Η Ιστορία της Πράσινης Γραμμής

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Αν θέλετε να βρείτε τον εαυτό σας σε αυτή την ιστορία, θα βγείτε για περπάτημα στην Πράσινη Γραμμή με τον Πανίκκο Χρυσάνθου.

Αυτή είναι η δική μας ιστορία. Όλων μας. Η ιστορία της Κύπρου και των Κυπρίων. Σακούλες με άμμο, συρματοπλέγματα, νεκρή ζώνη. Χόρτα που μεγαλώνουν άναρχα στα χαλάσματα της νεκρής ζώνης. Θα κοιτάς αυτή την εικόνα πότε ακούγοντας τη φωνή του μουεζίνη και πότε τον ήχο της καμπάνας. Αν θέλετε να βρείτε τον εαυτό σας σε αυτή την ιστορία, θα βγείτε για περπάτημα στην Πράσινη Γραμμή με τον Πανίκκο Χρυσάνθου. Και ξαφνικά θα σταματήσετε ανάμεσα σε δύο σκοπιές, δύο φυλάκια. Στη μια σκοπιά Τουρκοκύπριος στρατιώτης. Στην άλλη Ελληνοκύπριος στρατιώτης. Ο ένας απέναντι στον άλλον. Ανάμεσά τους μόνο μια απόσταση πέντε-δέκα βήματα. Συζητούν. Ο Τούρκος ξέρει λίγα ελληνικά και ο Έλληνας λίγα τουρκικά. Κάποτε αφήνουν τα όπλα τους στη σκοπιά και συναντιούνται στη μέση. Σαν δύο αδέλφια, όχι σαν δύο εχθροί. Δίδουν ο ένας στον άλλο τσιγάρα, φάρμακα κ.λπ. Σε αυτό ακριβώς το σημείο θα σταθείς και θα σκεφτείς. Ποιος μας έκανε εχθρούς; Ποιος μας έβαλε στο χέρι αυτά τα όπλα για να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας; Ο Πανίκκος θα μας δείξει περισσότερα. Κοιτάξτε. Ποιος είναι αυτός που βλέπετε; Ο Τούρκος διοικητής. Έκανε έφοδο στον Τούρκο σκοπό στο φυλάκιο. Σίγουρα τον έσπρωξε ο διάβολος. Και έπιασε τον στρατιώτη μας καθώς αγκαλιαζόταν με τον Ελληνοκύπριο στρατιώτη. Λύσσαξε από οργή. Έβγαλε το όπλο του και το ακούμπησε στο σβέρκο του στρατιώτη. Η καρδιά σας χτυπάει από αγωνία, έτσι δεν είναι; Θα τον πυροβολήσει ή όχι; Δεν τον πυροβολεί. Αλλά με τις δύο επιλογές που του δίνει είναι σαν να τον πυροβολεί. «Είτε θα πεθάνεις εσύ, είτε θα πεθάνει αυτός, διάλεξε», του λέει. Αυτό μου θύμισε την «Επιλογής της Σοφίας». Ο Γερμανός ναζί διοικητής θα πάρει και θα σκοτώσει το ένα από τα δύο παιδιά της στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως και λέει στη Σοφία «διάλεξε». Πώς να κάνει τέτοια επιλογή η καημένη η μάνα; Πώς να θυσιάσει το ένα της παιδί; Αλλά, αν δεν το κάνει, θα πεθάνουν όλοι. Ο στρατιώτης μας κοιτάει με φόβο και δισταγμό τον διοικητή που του ακούμπησε το πιστόλι στο σβέρκο. Το αίμα παγώνει και δυστυχώς δεν μπορεί να ρισκάρει να πεθάνει. Για να σώσει τη δική του ζωή αποφασίζει να σκοτώσει τον Ελληνοκύπριο στρατιώτη, τον οποίο αγαπούσε σαν αδελφό και λίγο πριν αγκάλιαζε. «Άντε, φώναξέ τον να έρθει», τον διατάζει ο διοικητής του. Τον φωνάζει. Ο στρατιώτης έρχεται από την απέναντι πλευρά γελώντας με χαρά, όπως πάντα. Άοπλος. Αλλά αυτή τη φορά ο δικός μας κρατάει όπλο. Ο Ελληνοκύπριος στρατιώτης, που είδε ότι όπλισε το όπλο αυτό, νομίζει ότι αστειεύεται. «Μα τι κάνεις μωρέ;», του λέει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ο δικός μας σηκώνει το όπλο του και πατάει τη σκανδάλη.


