Οι έποικοι στον κατεχόμενο Δαυλό μιλάνε ελληνικά

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Μουσουλμάνοι από τον Πόντο μετοίκησαν το 1975 σε χωριά στα βόρεια παράλια της Κύπρου. Την ιστορία αφηγείται στον «Π» ο Μουσταφά Αληθινός.

Ήταν το καλοκαίρι του 2017, πέρσι δηλαδή, όταν μία ακόμα κυριακάτικη εξερεύνηση της πατρίδας μας στις βόρειες ακτές της μας οδήγησε στο χωριό Δαυλός και στους αμμώδεις γραφικούς κολπίσκους του. Ένα χωριό αποκάλυψη, κτισμένο στους πρόποδες του Πενταδακτύλου, εκεί ακριβώς όπου ξεκινά η χερσόνησος της Καρπασίας, τοποθετημένο κάτω απ’ τις άγριες πέτρες του βουνού και στη σκιά του κάστρου της Καντάρας.

Η τουριστική ανάπτυξη, ήπια, κάπου δύο-τρεις μικρές τουριστικές μονάδες. Τα ολοκαίνουργια τουριστικά χωριά που εκτείνονται ανατολικά της Κερύνειας μέχρι τον Άγιο Αμβρόσιο δεν έκαναν ακόμη την εμφάνισή τους στον Δαυλό, που παραμένει αυθεντικός και με σχεδόν παρθένα φύση. Για αυτό πολλοί Τουρκοκύπριοι διατηρούν στην περιοχή τα τροχόσπιτά τους, για να μπορούν να χαίρονται αυτή την αφτιασίδωτη ομορφιά.

Στον Δαυλό υπάρχουν μικροί κολπίσκοι με αμμουδιά. Μια μπρούτζινη αμμουδιά που δεν κολλάει στο σώμα. Οι υπόλοιπες ακτές διατηρούν την άγρια, πετρώδη φύση τους.

 

Στο χωριό υπάρχουν και δυο-τρία παραλιακά ταβερνεία που σερβίρουν τα καλοκαίρια το φρέσκο ψάρι που φέρνουν οι βάρκες των κατοίκων του χωριού, το kaplica (Καπλιτζιά), όπως το αποκαλούν. Οι ψαράδες δένουν τις βάρκες τους στο αλιευτικό καταφύγιο που έχει δημιουργηθεί σε έναν ορμίσκο. (Αργότερα μάθαμε πως αρκετό απ’ αυτό το νωπό ψάρι καταλήγει στις ελεύθερες περιοχές μέσω του Κανονισμού της Πράσινης Γραμμής).

 

Ο Μουσταφά… Αληθινός

Ενώ περπατούσαμε στην περιοχή του καταφυγίου ένας άντρας μας χαιρέτισε μιλώντας μας ελληνικά. Πλησιάσαμε. Μας έδωσε το χέρι και μας συστήθηκε: «Εγώ ο Μουσταφά Αληθινός. Από την Τραπεζούντα»…

Στην αρχή δεν καταλάβαμε καλά-καλά τι μας έλεγε… Η αλήθεια είναι πως φυσιογνωμικά ήταν διαφορετικός από τους άλλους έποικους που είχαμε συναντήσει. Αλλά ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως τρία ολόκληρα χωριά, ή και περισσότερα, ο Δαυλός, το Φλαμούδι και το Τρίκωμο, κατοικούνται για πάνω από 40 χρόνια από ελληνόφωνους μωαμεθανούς; Από Πόντιους;

Γιατί ο άνθρωπος αυτός με το… ελληνοτουρκικό όνομα -το επώνυμό του στην πραγματικότητα είναι Demir, αλλά προτιμά να υπογράφει Αληθινός τιμώντας την ανάμνηση του χωριού του, του Αληθινού κοντά στην Τραπεζούντα- είναι Πόντιος. Προφανώς και πας ελληνογενής δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος, αλλά πώς και γιατί εκατοντάδες μουσουλμάνοι Πόντιοι βρέθηκαν στην Κύπρο ως… έποικοι;

Την ιστορία μάς την αφηγήθηκε ξανά φέτος, όταν πριν από μερικές μέρες βρεθήκαμε για άλλη μια φορά στον Δαυλό για να την καταγράψουμε σε αυτό εδώ το ρεπορτάζ.

Ο Μουσταφά είναι παντρεμένος με την Αϊσιέ, η οποία επίσης μιλά πολύ καλά ελληνικά, και έχουν τέσσερα παιδιά. Εδώ, ο Μουσταφά με τις τρεις του κόρες.

