«Η Κύπρος δεν μπορεί να αρνηθεί δικαστική συνδρομή για Μπράουντερ»

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Η Εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξε, κατά την αγόρευση της, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.

Η τυχόν έκδοση προσωρινού διατάγματος από το δικαστήριο που να απαγορεύει στις κυπριακές αρχές να συνεργάζονται με τις ρωσικές αρχές στην υπόθεση του Μπιλ Μπράουτερ θα παραβιάσει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, υποστήριξε σήμερα η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα Θεανώ Μαυρομουστάκη, εκφράζοντας τη θέση ότι η Κύπρος δεν μπορεί να αρνηθεί τη δικαστική συνδρομή που ζητά η Ρωσία για τη διερεύνηση εταιρειών του κ. Μπράουντερ στην Κύπρο.


Η κα. Μαυρομουστάκη αγόρευσε σήμερα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης του πελάτη του με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στον Υπουργό Δικαιοσύνης την εκτέλεση αιτήματος δικαστικής συνδρομής της Ρωσίας που να σχετίζεται με τις δραστηριότητες του στην Κύπρο, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής που κατέθεσε εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεκδικώντας αποζημιώσεις για κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση των συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.


Η Εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξε, κατά την αγόρευση της, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, σημειώνοντας ότι η Ρωσία, με το αίτημα δικαστικής συνδρομής που υπέβαλε προς τις κυπριακές αρχές, δεν ζητά την έκδοση και δίωξη του Μπράουντερ, αλλά τη διερεύνηση των λογαριασμών κάποιων εταιρειών του στην Κύπρο.


Η κα. Μαυρομουστάκη διατύπωσε τη θέση ότι ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει ως προς το ρωσικό αίτημα δικαστικής συνδρομής είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, εγείροντας ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να εξετάσει την υπό εκδίκαση αίτηση και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
Η θέση του Γενικού Εισαγγελέα είναι ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν μπορεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία για διεθνή συνεργασία και την ευρωπαϊκή σύμβαση για αμοιβαία αρωγή σε ποινικά θέματα, να αρνηθεί την παροχή της αιτούμενης δικαστικής συνδρομής.


Απορρίπτει, επίσης, τη θέση του δικηγόρου του κ. Μπράουντερ ότι το ρωσικό αίτημα δικαστικής συνδρομής αποτελεί πολιτικά υποκινούμενη δίωξη εναντίον του πελάτη του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει ικανοποίησης. «Εάν η δίωξη είναι πολιτικά υποκινούμενη δεν είναι λόγος άρνησης της δικαστικής συνδρομής, δεν αναφέρεται οπουδήποτε στη Σύμβαση και δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη από το σεβαστό Δικαστήριο τέτοιος ισχυρισμός για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα», όπως αναφέρει η κα. Μαυρομουστάκη, στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της.


Εξάλλου, προσθέτει, «ακόμα και εάν προέκυπτε τέτοιο ζήτημα, τούτο θα προϋπόθετε εξέταση μαρτυρικού υλικού που να αφορά τα όποια κίνητρα του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και άλλων αξιωματούχων, πράγμα ανεπίτρεπτο σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων όπου το δικαστήριο δεν δύναται και δεν πρέπει να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης για να αποφασίσει σχετικά».


Επισημαίνει ότι «στην υπό εκδίκαση περίπτωση δεν εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αίτημα έκδοσης φυγοδίκου όπου τα όποια κίνητρα της δίωξης δυνατό να ληφθούν υπόψη από το εκδικάζον δικαστήριο. Εδώ εκκρεμεί διαδικασία με την οποία οι αιτητές επιχειρούν να εμποδίσουν τη δικαστική συνεργασία μεταξύ δύο κρατών…».
«Είναι λοιπόν και γι΄αυτό το λόγο που αποτελεί θέση του καθ’ ου η αίτηση(Γενικού Εισαγγελέα) που ουδεμία εξουσία ή/και δικαιοδοσία έχει το δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση που έχει ενώπιον του», αναφέρει και προσθέτει : «οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα ο Υπουργός Δικαιοσύνης διατηρούν διακριτική ευχέρεια σε κάποιο βαθμό για τη μη έγκριση αιτήματος (δικαστικής συνδρομής) μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη Σύμβαση και δεν αφορούν την περίπτωση που βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου».


Σύμφωνα με τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα, ένα τέτοιο αίτημα μπορεί να απορριφθεί μόνο εάν τα αδικήματα, για τη διερεύνηση των οποίων ζητείται η δικαστική συνδρομή, είναι πολιτικής φύσεως(δηλαδή να έχει πολιτικό χαρακτήρα, π.χ. πραξικόπημα, πειρατεία, τρομοκρατία κτλ.) και όχι όταν είναι «πολιτικά υποκινούμενα», όπως είναι ο ισχυρισμός της άλλης πλευράς.


Η κα. Μαυρομουστάκη σημειώνει ότι ακόμα κι αν αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί «δεν αποτελεί λόγο άρνησης της αιτούμενης δικαστικής συνδρομής δυνάμει της Σύμβασης. Κάτι τέτοιο δυνατό να αποτελούσε λόγο άρνησης έκδοσης φυγοδίκου σε ανάλογη διαδικασία, δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση που μας απασχολεί».
Επισημαίνει ακόμη ότι τα όσα η πλευρά του κ. Μπράουντερ επιχειρεί με την αίτηση της να εμποδίσει «αποτελούν πράξη κυβέρνησης ή πηγάζουν από αυτήν, είναι δε γνωστές οι αρχές που προνοούν πως τέτοιες πράξεις δεν είναι δυνατό να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο…ούτε είναι δυνατό αυτές να εμποδίζονται δυνάμει δικαστικού διατάγματος».
Υποστήριξε ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποτελεί παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στην εκτελεστική εξουσία και άρα, παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών.


Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα ανέφερε επίσης στην αγόρευση της ότι ακόμα κι αν το δικαστήριο κρίνει πως έχει την ευχέρεια να ασχοληθεί με την αίτηση αυτή,  η αίτηση δεν πληροί τις τρεις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση τη σχετική νομοθεσία: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, β)Η ύπαρξη σοβαρής πιθανότητας επιτυχίας και γ)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.


Σε περίπτωση δε, προσθέτει, «που διαφανεί ότι πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα».


Καταλήγοντας, η κα. Μαυρομουστάκη κάλεσε το δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, σημειώνοντας ότι «είναι πέραν από προφανές πως η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρίστηκε με αλλότρια κίνητρα, ήτοι την καθυστέρηση διερεύνησης ποινικών αδικημάτων εναντίον του Μπιλ Μπράουντερ (ίσως επιδιώκοντας την παραγραφή ή απόκρυψη στοιχείων, δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε επακριβώς)».
Ο Δικαστής Ι. Ιωαννίδης επιφύλαξε την έκδοση της απόφασης του αρχές Σεπτεμβρίου.


Επιστροφή
στην αρχή