Θα ήθελα να δω τι έγινε μετά από αυτή την ύπουλη δολοφονία και την κρίση που πέρασε ο στρατιώτης ο οποίος πυροβόλησε τον φίλο του χωρίς να το θέλει. Αυτό πρέπει να είναι ένα γεγονός το οποίο δεν θα ξεχάσει για όλη του τη ζωή και θα νιώθει τύψεις γι’ αυτό. Ο Πανίκκος, όμως, αδιαφορεί. Όπως γίνεται αντιληπτό, αυτό το αφήνει στη δική μας φαντασία. Προσπαθεί να μας ευθυμήσει λίγο. Μας δείχνει τις αστείες σκηνές που εκτυλίσσονται στα φυλάκια. Τους στρατιώτες που κοροϊδεύουν τους Έλληνες διοικητές. Έναν στρατιώτη που έκλασε στην αναφορά. Και τον διοικητή που μύρισε τον πισινό όλων με τη σειρά για να καταλάβει ποιος το έχει κάνει.


Ο Πανίκκος δεν θέλει να μας πλακώσει αμέσως η απαισιοδοξία και να εγκαταλείψουμε αυτό το φυλάκιο. Παρά το γεγονός ότι συντελέστηκε ένα ύπουλο έγκλημα εδώ, δεν τελειώνει η φιλία των Τούρκων και των Ελλήνων σκοπών, ο διάλογός τους και οι συναντήσεις τους στη νεκρή ζώνη. Ύστερα, δύο σκοποί γίνονται πιο στενοί φίλοι. Και όταν πιάνουν την κουβέντα, αποδεικνύεται ότι ο Έλληνας στρατιώτης ήταν ερωτευμένος με ένα κορίτσι Τουρκάλα ονόματι Γκιουλ. Ο δικός μας φέρνει την Γκιουλ στο φυλάκιο και κανονίζει να συναντηθούν. Μάλιστα κάνουν έρωτα και κάπου μέσα στα χαλάσματα. Η φιλία προχωράει πολύ. Ο Τούρκος σκοπός περνά τον Έλληνα στρατιώτη στον βορρά μια μέρα που είχε άδεια και αργότερα ο Έλληνας περνάει τον Τούρκο στον νότο. Μήπως ήταν τόσο εύκολο να τολμήσει να το κάνει κάποιος αυτό στα τέλη της δεκαετίας του 1970;


Να μην διηγηθώ περισσότερο. Βγείτε και εσείς σε αυτό το ταξίδι με τον Πανίκκο και δέστε το. Ζήστε το και εσείς με εκείνα τα θαυμάσια ελληνικά τραγούδια και τα μοιρολόγια. «Η Ιστορία της Πράσινης Γραμμής». Η δεύτερη ταινία του Πανίκκου Χρυσάνθου. Διαρκεί περίπου δύο ώρες. Μια ταινία που θα παρακολουθήσετε με κομμένη την ανάσα και θα θέλετε να μην τελειώσει. Μετά την πρώτη του ταινία, τον «Ακάμα», βρήκαμε τον Πανίκκο πιο ώριμο, πιο τελειοποιημένο. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο μέλλον θα ξεπεράσει και αυτή του την ταινία. Σε αυτήν υπάρχει η αύρα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και η αύρα του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μας το έδειξε αυτό στο πανί. Γνωρίσαμε λίγο πιο πολύ τον εαυτό μας. Του χρωστάμε ένα ευχαριστώ όλοι.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Ένα ναυάγιο που μετρά δεκαετίες...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΒΑΣ, 24.05.2017

ΑΠΟΨΗ

Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα τραγούδι απελπισίας

ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ, 24.05.2017

ΑΠΟΨΗ

Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι - Η άρχουσα κοινότητα

ΣΩΤΟΣ ΚΤΩΡΗΣ, 24.05.2017

Επιστροφή
στην αρχή