 

 

Χριστιανοί και μουσουλμάνοι

Μια ιστορία που πάει πίσω τρεις χιλιάδες σχεδόν χρόνια… Τότε που εμφανίστηκαν τα πρώτα ελληνικά φύλα στον Εύξεινο Πόντο και άραξαν και εγκαταστάθηκαν εκεί, και η οποία μας πάει μέχρι τον 17ο αιώνα και στον βίαιο εξισλαμισμό μερίδας του ποντιακού πληθυσμού. Και βεβαίως φτάνει μέχρι τον 20ό αιώνα με τα τραγικά γεγονότα της Γενοκτονίας των χριστιανών Ποντίων και την ανταλλαγή των πληθυσμών με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Οπόταν για έναν σχεδόν αιώνα στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου θα παραμείνουν μόνο οι ελληνόφωνοι που αλλαξοπίστησαν 200 ή 300 χρόνια προηγουμένως κι έγιναν μουσουλμάνοι…

Ο ψαράς κ. Τουργούτ με τον ανιψιό του Μουσταφά. Μουσουλμάνοι Πόντιοι που ζουν στον Δαυλό. Ο πρώτος ήταν δέκα χρονών όταν ήρθε στην Κύπρο κι ο δεύτερος γεννήθηκε εδώ. Η ιστορία που μας αφηγήθηκε ο Μουσταφά δεν διαφέρει από τις ιστορίες των άλλων Ποντίων με τους οποίους μιλήσαμε. Η σύνδεσή τους με την Κύπρο ξεκινά το 1975. Έφυγαν από τον Πόντο για να βρουν μια καλύτερη ζωή. Δεν ήξεραν πού έρχονταν. Δεν είχαν ιδέα τι ήταν η Κύπρος.

 

Στην Κύπρο από το 1975

Τη δεκαετία του ’70, μας αφηγείται ο Μουσταφά, οι άνθρωποι στις αγροτικές κοινωνίες του Πόντου δύσκολα τα έβγαζαν πέρα. Όταν λοιπόν το 1975 ήρθε η πρόταση του τουρκικού κράτους για να μετοικήσουν σε έναν άλλο τόπο, καλύτερο, όπου θα τους δίνονταν περισσότερη γη και ζώα και αγροτικά μηχανήματα και σπίτια, πολλοί ήταν εκείνοι που πήραν τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψουν την πατρώα γη τους.

Στοιβάχτηκαν στα λεωφορεία και έφτασαν μέχρι τη Μερσίνα κι απ’ εκεί με καΐτζι (σ.σ. το καράβι και στην ποντιακή διάλεκτο) στην Κύπρο. Πρώτη φορά άκουγαν στη ζωή τους για το νησί μας. Αργότερα, όταν πλέον άρχισαν να παρακολουθούν τηλεόραση και να μαθαίνουν την τουρκική γλώσσα, κατάλαβαν τη μοίρα του δικού μας τόπου. Και πως πέρα απ’ τη γραμμή αντιπαράταξης υπάρχει ένας πληθυσμός που σαν κι αυτούς μιλά ελληνικά.

 Οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι του Πόντου που ζουν στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, όπως ο Μουσταφά Αληθινός, θεωρούνται έποικοι και δεν μπορούν να μεταβούν στις ελεύθερες περιοχές.

 

Σπίτι, γη και τρακτέρ

Με τα σπαστά ελληνικά του ο Μουσταφά, ο οποίος επαγγέλλεται ψαράς, ταβερνιάρης τα καλοκαίρια και μεσίτης, συνεχίζει:

«Μας είπαν πως θα μας έδιναν τα πάντα! Εκατό σκάλες γη σε κάθε οικογένεια, σπίτι, τρακτέρ… Εσύ αν σου δώσουνε 100 σκάλες δεν θα τις πάρεις; Εμείς δεν ξέραμε ότι εδώ υπήρχαν Έλληνες, ότι έγινε πόλεμος. Το μάθαμε όταν ήρθαμε στην Κύπρο. Σιγά-σιγά το μάθαμε. Δεν ξέραμε τίποτα. Στον Πόντο άντε να είχαμε εννέα σκάλες χωράφι. Εκεί μόνο φουντουκιές και μαύρο τσάι έχει. Όλα τα ρασία (σ.σ. βουνά) είναι γεμάτα τσάι και φουντουκιές. Τίποτε άλλο. Μα, οι οικογένειες είναι πολυμελείς. Καθεμία και πέντε παιδιά, μπορεί και δέκα παιδιά. Πώς να ζήσουν τόσα στόματα; Δουλειές άλλες δεν υπήρχαν. Τραβούσε πολύ ζόρι ο κόσμος. Παντρεύονταν τα παιδιά τους και τα έβλεπαν να φεύγουν για την πόλη. Ερήμωνε ο τόπος. Έτσι πήραν την απόφαση να φύγουν. Πίστεψαν πως θα έβλεπαν καλύτερες μέρες εδώ. Πως θα έτρωγαν ψωμί. Ήμασταν πεινασμένοι όταν φύγαμε από τον Πόντο».

