Η κοινή πατρική καταγωγή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Οι ερευνητές μελέτησαν δείγματα DNA από 344 Ελληνοκύπριους άνδρες και 380 Τουρκοκύπριους, επίσης άντρες, χωρίς συγγενική σχέση μεταξύ τους.

Μια έρευνα για τη γενετική καταγωγή των Ε/Κ και των Τ/Κ που δημοσίευσε μες στη βδομάδα ο «Π» προκάλεσε μεγάλη συζήτηση για τις ιστορικές καταβολές των κατοίκων του νησιού, αλλά για και το κατά πόσον η επιστήμη της γενετικής επιβεβαιώνει την ιστορική μαρτυρία.

Μάλιστα, η έρευνα, που διενήργησαν το Τμήμα Καρδιαγγειακής Γενετικής και το Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου με επικεφαλής τον δρα Μάριο Καριόλου του ΙΝΓΚ και τους ιδιαίτερα στενούς του συνεργάτες δρα Αλέξανδρο Ηρακλείδη της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και δρα Ήβη Πασιαρδή του ΙΝΓΚ, οι οποίοι συνεισέφεραν ισότιμα (δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «PlosOne» στις 16/6/2017), έτυχε πολλαπλών αναγνώσεων. Αναγνώσεις που κάποτε άγγιξαν και τα όρια της εθνικιστικής ρητορικής, αν και είναι επιστημονικά αποδεκτό πως δεν υπάρχει ακραιφνής γενετικά φυλή στον πλανήτη, από τον καιρό της αγροτικής επανάστασης, όταν ο homo sapiens έπαυσε να είναι τροφοσυλλέκτης (και ζούσε σε μικρές κλειστές κοινότητες που μετακινούνταν σε πολύ συγκεκριμένο χώρο) και άρχισαν οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών.

Οι ερευνητές μελέτησαν δείγματα DNA από 344 Ελληνοκύπριους άνδρες και 380 Τουρκοκύπριους, επίσης άντρες, χωρίς συγγενική σχέση μεταξύ τους. Επιλέχθηκαν μόνο άντρες, διότι το ανδρικό χρωμόσωμα Υ στο 23ο ζεύγος των ανθρώπινων χρωμοσωμάτων (ΧΥ για τους άντρες και ΧΧ για τις γυναίκες) μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιο από γενιά σε γενιά και έτσι μπορεί κανείς να ανιχνεύσει την καταγωγή πηγαίνοντας πολλές γενιές πίσω. Οι μικρές αλλαγές που μπορεί να παρατηρηθούν στο ανδρικό χρωμόσωμα Υ (ή μεταλλάξεις στη γλώσσα της γενετικής) όπως αυτό κληροδοτείται από μια γενιά στην άλλη βοηθούν και αυτές στις πληθυσμιακές γενετικές μελέτες.

Έτσι, αυτό που προέκυψε από την ανάλυση του DNA των 714 ανδρών είναι πως Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουν την ίδια γενετική καταγωγή, με το DNA των Τουρκοκυπρίων να αρχίζει να διαφοροποιείται μόνο τους τελευταίους αιώνες, δηλαδή περίπου από την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου και μετά. Πιο συγκεκριμένα, η πατρική καταγωγή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων προέρχεται κυρίως από την ίδια γενετική δεξαμενή, σε βαθμό τέτοιο ώστε να θεωρείται περίπου πως πρόκειται για τον ίδιο πληθυσμό. Μάλιστα, 8 στους 100 από τους υπό αναφορά άνδρες έχουν κοντινό εκ πατρός συγγενή στην άλλη κοινότητα.

Τι λέει η ιστορία

«Η συγκρότηση της μουσουλμανικής κοινότητας στην Κύπρο υπήρξε αποτέλεσμα αυτής καθαυτής της κατάκτησης του νησιού από την οθωμανική αυτοκρατορία», γράφει ο διδάκτωρ Τουρκικών Σπουδών Σώτος Κτωρής σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στον «Π» (Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι - Μια ιστορική «πορεία» 446 ετών, 21/5/2017). Όπως αναφέρει, η μουσουλμανική κοινότητα της Κύπρου συγκροτήθηκε από ετερόκλιτα στοιχεία, τους αφιχθέντες τα πρώτα χρόνια μουσουλμάνους από τις κεντρικές επαρχίες της Ανατολίας, οι οποίοι προέρχονταν από αλεβίτες Τουρκομάνους και εξισλαμισθέντες χριστιανούς, και τους Κύπριους χριστιανούς που εξισλαμίσθηκαν. Αργότερα, αναδύθηκε και μια ιδιότυπη κατηγορία, αυτή των «ατελώς εξισλαμισθέντων», των λινοβαμβάκων.

