Η εκ περιτροπής προεδρία - Ιστορική τομή ή ανάθεμα;

ΑΠΟΨΗ /CHECΚ POINT

Το υφιστάμενο Σύνταγμα ορίζει πως η εκτελεστική εξουσία διασφαλίζεται, από κοινού, από τον Ε/Κ Πρόεδρο και τον Τ/Κ Αντιπρόεδρο

Το ζήτημα της εκ περιτροπής προεδρίας έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα στην ε/κ κοινότητα, με την πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων να αντιτίθεται σε μια τέτοια εξέλιξη. Προτάσσουν ότι ενδεχόμενη αποδοχή της εκ περιτροπής προεδρίας συνιστά μια ετεροβαρή και άδικη ρύθμιση η οποία παραβιάζει την αρχή της πλειοψηφίας. Η άποψη, ωστόσο, περί πλειοψηφίας και μειοψηφίας θα ήταν κατανοητή εάν διατυπωνόταν τον Δεκέμβριο του 1959. Όταν η διεκδίκηση των Ελληνοκυπρίων ήταν, ακόμη, η αυτοδιάθεση-ένωσις. Έκτοτε, όμως, μεσολάβησαν πολλά. Τα οποία άλλοι αγνοούν και άλλοι, συνειδητά, παραβλέπουν. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας τέθηκε σε ισχύ στις 16 Αυγούστου 1960 και, έκτοτε, αναγνωρίζει τους Τουρκοκυπρίους ως πολιτικά ισότιμη και διακριτή κοινότητα η οποία δεν υπάγεται στην κυριαρχία της πλειοψηφίας. Είναι για αυτό, άλλωστε, που προβλέπεται πως η θεσμική αντιπροσώπευση των δύο κοινοτήτων θα προκύπτει από διακριτές εκλογικές διαδικασίες, ενώ η δικοινοτικότητα συνιστά θεμελιώδη και υπέρτατη αρχή του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το υφιστάμενο Σύνταγμα ορίζει πως η εκτελεστική εξουσία διασφαλίζεται, από κοινού, από τον Ε/Κ Πρόεδρο και τον Τ/Κ Αντιπρόεδρο και εκτελείται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Αρκεί να αναγνώσει κάποιος τα δικαιώματα αρνησικυρίας (βέτο) και τις λοιπές εξουσίες, που το Σύνταγμα εκχωρεί στον Ε/Κ Πρόεδρο και στον Τ/Κ Αντιπρόεδρο, προκειμένου να διαπιστώσει πως είναι ακριβώς οι ίδιες (Άρθρα 47 έως 53 και 57). Και ότι αυτό που, κατ’ ουσία, προνοείται από το κυπριακό Σύνταγμα είναι η ύπαρξη δύο ισότιμων συμπροέδρων. Επιπλέον, το υφιστάμενο Σύνταγμα καθορίζει πως η εκλογή των δύο ανώτατων αξιωματούχων του κράτους προκύπτει από χωριστούς εκλογικούς καταλόγους, σε χωριστές εκλογικές διαδικασίες. Το στοιχείο αυτό «απαλλάσσει», ουσιαστικά, τις πολιτικές ελίτ και στις δύο κοινότητες από την «υποχρέωση» να αναζητούν την πολιτική και εκλογική νομιμοποίηση του συνόλου του κυπριακού λαού. Αυτό το στοιχείο λειτούργησε -και θα λειτουργούσε στο διηνεκές- υπονομευτικά για τη διαμόρφωση συναινετικών πρακτικών και την οικοδόμηση συνεκτικών συνεργειών ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Με αυτά ως δεδομένα, η εισήγηση για εκ περιτροπής προεδρία, με διασταυρούμενη σταθμισμένη ψήφο, δεν θα πρέπει να αντικρίζεται ως ανάθεμα, αλλά ως μια ιστορική τομή, η οποία διαμορφώνει τις προϋποθέσεις να υπάρξουν πολιτικές συνέργειες και αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Και αυτό αφού, από το 1883 που θεσμοθετούνται στην Κύπρο αιρετές εκλογικές διαδικασίες, για πρώτη φορά, διαφαίνεται να είναι εφικτή η προοπτική ανάδειξης του ύπατου αξιωματούχου της χώρας μέσα από ενιαία εκλογική διαδικασία. Η εφαρμογή της διασταυρούμενης ψήφου, ειδικότερα, που «μεταφράζεται» σε δυνατότητα της μιας κοινότητας να επηρεάζει το εκλογικό αποτέλεσμα στην άλλη κοινότητα, θα ενθαρρύνει την αναζήτηση προγραμματικών συγκλίσεων και τη συνομολόγηση διακοινοτικών εκλογικών συνεργασιών. Ανάμεσα σε όμορες, ιδεολογικά, πολιτικές δυνάμεις. Κάτι που, εκ των πραγμάτων, θα περιορίσει την πολιτική επιρροή των ακραίων, εθνικιστικών κομμάτων και θα ενισχύσει και στις δύο κοινότητες τα μετριοπαθή πολιτικά στοιχεία.

