H πρόχειρη σκέψη του κ. Μαρκίδη

ΑΠΟΨΗ /ΣΤΗΛΕΣ

Πρόσφατα («Πολίτης» 3/8/2018) με παρέμβασή του ο πολύ σεβαστός κ. Μαρκίδης, με αφοριστική διάθεση όπως αναδεικνύει και ο τίτλος που επέλεξε

Πρόσφατα («Πολίτης» 3/8/2018) με παρέμβασή του ο πολύ σεβαστός κ. Μαρκίδης, με αφοριστική διάθεση όπως αναδεικνύει και ο τίτλος που επέλεξε, «Πρόχειρες σκέψεις για την ιδέα λύσης δύο κρατών», αυθαίρετα και εκ των πρότερων, με εμμονικές τάσεις, επιμένει σε μονοδρομικές αντιλήψεις περί του μοντέλου λύσης του κυπριακού προβλήματος. Σημειώνει στην παρέμβασή του δε με αρκετή δόση κινδυνολογίας ότι «ισοδυναμεί με αυτοκτονία». Η δε κινδυνολογική προδιάθεσή του τον οδηγεί σε μια σειρά από αυθαίρετα συμπεράσματα. Η στήλη το 2004 με τα δεδομένα της περιόδου στήριξε δημόσια το σχέδιο λύσης που προτάθηκε από τον τότε γ.γ. του ΟΗΕ κ. Κόφι Ανάν. Η ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων όμως είναι, όπως ο όρος περικλείει, δυναμική και όχι στατική.

Η περίσταση αυτή εκ των πραγμάτων απαιτεί έναν ευγενή ανταγωνισμό ιδεών ως προς τη διαχείριση του ιστορικού και υπαρξιακού μας προβλήματος και τη νηφάλια αναζήτηση ενός εφικτού μοντέλου βιώσιμης ειρήνης και όχι μονοδρομικούς αφορισμούς. Είναι εδώ που σημειώνω τη βασική μου διαφωνία με τη στάση του κ. Μαρκίδη. Το κυπριακό πρόβλημα, και ίσως αυτό να μην θεωρείται σημαντικό για τον κ. Μαρκίδη ή να διαφεύγει την προσοχή του, εκτός από τις νομικές και γεωπολιτικές του διαστάσεις, έχει και μια κυρίαρχη εσωτερική κοινωνιολογική διάσταση. Τόσο στην ελεγχόμενη από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχή όσο και στην κατεχόμενη. Και είναι αυτή η κοινωνιολογική διάσταση που θέτει τα παραμετρικά πλαίσια της αναζήτησης μιας ανεκτής και βιώσιμης ειρήνης στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Έχει προβληματίσει ποτέ τον κ. Μαρκίδη το γεγονός ότι το επίσημο αφήγημα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας ερμηνεύεται κατά το δοκούν τόσο από την ελληνική κοινότητα όσο και από την τουρκική και το ότι ίσως η υποκειμενική ερμηνεία ποτέ μέχρι σήμερα να μην έχει δημιουργήσει οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ουσιαστικής και κριτικά κυρίαρχης διϋποκειμενικότητας; Ως εκ τούτου, αντί να επιστρατεύεται η κινδυνολογική μονοδρομική αντιμετώπιση της κρίσης ή η μανιχαϊστική προσέγγιση περί του δυϊσμού μεταξύ του «καλού» (διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία] και του «κακού» (λύση δύο κρατών), είναι ωφέλιμο για το καλό του νησιού να εξετάζονται και άλλες επιλογές οι οποίες δημιουργούν εν δυνάμει τις προοπτικές μέσα από μια διαδικασία quid pro quo, ώστε με προσεκτικά βήματα να θεμελιωθεί σταδιακά και εξελικτικά μια διαχρονική στέρεη ειρήνη. Και τέτοιες μελέτες έχουν γίνει και αν ενδιαφέρεται ο κ. Μαρκίδης η στήλη μπορεί να τον προμηθεύσει, καθότι θα ήταν χρήσιμη και η γνώμη του λόγω και της αδιαμφισβήτητης νομικής του επάρκειας, εμπειρίας και κατάρτισης. Αν κοιτάξει γύρω του στην κοινωνία ο κ. Μαρκίδης, θα δει ότι από τη μια είμαστε αντιμέτωποι με νοοτροπία και συμπεριφορά μαζικής κοινωνίας με πολύ χαμηλό πολιτισμικό δείκτη, με την ευρεία έννοια του όρου, ενώ από την άλλη έχει αφηνιάσει η καπιταλιστική κλίκα στο νησί και δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο διάβα της. Παρόμοια φαινόμενα σε πολύ χειρότερη έκταση συμβαίνουν και στα κατεχόμενα. Το κράτος έχει πλέον μετατραπεί σε μηχανισμό και εργαλείο της κλίκας αυτής μέσα από μια μεταπρατική λογική δημιουργίας γρήγορου και εύκολου πλουτισμού των εγχώριων πλουτοκρατών και όχι μόνο.

