Η δημοκρατία σέρνεται. Ποιοι –άλλοι– ευθύνονται άραγε;

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Ναι, η ακρότητα και ο λαϊκισμός διαλύουν μέρα με τη μέρα τη δημοκρατία. Μόνοι τους όμως δεν θα το κατάφερναν ποτέ. Εκεί, μπαίνουμε στην εξίσωση όλοι.

Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολούθησε σοκαρισμένος τα όσα αποκαλύφθηκαν στις ΗΠΑ. Παιδιά μεταναστών κρατούνταν σε κλουβιά έχοντας χωριστεί διά της βίας από τους γονείς τους, οι οποίοι έχουν να τα δουν και να ακούσουν πού βρίσκονται έως και δύο μήνες.

Υπήρξαν δε στοιχεία ότι πολλά παιδιά έχουν μεταφερθεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά χωρίς κανείς να μπορεί να πει πώς και πότε θα επανενωθούν με τις οικογένειές τους. Ακόμα και τώρα που ο Τραμπ αναγκάστηκε να ανακαλέσει το βάρβαρο αυτό μέτρο υπό το βάρος της παγκόσμιας κατακραυγής.

Τα βίντεο που δημοσιοποιήθηκαν πριν από μερικές μέρες με τις εικόνες, τις φωνές και τα κλάματα των παιδιών στα κλουβιά, απεικονίζουν μια βαρβαρότητα την οποία κανείς δεν θα φανταζόταν προ μερικών ετών. Το τότε, είναι πια το πριν. Πριν την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, χάρη σε ένα απαρχαιωμένο εκλογικό σύστημα και παρά την κατά τρία σχεδόν εκατομμύρια ψήφους νίκη τής Χίλαρι Κλίντον.

Σε ένα άρθρο της στην Guardian η (Αμερικανίδα) αρθρογράφος της εφημερίδας Χάντλεϊ Φρίμαν υπενθύμιζε χθες κάποια πράγματα που δεν αφορούν μόνο τις ΗΠΑ αλλά και τον καθένα από εμάς.

Πώς λ.χ. αμέτρητοι άνθρωποι στις ΗΠΑ είχαν επιλέξει να μην πάρουν σοβαρά (και) με τις επανειλημμένες προεκλογικές τοποθετήσεις του Τραμπ ο οποίος είχε υποσχεθεί να καταργήσει την πολιτική Ομπάμα, γνωστή ως catch-and-release, σύλληψη και απελευθέρωση δηλαδή, για τους παράτυπους μετανάστες που επιχειρούσαν απεγνωσμένα να περάσουν στις ΗΠΑ από τα σύνορά τους με το Μεξικό.

Η πολιτική αυτή αφορούσε μόνο τις οικογένειες. Και προέβλεπε άμεσο επαναπατρισμό των μεταναστών προκειμένου να μην υπάρξει ζήτημα διαχωρισμού των παιδιών από τους γονείς.

Η Φρίμαν υπενθυμίζει ακόμη πως η Χίλαρι Κλίντον είχε προειδοποιήσει δημόσια ότι αυτό δεν ήταν σχήμα λόγου από πλευράς Τραμπ. Και δεσμευόμενη ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ να εφαρμοστούν τέτοια μέτρα εξηγούσε πως όλα αυτά είναι μέρος της πολιτικής που ήδη είχε καταρτίσει με λεπτομέρεια ο Τραμπ και έτσι σκόπευε να την εφαρμόσει.

Μιας πολιτικής η οποία εκείνες τις μέρες ακουγόταν τόσο ακραία που ο κόσμος έκανε απλώς πλάκα. Όμως η πλάκα δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα. Μπροστά στον ορατό κίνδυνο εκλογής του Τραμπ και την ουσιαστική επέλαση της Ακροδεξιάς στις ΗΠΑ, όπως τη βιώνουμε πια σήμερα, ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα δεν ερχόταν από τα… δεξιά.

Και αυτό είναι που επιβάλλεται να προσέξουμε. Διότι όταν ο ανθυποψήφιος της Κλίντον για το χρίσμα Μπέρνι Σάντερς δήλωνε πως δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε εκείνη και στον Τραμπ και όταν εκατομμύρια σκεπτόμενοι άνθρωποι αδυνατούσαν ή αδιαφορούσαν να σκεφτούν πως όσο κι αν η Κλίντον ήταν κάθε άλλο παρά ιδανική επιλογή, αυτό που μπορούσε να συμβεί με τον Τραμπ θα ήταν συντριπτικό και ενδεχομένως μη αναστρέψιμο, τότε αυτή η συμπεριφορά δεν είναι άσχετη με το πρόβλημα.

Στην εποχή μας, αυτό που απειλείται και απειλείται άμεσα είναι η δημοκρατία και οι ελευθερίες όλων. Όχι ακόμα σε τόσο ευδιάκριτο και απόλυτο βαθμό αλλά σε απόσταση σίγουρα ορατή για όποιον θέλει να αφιερώσει χρόνο για να δει τα σημάδια των καιρών.

