Γροθιά στο στομάχι, η μαρτυρία Κ. Αντωνιάδη - Οι άγνωστες καταθέσεις

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ
Ο κ. Αντωνιάδης διετέλεσε αστυνομικός, ο οποίος αποσπάστηκε στην Υπηρεσία Αγνοουμένων για λήψη καταθέσεων για εξακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων

Ο Κυριάκος Αντωνιάδης δεν είναι μόνο αδελφός του για χρόνια αγνοούμενου Σάββα Αντωνιάδη. Η πίκρα, ο πόνος, η αγανάκτηση και η οργή που κουβαλά δεν είναι μόνο από τα όσα υπέφερε από τη βάρβαρη εξαφάνιση του αδερφού του και τα μαζεμένα «γιατί» των συγγενών αγνοουμένων. Ο κ. Αντωνιάδης διετέλεσε αστυνομικός, ο οποίος μάλιστα αποσπάστηκε στην Υπηρεσία Αγνοουμένων για λήψη καταθέσεων για εξακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων στις αρχές του 1980, ενώ κατέθεσε και στην Επιτροπή της Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου. Είναι γνώστης πολλών γεγονότων και πολλών κυκλωμάτων που έδρασαν την τότε εποχή και μέχρι σήμερα παραμένουν ατιμώρητα. «Ίσως πριν πεθάνω να αφήσω τη δική μου κατάθεση, να γράψω τη δική μου ιστορία γιατί έχω χαρτιά και ντοκουμέντα που καίνε πολλούς, κάποιοι πρωταγωνιστές μέχρι και σήμερα στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου». Κάποια από αυτά μας εξομολογείται. Και μας ζητά να τα γράψουμε. Γιατί για αυτά παίρνει και όρκο, ενώπιον δικαστηρίου, όπως μας είπε. 

Οι καταθέσεις 

Ως αστυνομικός ο κ. Αντωνιάδης αποσπάται μετά την εισβολή στην Υπηρεσία Αγνοουμένων και αρχίζει να λαμβάνει καταθέσεις για τους αγνοούμενους. Τα όσα λέει συγκλονίζουν 42 χρόνια μετά. «Όταν λαμβάναμε καταθέσεις, μου έλεγε ο Α μάρτυρας ότι ‘είδα τον Χ, ήμασταν μαζί, πολεμούσαμε και οπισθοχωρούσαμε από τον Πενταδάκτυλο, κατά την οπισθοχώρηση τον κτύπησε σφαίρα, έτρεξα κοντά του, η σφαίρα τον κτύπησε στο κεφάλι. Τον έσπρωχνα, δεν κουνιόταν, δεν μου μιλούσε, δεν ήξερα αν ήταν ζωντανός ή νεκρός, τον εγκατέλειψα γιατί μας καταδίωκαν οι Τούρκοι’. Άλλος έφαγε σφαίρα στην καρδία, τον άλλον τον εγκατέλειψαν πληγωμένο γιατί έτσι και έτσι. Δυστυχώς αυτές οι πληροφορίες δεν έφτασαν ποτέ στις οικογένειες των αγνοουμένων. Επιμέναμε να δοθούν, δυστυχώς όμως οι αρμόδιοι δεν δέχθηκαν να ενημερώνονται οι γονείς και οι συγγενείς. Παρότι εγώ είχα έντονη θέση ότι οι γονείς θα πεθάνουν, πρέπει να μάθουν την αλήθεια». Ο κ. Αντωνιάδης μάς εξηγεί ότι «κάποιοι ήθελαν να πηγαίνουν οι μανάδες να κλαίνε, να ζητάνε τα παιδιά τους, χωρίς να ξέρουν την πραγματική αλήθεια. Ήταν τραγικά αυτά τα πράγματα». Υπήρχε βέβαια και η επίσημη θέση, την οποία υπενθυμίζει ο κ. Αντωνιάδης. Τα μέλη της Επιτροπής Αγνοουμένων είχαν αποταθεί στον τότε γενικό εισαγγελέα Κρίτωνα Τορναρίτη, ο οποίος γνωμάτευσε ότι για να θεωρείται κάποιος νεκρός πρέπει να έχει ταφεί ή να έχει πιστοποιηθεί ο θάνατός του από γιατρό. «Πώς μπορούσε να βρεθεί ο γιατρός σε εκείνον τον κυκεώνα, σε εκείνον τον προδομένο πόλεμο και ποιος μπορούσε να βγάλει λάκκο να θάψει τον νεκρό; Πώς μπορούσε να το κάνει όταν οι Τούρκοι μάς έτρεχαν ξοπίσω και ήταν μια άτακτη οπισθοχώρηση; Αλλά όταν σου λέει ο άλλος ότι ‘ήμουν με τον Κωστή και ο Κωστής έφαεν τη σφαίρα, έτρεξα κοντά του, δεν μου εμίλαν, δεν ετάρασσεν και εγκατέλειψα τον γιατί με έτρεχαν οι Τούρκοι’, αυτό το πράγμα δεν έπρεπε να το μάθουν οι συγγενείς τους;» μας ξαναρωτά και συνεχίζει: «Τον καιρό εκείνο, αρχές του 1980, δεν επιτρεπόταν να πούμε τίποτα στους συγγενείς. Και δεν ήταν μία η κατάθεση, ήταν πολλές τέτοιες. Οι περισσότεροι στις οπισθοχωρήσεις ήταν πληγωμένοι και εγκαταλελειμμένοι. Όλοι. Και πιθανόν νεκροί. Με σφαίρα στο κεφάλι ή στην καρδία θα τον έπιανε ο Τούρκος να τον πάρει στο νοσοκομείο να τον περιθάλψει; Τη στιγμή που εκτελούσαν εν ψυχρώ;» ρωτά, ρητορικά βεβαίως.