Η πληθυσμιακή ενίσχυση των κατακτηθεισών περιοχών συνιστούσε μια πάγια πρακτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας, επισημαίνει ο δρ Κτωρής [«Η δημογραφική εξέλιξη της τ/κ κοινότητας (1571-1960)», omadakypros.eu, 15/2/2016], ενώ στο νησί παρέμεινε και σημαντικός αριθμός μελών του οθωμανικού στρατού που συμμετείχαν στην εκστρατεία κατάκτησης της Κύπρου (το 1571 με την πτώση και της Αμμοχώστου).

Όσο για τους εξισλαμισμούς, αυτοί αρχικά αφορούσαν μέλη της κοινότητας των Λατίνων, καθώς μετά την οθωμανική κατάκτηση η άρχουσα ως τότε τοπική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ουσιαστικά διαλύθηκε και τα μέλη της έγιναν στόχος διωγμών, με αποτέλεσμα να προσχωρήσουν μαζικά στο ισλάμ για να σώσουν τη ζωή, αλλά και την περιουσία ή την πρότερη κοινωνική τους θέση. Εξισλαμισμοί υπήρξαν και ανάμεσα στους ορθόδοξους χριστιανούς, για λόγους αποφυγής της βαριάς φορολόγησης και για να αποκτήσουν δυνατότητα ανέλιξης στην οθωμανική γραφειοκρατία. Ήταν όμως περιορισμένοι έως το 1821, καθώς η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου επί Οθωμανών ανέκτησε τη θρησκευτική της κυριαρχία, που είχε απολέσει στη Φραγκοκρατία, καθώς και οικονομική και πολιτική ισχύ, αφού της μισθώθηκε το δικαίωμα της συλλογής των φόρων από τους ορθόδοξους χριστιανούς, ενώ είχε και το προνόμιο της απευθείας επικοινωνίας με την Υψηλή Πύλη, όπως αναφέρει ο δρ Κτωρής. Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης όμως η προσχώρηση ορθόδοξων χριστιανών στο ισλάμ πήρε πιο έντονη μορφή, καθώς εξοντώθηκαν χριστιανοί κληρικοί και πρόκριτοι.

Πάντως, ο δρ Κτωρής επισημαίνει ότι ακόμη και τότε δεν εφαρμόστηκε μια πολιτική βίαιου εξισλαμισμού. «Ενώ το εύρος των εξισλαμισμών στην Κύπρο δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, οι διαθέσιμες πηγές συνηγορούν πως το φαινόμενο δεν έλαβε μαζικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με ό,τι συνέβηκε στην Κρήτη όπου, στην απουσία ενός ισχυρού ορθόδοξου θεσμού, το σύνολο σχεδόν των Τουρκοκρητικών υπήρξαν εξισλαμισθέντες ελληνόφωνοι χριστιανοί οι οποίοι, μέσω της θρησκευτικής μεταστροφής, πέτυχαν να καταλάβουν θέσεις ισχύος στο οθωμανικό σύστημα εξουσίας».Το 1881 η συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων της Κύπρου δήλωνε ως μητρική γλώσσα την τουρκική (94,6%) και μόνο 2.454 άτομα ή 5,4% δήλωσαν την ελληνική.

 

Οι λινοβάμβακοι

 Όσο για τους λινοβάμβακους, αυτοί υπήρξαν ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, κυρίως λατινικής και μαρωνιτικής καταγωγής, οι οποίοι ενσυνείδητα ασπάζονταν τόσο το μουσουλμανικό όσο και το χριστιανικό θρησκευτικό τυπικό. Οι υπόλοιποι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, σημειώνει ο δρ Κτωρής, ήταν πιθανότατα εξισλαμισθέντες της πρώιμης οθωμανικής περιόδου, οι οποίοι αποτελούσαν, πλέον, οργανικό κομμάτι της οθωμανικής/μουσουλμανικής κοινότητας της Κύπρου.

Η προσχώρηση των λινοβαμβάκων στη μια ή την άλλη θρησκευτική ομάδα έγινε αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Εβκάφ τις πρώτες δεκαετίες της βρετανικής κυριαρχίας, η οποία εξέλειψε με την ενσωμάτωσή τους στην ε/κ και την τ/κ κοινότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας εθνικοποίησης των θρησκευτικών ταυτοτήτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια η λέξη «λινοβάμβακοι» (από το λινό & βαμβάκι) υποδηλώνει ακριβώς τη διττή θρησκευτική ταυτότητα αυτού του πληθυσμού, ενώ ο όρος χρησιμοποιείται απαράλλακτος και στην τουρκική γλώσσα.

 


Επιστροφή
στην αρχή