Αντιλαμβάνομαι, πλήρως, τη σημειολογία που οι Ελληνοκύπριοι αποδίδουμε στην ανάγκη να διαθέτει η πλειοψηφία, έστω, για σκοπούς συμβολισμού το ύπατο αξίωμα της χώρας. Οφείλουμε, όμως, να λάβουμε υπόψη πως η εναλλακτική επιλογή στην εκ περιτροπής προεδρία, όπου ο διαμοιρασμός της 5ετούς ή της 6ετούς προεδρικής θητείας θα είναι αναλογικός (4:1 ή 4:2), θα είναι να αποδεχτούμε το υφιστάμενο ή μια παραλλαγή του υφιστάμενου συστήματος. Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, είναι το εάν προτιμούμε τον Τ/Κ Αντιπρόεδρο του ’60 με δικαιώματα αρνησικυρίας, έναν κατ’ ουσίαν συμπρόεδρο, ο οποίος εκλέγεται αποκλειστικά από τους Τουρκοκυπρίους, ή ένα σύστημα εκ περιτροπής προεδρίας με διασταυρούμενη ψήφο, όπου ο θεσμός της προεδρίας θα είναι αποδυναμωμένος. Και αυτό με δεδομένο, πλέον, ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος δεν θα διαθέτουν ισχυρές εξουσίες και αρμοδιότητες, ούτε και δικαιώματα αρνησικυρίας.

Η κυριότερη ευθύνη του Προέδρου και του Αντιπροέδρου θα είναι ο διορισμός του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο θα ασκεί συλλογικά την εκτελεστική εξουσία επί των ζητημάτων που θα υπάγονται στις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης. Ένα 11μελές Υπουργικό Συμβούλιο στο οποίο έχει συμφωνηθεί ότι θα συμμετέχουν επτά Ελληνοκύπριοι και τέσσερις Τουρκοκύπριοι. Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, με τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις χωρίς να διαθέτουν, όμως, δικαίωμα ψήφου. Και ότι προκειμένου να μην παραβιάζεται η αρχή της πολιτικής ισότητας θα απαιτείται για τη λήψη μιας απόφασης (6:5) η συγκατάθεση δύο τουλάχιστον Ελληνοκυπρίων ή ενός τουλάχιστον Τουρκοκυπρίου. Αυτή η ρύθμιση είναι σαφώς βελτιωμένη συγκρινόμενη με τις ρυθμίσεις του 1960, σύμφωνα με τις οποίες Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος διέθεταν οριστικό δικαίωμα αρνησικυρίας σε βασικά ζητήματα. Και αυτό γιατί και οι διορισθέντες υπουργοί θα προέρχονται από τη δεξαμενή των μετριοπαθέστερων πολιτικών δυνάμεων οι οποίες θα συνασπίζονται σε, σε δικοινοτικό επίπεδο, προκειμένου να εκλέξουν τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο.

ΥΓ. Τα ερωτήματα που, ευλόγως, αναφύονται σε σχέση με πιθανά αδιέξοδα, στο επίπεδο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αλλά και σε σχέση με τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών που θα πρέπει να υπάρξει προκειμένου να μην οδηγηθεί η χώρα σε ακυβερνησία και πολιτική αστάθεια, θα αποτελέσουν αντικείμενο προβληματισμού σε ένα μεταγενέστερο κείμενο.

Σώτος Κτωρής

Δρ Τουρκικών Σπουδών

 

 

 

 

 

 

 


Επιστροφή
στην αρχή