Ο κ. Φικρέτ Ντεμίρ, ο καφετζιής μαζί με συγχωριανούς του που παίζουν τάβλι στο καφενείο.

 

Οι μισοί πήγαν πίσω

«Απ’ το δικό μας χωριό ήρθαν 200 οικογένειες. Ήρθαν κι από άλλα χωριά, όπως το Ματσιούκα, η Σουμελά και άλλα. Απ’ τους 200 μέσα στον επόμενο χρόνοι οι μισοί επέστρεψαν στον Πόντο. Δεν τους άρεσε το κλίμα. Δεν άντεχαν το πολύ ζεστό καλοκαίρι. Ήταν συνηθισμένοι στον κρύο καιρό της Τραπεζούντας. Όσους μείναμε τον πρώτο χρόνο μας βοήθησαν τα Ηνωμένα Έθνη μέχρι να σταθούμε στα πόδια μας. Ήμασταν χαρούμενοι. Μας έδωσαν χωράφια με χαρούπια, υπήρχε πολύ ψάρι και μπορούσαμε να ζήσουμε».

Σήμερα, τόσο στον Δαυλό όσο και στο διπλανό Φλαμούδι ζουν χίλιοι περίπου Πόντιοι μαζί με τις οικογένειές τους. Εκτός απ’ το Τρίκωμο, Πόντιοι ζουν στον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου και στο Καρπάσι.

Ο τάφος του πατέρα του Μουσταφά Αληθινού. Όλοι οι τάφοι γράφουν την καταγωγή αυτών που έφυγαν. Την Τραπεζούντα στην επαρχία Τσιάκαρα της Τουρκίας.

 

Η γλώσσα

«Όταν ήρθαμε στην Κύπρο με τους γονείς και τα τέσσερα αδέλφια μου, εγώ ήμουν τεσσάρων χρονών. Τούρκικα δεν ήξερα. Στο σπίτι μας μιλούσαμε μόνο τα ποντιακά. Μετά υποχρεώθηκα να μάθω τούρκικα στο σχολείο. Τώρα πια μιλώ άπταιστα την τουρκική. Όταν ζούσαν οι γονείς μου μιλούσαμε μόνο ποντιακά στο σπίτι. Τα δικά μου παιδιά καταλαβαίνουν ποντιακά, αλλά πια μιλούν τούρκικα. Στο χωριό υπάρχει βεβαίως ακόμα πολύς κόσμος που μιλά ποντιακά στην καθημερινότητά του. Κυρίως οι ηλικιωμένοι. Αλλάξαμε πολύ ως κοινότητα. Μα, πέρασαν 44 χρόνια. Σκεφτείτε πού ήμασταν κάποτε και πού σήμερα. Όπως μας αφηγούνταν οι παππούδες μας, κάποτε στα σπίτια μας στον Πόντο ο ένας αδελφός ήταν παπάς κι ο άλλος χότζας. Στη δική μας οικογένεια όταν πάμε πίσω βρίσκουμε το όνομα Κώστας στους προγόνους μας».

 

Εξοχικά στην Τραπεζούντα

«Ο μεγάλος μου αδελφός, ο Μεχμέτ, που τώρα είναι 65 χρόνων, έχει αγοράσει σπίτι στην Τραπεζούντα. Το καλοκαίρι πάνε εκεί και τον χειμώνα έρχονται στην Κύπρο. Ο αδελφός μου ήταν 15 χρόνων όταν φύγαμε απ’ το χωριό. Θυμάται. Και του λείπει. Πολλοί Πόντιοι που ήρθαν σε μεγάλη ηλικία μόλις πήραν τη σύνταξή τους έφυγαν και πήγαν στον Πόντο. Η μάνα μου τζαι ο τζύρης μου ήθελαν να πάνε πίσω στο χωριό τους. Όταν ήρθαν ήταν 45 χρόνων. Αλλά δεν τα κατάφεραν να επιστρέψουν. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου είναι θαμμένοι εδώ. Ο πατέρας μου πέθανε πριν από πέντε χρόνια, η μητέρα μου πριν από 20. Εγώ τώρα και να μου δώσουν χωράφια και σπίτια στην Τραπεζούντα δεν πάω. Έμαθα εδώ. Ήμουν τεσσάρων χρόνων όταν ήρθα και τώρα σχεδόν 50. Αλλά οι μεγαλύτεροι πάνε. Παίρνουν τη σύνταξή τους και φεύγουν. Αγοράζουν σπίτια και μένουν στην πατρίδα τους για να ζήσουν τα τελευταία τους χρόνια».