«Δεν σου έλεγε κανένας την αλήθεια. Ούτε πώς χάθηκε ο δικός σου. Εγώ την πραγματική αλήθεια για το πώς χάθηκε ο δικός μου αδελφός την έμαθα πέρσι στο μνημόσυνό του από τον ευρωβουλευτή Κώστα Μαυρίδη που ήρθε να μιλήσει στο μνημόσυνο. Εμείς δεν γνωρίζαμε, ούτε μας είπε κανένας ότι οι Τούρκοι προχώρησαν στην περιοχή Αγίου Παύλου Λευκωσίας και οι δικοί μας οπισθοχώρησαν. Έμεινε ένα φυλάκιο, χαράκωμα με τον αδερφό μου και με ένα άλλο παιδί από τη Δρούσεια, μια σφήνα μέσα σε μια περιοχή που καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Αυτό έγινε στις 16 Αυγούστου 1974. Κανένας διοικητής, λοχαγός, αξιωματικός δεν έστειλε ένα μήνυμα να στείλουν κάποιον να τους ειδοποιήσει, να τους πει ‘ελάτε πίσω, μείνατε μόνοι σας, κινδυνεύετε να σας σκοτώσουν’. Τους άφησαν στο έλεος του Θεού και έμειναν εκεί και κρατούσαν το φυλάκιό τους. Την επομένη, στις 17 Αυγούστου, έγινε μια επίθεση και τους σκότωσαν και τους δύο. Και μετά τους έθαψαν σαν τους σκύλους στο κοιμητήριο Λακατάμιας με φορτηγά και μπουλντόζες. Χωρίς καν να μεριμνήσουν να πάρουν προσωπικά αντικείμενα, τίποτα απολύτως, και έγιναν αυτοί όλοι αγνοούμενοι»... 

Μόνο για τον άντρα μου; 