Τα πιο σκεπτόμενα κομμάτια των κοινωνιών, εδώ και της δικής μας σίγουρα, επιλέγουν να μην συμμετέχουν ή καλύτερα να απέχουν υποβαθμίζοντας τον κίνδυνο και προσπερνώντας ένα από τα πιο ξεκάθαρα και ανησυχητικά σημάδια...

Ότι, σε μια εποχή που ο λαϊκισμός, το ψέμα, η διαστρέβλωση αλλά και η τρομοκράτηση του κόσμου βρίσκουν ένα έδαφος που δεν είχαν ποτέ στη διάθεσή τους μέσω του αρρύθμιστου πεδίου των social media και όχι μόνο, η μάχη που δίδεται για τη διάσωση της αλήθειας και της δημοκρατίας είναι εξ ορισμού και εξ υπαρχής άνιση.

Και πως με αυτό το όπλο οι ακραίοι και οι λαϊκιστές, συνασπισμένοι πλέον και ενίοτε ένα και το αυτό, οδηγούν τα ανενημέρωτα πια πλήθη που εξαγριώνουν στις κάλπες. Το χειρότερο και πιο επικίνδυνο δε που μπορεί να συμβεί, δεν είναι η δική τους αύξηση σε απόλυτους αριθμούς, ενάντια στην οποία υπάρχουν ακόμη αντιστάσεις, αλλά ο πολλαπλασιασμός της διά της απουσίας των υπολοίπων η οποία περνά συχνά απαρατήρητη, παρότι καταστροφική.

Θα δώσω ένα απλό παράδειγμα. Στις βουλευτικές εκλογές του 2015 το εδώ γραφείο της νεοφασιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής μπήκε στη Βουλή οριακά –στο 3,71% με όριο το 3,6%– και εξέλεξε μάλιστα δύο βουλευτές.

Συνολικά 180.644 ψηφοφόροι είχαν επιλέξει την αποχή. Ποσοστό ρεκόρ. Στο 33,26%.

Εάν έστω και κάτι πάνω από μόλις δέκα χιλιάδες από αυτές τις 180.000 είχαν εμφανιστεί και είχαν ψηφίσει τον όποιο συνδυασμό, ακόμα και κάποιες από τις γραφικές υποψηφιότητες, το ΕΛΑΜ δεν θα έμπαινε καν στη Βουλή.

Είχα θυμάμαι και τότε έντονες συζητήσεις με άτομα σκεπτόμενα τα οποία επέμειναν στην απόφασή τους προτάσσοντας ορθότατα επιχειρήματα: τη σήψη του συστήματος, την απογοήτευση όλων μας και την αίσθηση πως η ψήφος τους δεν θα άλλαζε κάτι. Και όντως. Τότε το 2015 άμεσα δεν θα άλλαζε.

Θα απέτρεπε όμως αυτό ακριβώς το πράγμα, αυτό το πλήγμα στη δημοκρατία από ένα κόμμα που τη μισεί και θέλει να την καταλύσει με βάση και τα λόγια του φυρερίσκου της συμμορίας στην Αθήνα.

Μπορούσε να το αποτρέψει. Δεν το έκανε όμως. Βασισμένη σε μια λανθασμένη προσέγγιση, ότι δεν μπορούν να ψηφίσουν το μη χείρον. Αυτή επέτρεψε τελικά να συμβεί το κακό. Και με αυτούς όλους σήμερα να διαμαρτύρονται –γιατί αλήθεια;– για τις προσβάσεις που κερδίζουν οι νεοναζί και εδώ.

Σε δύο κουβέντες που ελπίζω να ενοχλήσουν ακόμη περισσότερο από όσο θέλουν να το κάνουν: τη δημοκρατία δεν τη σκοτώνουν οι ακραίοι. Την αφήνει να πεθάνει η δική μας απάθεια και η υπεραξία που δίνουμε στην εποχή μας ο καθένας στον εαυτό του και στην ύπαρξή του.

Η δημοκρατία είναι συλλογικό σύστημα. Είναι και σύστημα και συλλογικό. Για το άτομο του καθενός φροντίζει εκείνη όταν ζει. Στις μέρες μας... όταν ζει ακόμα.

Και όσοι δεν το βλέπουν ακόμα και σήμερα, χαμένοι στη σημασία της κοσμάρας και του υπερτροφικού εγώ τους, την ώρα που η δημοκρατία πεθαίνει και τα δικαιώματα άλλων καταργούνται, δεν είναι σοφοί όπως νομίζουν μέσα από τα post τους.

Δεν είναι ελεύθεροι και προχωρημένοι.

Είναι απλά αυτό που, εάν τα πράγματα συνεχίσουν την πορεία τους, η Ιστορία θα το περιγράψει ως το πιο ανόητο, ανεύθυνο, απαθές και θλιβερό μέρος του προβλήματος που έστρεψε τον κόσμο πίσω για ακόμα μία φορά.

Όσοι επιμένουν, ας ψάξουν λίγο τη δεκαετία του ’20 και του ‘30 για να δουν τις ομοιότητες με τις ακρότητες που έφερε η κρίση αλλά και μαζί το πόσο συγκλονιστικά μπροστά ήταν ο κόσμος πριν το κακό καταφέρει να επιβληθεί. Και θα καταλάβουν πολλά.


Επιστροφή
στην αρχή