Ο Ταρίκ είναι 33 χρόνων. Η καταγωγή του είναι από τα Τσάικαρα της Τραπεζούντας. Μιλά πολύ καλά τα ποντιακά παρότι γεννήθηκε εδώ. «Πάμε στην Τραπεζούντα και επισκεπτόμαστε το χωριό μας. Αγαπάμε τον τόπο μας αλλά η ζωή μας είναι εδώ». Ο Μουράτ, συγχωριανός του, είναι 56 ετών. Έχει αναμνήσεις από την Τραπεζούντα. Ήταν πάνω από δέκα χρόνων όταν έφυγαν.

 

«Σας καταλαβαίνω»

Η κοινότητα των Ποντίων στην κατεχόμενη Κύπρο, όπως μας λέει ο Μουσταφά Αληθινός, δεν ξεχνά τις ρίζες της. Διατηρεί σχέσεις με τους Πόντιους της περιοχής της Τραπεζούντας απ’ όπου κατάγεται. Να μην ξεχαστούν η γλώσσα, οι μουσικές κι οι παραδόσεις.

Κάθε Σεπτέμβρη γίνεται κάτω από τον Πενταδάκτυλο ένα μεγάλο πανηγύρι. Γνωστό σε όλη τη βόρεια Κύπρο, και στο οποίο συμμετέχουν φημισμένα συγκροτήματα Ποντίων από την Τραπεζούντα. Όλο και κάποιοι συγγενείς θα έρθουν τέτοιες μέρες απ’ τον Πόντο να τους δουν.

«Πήγα κι εγώ στην Τραπεζούντα και γνώρισα τους συγγενείς μου. Στο σπίτι μας μένουν άλλοι. Για αυτό κι εγώ καταλαβαίνω τους Έλληνες που έρχονται στα σπίτια τους και βλέπουν να μένουμε εμείς. Κι όποιος έρχεται τον βοηθώ. Καταλαβαίνω. Είναι ζόρι να πηγαίνεις στο σπίτι σου και να μένουν άλλοι μέσα».

Ο Ε/Κ ψαράς κι ο Πόντιος

Μας μιλά με αγάπη για τον Ε/Κ φίλο του, τον πρόσφυγα απ’ τον Δαυλό Μυριάνθη Χατζήκυριακο, που πρέπει σήμερα να πλησιάζει τα 80. Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα ο Μυριάνθης αποφάσισε να σύρει τον καημό του μέχρι τον Δαυλό και να εγκατασταθεί εκεί και να ζήσει τα τελευταία του χρόνια στο χωριό του κάνοντας αυτό που αγαπά πιο πολύ: να ψαρεύει.

Το πατρικό του σπίτι είχε πουληθεί πριν το 1974 κι έτσι στην αρχή τον φιλοξένησαν οι Πόντιοι στα σπίτια τους μέχρι να νοικιάσει το δικό του σπίτι. Έζησε εκεί πολλά χρόνια. Σήμερα λόγω ασθένειας επέστρεψε στη Λεμεσό.

Ο ίδιος ο Μυριάνθης Χατζήκυριακος σε δημοσίευμα της ελληνικής «Ελευθεροτυπίας» του 2010 λέει για τον καλύτερό του φίλο, τον Μουσταφά Αληθινό:

«[…] Τυχαία γνωριστήκαμε, τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ και κοιμόμουν έξω, κάτω από το δέντρο. Ήταν πολύ πρωί και ήμουν στο λιμανάκι όπου ζυγίζανε τα ψάρια. Είχε μαζευτεί κόσμος και αγόραζε. Πόσο μου αρέσει αυτή η φασαρία, δεν φαντάζεσαι. Έκανε ζέστη, και φορούσα μπλουζάκι ανοικτό μπροστά. Φαινόταν ο σταυρός μου. Έρχεται τότε ένας Τούρκος, που φαίνεται ότι με παρατηρούσε κάποια ώρα, και με ρωτάει 'Έλληνας είσαι;'. 'Ναι', του αποκρίνομαι, και μου δίνει μια τσάντα γεμάτη από ψάρια. 'Πόσα θέλεις;', του λέω. 'Αστειεύεσαι' -απαντά- 'ήρθες στο χωριό μας, στο χωριό σου, μετά από τριάντα χρόνια και να σου πάρω λεφτά;' Από τότε γίναμε πολύ φίλοι».

Στο ίδιο ρεπορτάζ: Πριν μερικά χρόνια, όταν έπαιξε η Ανόρθωση στην Τραπεζούντα για το Τσάμπιονς Λιγκ, ο Μουσταφά ήταν ανάμεσα στους 150 Ελληνοκύπριους οπαδούς της ομάδας, ζητωκραυγάζοντας υπέρ της στην κερκίδα. «Νά», μου κάνει ο κ. Μυριάνθης. «Αυτό σημαίνει λύση του Κυπριακού».

 

 


Επιστροφή
στην αρχή