Ο κ. Αντωνιάδης μού περιγράφει τις τραγικές στιγμές που ακολουθούσαν στα σπίτια αγνοουμένων. «Θυμάμαι πήγα στο Τσιακκιλερό να πάρω κατάθεση από μια κυρία η οποία στο σπίτι ήταν εκείνη την ώρα με μια άλλη κοπέλα, στα μαύρα και οι δυο. Και της λέω ‘ήρθα να σας πάρω κατάθεση για τον αγνοούμενο άντρα σας, είμαι αστυνομικός’. ‘Μόνο για τον άντρα μου, γιε μου’; Της λέω ‘έχετε και άλλους’; ‘Τους τρεις μου γιους και τον γαμπρό μου’, μου διηγείται και ξεσπά σε λυγμούς. Αντιλαμβάνεσαι σε ποια τραγική κατάσταση φτάνει μια οικογένεια; Εκείνη η μάνα πώς ένιωθε στην απουσία των παιδιών της, 21, 18 και 16 ετών, του άντρα και του γαμπρού της; Ποιος γύρισε να τους δει;». Στο μυαλό του έρχεται επίσης η Φρόσω Δήμου, μακαρίτισσα τώρα, η οποία φιλοξένησε στο σπίτι της 45 άτομα, 33 στρατιώτες και 12 πολίτες με την αδερφή της. «Μάζεψαν ρούχα, έδωσαν πολιτικά στους στρατιώτες, πήραν τα όπλα τους και τα έθαψαν. Δεν ξέρω πώς το πληροφορήθηκαν οι Τούρκοι από την Επηχώ και ήρθαν δυο Τουρκοκύπριοι ένοπλοι, τους συνέλαβαν όλους και τους οδήγησαν προς την Επηχώ με τα πόδια. Τη στιγμή εκείνη περνούσε αυτοκίνητο των Ηνωμένων Εθνών, σταμάτησαν και τους είπαν ‘παίρνουν τους δικούς μας, πηγαίνετε να μην τους σκοτώσουν... Κανείς δεν τους ξαναείδε. Μεταξύ αυτών, και ο άντρας της κυρίας Φρόσως. Μπορεί και ο γιος της. Δεν θυμάμαι. Ποιος θυμάται αυτή τη γυναίκα; Ποιος ανέφερε το όνομά της; Ποιος τη βοήθησε;» Ο κ. Αντωνιάδης διερωτάται «γιατί δεν πιάνουν τους δύο Τουρκοκύπριους από την Επηχώ, τα ονόματά τους είναι γραμμένα στην κατάθεσή μου. Γιατί δεν ζητούν να τους εντοπίσουν και να εξακριβωθεί τι απέγιναν εκείνα τα 45 άτομα, μεταξύ αυτών ο χωριανός μου Τάκης που είναι ακόμη αγνοούμενος;» Εν συνεχεία δίνει μια απάντηση που ο ίδιος άκουσε, δεν είναι σε θέση να διασταυρώσει ωστόσο. «Από μια κουβέντα που άκουσα ο Γλαύκος Κληρίδης ζήτησε από τον Ραούφ Ντενκτάς εξηγήσεις για την περίπτωση και αυτός του είπε ότι, ναι, συνελήφθησαν, ανακρίθηκαν και απολύθηκαν. Πιθανόν να τους σκότωσαν άτακτοι. Δεν ξέρω. Γιατί δεν ρωτούν τους δύο Τουρκοκύπριους; Υπάρχει κατάθεση που πήρα εγώ ο ίδιος για αυτήν την περίπτωση», μας λέει με υψωμένη πλην τρεμάμενη φωνή. 

Ο κ. Αντωνιάδης καταθέτει στεφάνι στο μνημείο προς τιμήν του 23χρονου αδελφού του Σάββα στη Γιόλου

 

Έστω καθαρίστρια 

Η κουβέντα μας μετακυλίεται πλέον στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Υπηρεσίας Αγνοουμένων. Ένα απλό παράδειγμα δείχνει τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονταν τότε καταστάσεις. «Θυμάμαι μια κοπέλα από την Ποταμιά, την Ερμούλα, ο άντρας της αγνοούμενος. Με δυο μωρά ανήλικα ήρθε και έκλαιγε και παρακαλούσε να τη βάλουν καθαρίστρια στην Υπηρεσία Αγνοουμένων. Δυστυχώς δεν την έβαλαν. Έβαλαν δικούς τους. Ξέρεις τι σημαίνει να έχεις δυο παιδιά; Να μην έχεις άντρα, να ζητάς δουλειά και να μην γυρίσει να σε δει ένας; Και μετά λένε βοήθησαν. Ποιον βοήθησαν;» 