Οι εναπομείνασες ακτογραμμές (38%) και η προστασία της θαλάσσιας ζώνης έχουν εκχωρηθεί στα νοτιοκυπριακά και ξένα συμφέροντα. Τους διευκολύνει στην ξενοδοχειακή βιομηχανία μέσα από επιχορηγήσεις εκατομμυρίων ευρώ, αποχαρακτηρισμούς περιοχών, τους απαλλάσσει από φόρους, τους προστατεύει με τη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή και τους μεγαλοοφειλέτες τους ενέταξε σε κρατική θερμοκοιτίδα. Ακόμη και στη διαχείριση του ενεργειακού πλούτου πρυτάνευσε η ίδια λογική. Γι’ αυτό και τα έχουν κάνει μαντάρα. Ο δε πυρήνας του κράτους παραμένει από την ανεξαρτησία θρησκευτικοεθνικιστικός και μηχανισμός παραγωγής θεοκρατικών και αυταρχικών αντιλήψεων. Εκ των πιο πάνω προκύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσο μέσα από τη δυσπραγία, τις κακουχίες και την καταστροφή του 1974 υπάρχει ιστορικό και πολιτισμικό απόθεμα, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών και για την άλλη πλευρά, για την αναζήτηση μιας, όπως ονομάζω κοινωνιολογικά, απότομης διακοινοτικής συμφιλίωσης.

Από την άλλη η συνέχιση του status quo είναι εξίσου επικίνδυνη. Γι’ αυτό και προκύπτει και η αναγκαιότητα εξέτασης εναλλακτικών προσεγγίσεων για να ανακοπεί, στον βαθμό που είναι εφικτό, η περαιτέρω παγίωση των τετελεσμένων επί του εδάφους. Μια τέτοια προσέγγιση απαιτεί ιστορική και πολιτική ειλικρίνεια κατά πόσο ως τελική κατάληξη αποδεχόμαστε την ομαλοποίηση των σχέσεών μας με την Τουρκία, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές της πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες, καθώς επίσης και τον διαμοιρασμό της θεσμικής εξουσίας με την τουρκική κοινότητα, με όλους τους θεσμικούς κινδύνους που διαλαμβάνει. Πάντως, και σε κάθε περίπτωση, από το 1960 η Τουρκία επανήλθε με συμβατικά δικαιώματα στο νησί και η τουρκική κοινότητα έχει θεσμικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Όσο πιο γρήγορα γίνει αποδεκτό εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, τόσο θα εξυπηρετηθεί και η αναζήτηση της ειρήνης. Η ναυτική παρουσία της Τουρκίας στην περιοχή ίσως διευκολύνει την αναγκαιότητα της αναγνώρισης αυτής. Σε κάθε περίπτωση, όπως λένε και οι Αγγλoσάξονες, «every cloud has a silver lining».

 


Επιστροφή
στην αρχή