Η Ευαγγελία και ένα φλιτζάνι καφέ

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Έδειχναν 27 Δεκεμβρίου 1963 εκείνη την ημέρα τα φύλλα του ημερολογίου που έπεφταν με θόρυβο. Από παντού έρχονταν ειδήσεις για νεκρούς και τραυματίες. Μια μυρωδιά αίματος και μπαρουτιού πλανιόταν στον αέρα. Παντού βασίλευε ο φόβος των ανθρώπων με τα μακριά γένια.

Έδειχναν 27 Δεκεμβρίου 1963 εκείνη την ημέρα τα φύλλα του ημερολογίου που έπεφταν με θόρυβο. Από παντού έρχονταν ειδήσεις για νεκρούς και τραυματίες. Μια μυρωδιά αίματος και μπαρουτιού πλανιόταν στον αέρα. Παντού βασίλευε ο φόβος των ανθρώπων με τα μακριά γένια.

 

Ήταν οι μέρες που ο Νίκος Σαμψών προκαλούσε κρατώντας πιστόλι στο ένα χέρι και την τουρκική σημαία στο άλλο, ποζάροντας ανάμεσα σε Τουρκοκύπριους άμαχους που είχε συλλάβει και λέγοντας «μολών λαβέ». Πρώτη φορά είχαμε μάθει τη λέξη «μολών λαβέ». Δεν ήξεραν και πολλοί τι σήμαινε. Σήμαινε «έλα να την πάρεις αν μπορείς». Η τουρκική περιοχή της Λευκωσίας ήταν πλήρως περικυκλωμένη. Οι διοικητές, που θεωρούσαν ότι δεν ήταν εφικτή περαιτέρω αντίσταση, είχαν μαζευτεί σε ένα σπίτι στην περιοχή «Κιοσκλούτσιφλικ» και συζητούσαν το κάψιμο της Λευκωσίας.
 
Ο Γιασάρ Νουρί από τη Λεύκα, κάτοικος Ομορφίτας τότε, ήταν 28 χρόνων. Είχε αποκλειστεί μαζί με την οικογένειά του σε ένα σπίτι στην Ομορφίτα. Ήταν περιτριγυρισμένοι από Ελληνοκύπριους. Ήταν αδύνατον να περάσουν στην τουρκική περιοχή. Ξαφνικά τους χτύπησαν την πόρτα Ελληνοκύπριοι εθνοφρουροί. Τον πήραν μαζί με τη γυναίκα, τη συννυφάδα και το μόλις 3,5 μηνών παιδί του και τους μετέφεραν στο εργοστάσιο παγωτών Ρέτζις στο Καϊμακλί. Εκεί είχαν μαζευτεί και άλλοι Τουρκοκύπριοι που πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Οι εθνοφρουροί του ζήτησαν το κυνηγετικό του όπλο. Δεν τους το έδωσε. Τον έδειραν. Είχε κρύψει στο σπίτι του το όπλο. Ύστερα τον άφησαν, αλλά επέστρεψαν στις 29 Δεκεμβρίου. Πήραν το όπλο του και έφυγαν. Τον μετέφεραν σε ένα χώρο γνωστό ως Μπαρ Ουσκιουντάρ.
 
Στον χώρο εκείνο υπήρχαν και άλλοι Τουρκοκύπριοι αιχμάλωτοι. Έγιναν έξι άτομα μαζί του. Και ακριβώς τότε τον αναγνώρισε η Ελληνοκύπρια Ευαγγελία. Έτρεξε και τον αγκάλιασε. «Είσαι ο γιος του Μουσταφά, έτσι δεν είναι», τον ρώτησε. Ύστερα η Ευαγγελία γύρισε προς τους Ελληνοκύπριους εθνοφρουρούς και τους είπε: «Γνωρίζω αυτό τον άνθρωπο, είναι πολύ καλός, αφήστε τον». Ο διοικητής της περιοχής λέει ότι ήταν ο Ανδρέας Αζίνας, το όνομα του οποίου ακούγαμε συχνά αργότερα στα χρόνια της Δημοκρατίας. Σε ηλικία μόλις 33 χρόνων ο Αζίνας είχε γίνει πρόεδρος της Κυπριακής Συνεργατικής Τράπεζας Αναπτύξεως κατά την περίοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είχαν μεγάλη επίδραση πάνω τους τα λόγια της Ευαγγελίας και άφησαν ελεύθερο τον Γιασάρ Νουρί.
 
Είναι 79 χρόνων τώρα ο Γιασάρ Νουρί. Ακόμα περνούν από μπροστά στα μάτια του σαν κινηματογραφική ταινία εκείνες οι μέρες. Καλά, τι απέγιναν οι άλλοι τέσσερις αιχμάλωτοι Τουρκοκύπριοι τους οποίους είχε αφήσει στο Μπαρ Ουσκιουντάρ; Τους σκότωσαν αργότερα. Τα λείψανα των τεσσάρων δολοφονηθέντων βρέθηκαν πριν δύο χρόνια από την Επιτροπή Αγνοουμένων. Στον Στρόβολο. Μέσα σε ένα πηγάδι. Με τρύπες στο κεφάλι. Ο Γιασάρ Νουρί πήγε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό στη Λευκωσία πριν περίπου δύο μήνες και έδωσε κατάθεση πάνω σε αυτό το θέμα στην ελληνοκυπριακή αστυνομία. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Περιέγραψε αυτά που έζησε. Έδωσε αυτή την κατάθεση κατόπιν επιθυμίας των Τουρκοκύπριων αξιωματούχων του βορρά.
 
Καλά, τι γίνεται με την Ευαγγελία, τον άγγελο της οικογένειας του Γιασάρ Νουρί; Σήμερα είναι 92 χρόνων. Ο κύριος Γιασάρ κατάφερε να συναντηθεί μαζί της μετά από ακριβώς 50 χρόνια και ένα μήνα, δηλαδή πέρσι. Η Ευαγγελία εργαζόταν στην αμερικανική πρεσβεία τότε. Ήταν καθαρίστρια, λέει. Ο πατέρας του Γιασάρ Νουρί, ο Μουσταφά, ήταν κηπουρός στην ίδια πρεσβεία. Τον Νοέμβριο, λίγο πριν τα γεγονότα του 1963, καθώς ο Ανδρέας, ο σύζυγος της Ευαγγελίας, περνούσε μπροστά από την πόρτα τους στην Ομορφίτα, ο πατέρας του Γιασάρ Νουρί τον φώναξε. Τον κάλεσε στο σπίτι τους. Του έκαναν καφέ. Κουβέντιασαν. Ένας καφές έχει αναμνήσεις σαράντα χρόνων, έτσι δεν είναι; Πριν καν συμπληρωθεί ένας μήνας ο καφές έδειξε την επιρροή του. Ποιος ξέρει, ίσως χάρις σε εκείνον τον καφέ σώθηκε η ζωή τους. Δεν ξέρω αν θα σώζονταν αν δεν είχαν έναν άγγελο σαν την Ευαγγελία?

 


Επιστροφή
στην αρχή