί τόνοι με τον Τραμπ. Ωστόσο, ο βαθμός έκθεσης των ευρωπαϊκών τραπεζών στην τουρκική οικονομία παραμένει κρίσιμος -ένα χαρτί που αναπόφευκτα ο Ερντογάν θα παίξει τόσο στη Μέρκελ όσο και στον Μακρόν- με έναν ευρωπαϊκής σημειολογίας ελιγμό τις επόμενες εβδομάδες.

Μια μικρή πρόβλεψη

Οι σχέσεις ΗΠΑ - Τουρκίας παραμένουν σε ιστορικό χαμηλό, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να διασφαλίσει μια άνευ προηγουμένου διαρραγή τους. Οι προσωπικότητες του Τραμπ και του Ερντογάν δυσχεραίνουν σε όλα τα επίπεδα τη διαχείριση αυτής της κρίσης, ωστόσο, παρά τις συνέπειες στην τουρκική οικονομία, και η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να βγει ζημιωμένη από τη συνέχιση της κρίσης. Επιπλέον, οι ΗΠΑ χρειάζονται σε μεγάλο βαθμό τη συμβολή της Τουρκίας στην τελική επίλυση του Συριακού, δεδομένης της εμπλοκής Μόσχας και Τεχεράνης στο τελικό αυτό στάδιο του μακροχρόνιου πολέμου. Με αυτά τα δεδομένα, αυτό που πρέπει κανείς να αναμένει είναι μια ελεγχόμενη πίεση στον Ερντογάν η οποία θα αποδώσει στην απελευθέρωση / ανταλλαγή των ατόμων ενδιαφέροντος μεταξύ Άγκυρας και Ουάσινγκτον, μια κίνηση με επιμέρους σημειολογίες αξιοπιστίας και κύρους για τις πολιτικές ελίτ των δύο χωρών. Η πίεση στην τουρκική οικονομία θα παραμείνει, και μαγική συνταγή δεν υπάρχει δεδομένων των αμείλικτων μαθηματικών που υπάρχουν στη μέση. Το 2001 όμως 1 δολάριο κόστιζε 1,5 εκατ. τουρκικές (υποτιμημένες) λίρες από τα 7 δολάρια στα οποία βρέθηκε την περασμένη Παρασκευή. Και την κρίση αυτή τη θυμάται καλύτερα από όλους ο Ερντογάν. Αν επιστρέψει σε μια πολιτική χαμηλότερων τόνων θα έχει και τη νηφαλιότητα για να σώσει την τουρκική οικονομία, αλλά, σημαντικότερα, να επιστρέψει στην ομαλότητα σε σχέση με τις σχέσεις του με τη Δύση. Χωράει, αλήθεια, μια πραγματική μετακίνηση της Τουρκίας εκτός Δύσης στο περιφερειακό της υποσύστημα αλλά και διεθνώς; Το ερώτημα αυτό του ενός εκατομμυρίου θα απαντηθεί εντός των επόμενων μηνών. Τόσο ο Τραμπ όμως όσο και ο Ερντογάν θα κληθούν να το απαντήσουν όταν ο πάστορας Μπράνσον θα εφημερεύει ελεύθερος στην εκκλησία του στη Σμύρνη και ο Μεχμέτ Χακάν Αττίλα θα γράφει στην αυτοβιογραφία του, σε κάποιο καφέ της Άγκυρας (ή της Ελβετίας), πως μετέτρεπε τα παράνομα κέρδη σε… χρυσό. Μέχρι τότε, καλό είναι, εδώ στην Κύπρο, πριν βγάλουμε οποιοδήποτε συμπέρασμα από την αμερικανοτουρκική κρίση σε σχέση με τις εξελίξεις σε Κυπριακό και ενεργειακά, να ξαναδούμε, κάπου, έναν κρεμασμένο χάρτη της περιοχής. Η γεωγραφία δεν αλλάζει…

 

*Twitter: @JohnPikpas

 

 


Επιστροφή
στην αρχή