Η εκδίωξη

Στην πορεία της συζήτησης ο κ. Αντωνιάδης μού αποκαλύπτει ότι ως αντιστασιακός συνελήφθηκε, φυλακίστηκε, κακοποιήθηκε, ενώ έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του στις 23/7/1974. Η εκδίωξή του από την Υπηρεσία Αγνοουμένων έγινε, όπως υποστηρίζει, γιατί σε κάποια στιγμή στις καταθέσεις που λάμβανε αναφέρθηκαν ονόματα ιθυνόντων στην Επιτροπή Αγνοουμένων για τη δράση τους στο πραξικόπημα. «Έχω πάρα πολλά και κατάθεσα πάρα πολλά στην επιτροπή της Βουλής για τον φάκελο. Με πληροφορίες για πολιτικά πρόσωπα και αγωνιστές. Δυστυχώς κανένας δεν κάνει κάτι. Γιατί δεν βγάζουν στη φόρα την πραγματική αλήθεια; Κανείς δεν ενδιαφέρεται. Έγινε μια εκμετάλλευση των συγγενών των αγνοουμένων. Ήθελαν το κίνημα να μην αποδυναμωθεί, να πηγαίνουν οι μανάδες να κλαίνε»... Μου δίνει και ένα παράδειγμα για το πώς δρούσαν τότε τα διάφορα κυκλώματα. «Τις καταθέσεις που είχα για τα άτομα αυτά τις έδωσα στον Σπύρο Κυπριανού προσωπικά. Όταν τελείωσαν οι εκλογές του 1983, ο Σπύρος Κυπριανού κάλεσε τον Α.Μ. και του είπε ‘φύλαξέ τες και συνεργάσου με τον Κυριάκο’. Ωστόσο ο τότε επίτροπος Προεδρίας (σ.σ. μου κατονομάζει τον Ντίνο Μιχαηλίδη) πήγε και τις έπιασε. Όταν στη συνέχεια διεκδικούσε την αντιπροεδρία στο ΔΗΚΟ, με κάλεσε στο γραφείο του προφανώς για να τον στηρίξω. ‘Πε μου το παράπονό σου», μου είπε. ‘Τι να σου πω. Όταν με έδιωξες εμένα που ήμουν αντιστασιακός, αδελφός αγνοουμένου, και άφησες εκείνους που κρατούσαν τα καλασνίκοφ και έφεραν αυτήν την καταστροφή, τι άλλο θέλεις να σου πω;’ ‘Έχεις απόλυτο δίκαιο, Κυριάκο, είναι η πραγματικότης. Τι ήθελες να κάνω; Τα μέλη της επιτροπής τον καιρόν εκείνον η δύναμη που είχαν, εδακκάναν μπροστά και εκλοτσούσαν πίσω. Τι ήθελες να κάνω εγώ’, αυτά είναι τα λόγια του και δίνω όρκο στο δικαστήριο», με διαβεβαιώνει.

Καταληκτικά, ο κ. Αντωνιάδης μού λέει «Ούτε θέλω να πάω στην υπηρεσία, ούτε να δω φακέλους. Είμαι τόσο απογοητευμένος δυστυχώς. Δεν υπάρχει κανένας που να μετανόησε». Μεταξύ αυτών και εκείνος που τον πρόδωσε το 1974 για το ότι μπήκε στις τάξεις της ΕΟΚΑ Β ως μυστικός για να την εξαρθρώσει. Τον συνάντησε πρόσφατα και όταν του είπε «είσαι εσύ που με πρόδωσες;», τότε του απάντησε: «Την αλήθεια είπα»!.. 

«Μπορεί και να μην είναι ο αδελφός σου»! 

Το κρανίο και ένα τεμάχιο της αριστερής λεκάνης. Αυτά τα δύο οστά παρέδωσαν στον Κυριάκο Αντωνιάδη για να κηδεύσει με τιμές ήρωα και να θάψει εις αντάλλαγμα του 23χρονου αδελφού του Σάββα Αντωνιάδη, πριν από περίπου 10 χρόνια. Τα δύο αυτά οστά, όπως τον πληροφόρησαν, εντοπίστηκαν σε τάφο στην Ελλάδα και είχαν μεταφερθεί εκεί μετά που ξεθάφτηκαν από το στρατιωτικό κοιμητήριο Λακατάμιας, την περίοδο 1979-1981, χωρίς τον τότε καιρό να προηγηθεί ταυτοποίηση. Η υπόθεση με τις λάθος διαδικασίες που ακολουθήθηκαν τότε, το μπέρδεμα των λειψάνων, ακόμη και τα χημικά με τα οποία ψεκάστηκαν για σκοπούς συντήρησης και τα οποία κατέστρεψαν τους ιστούς που μπορούσαν να δώσουν γενετικό υλικό, είναι πλέον καλά γνωστή. «Δεν μπορείς να κατηγορήσεις κανέναν», μου λέει ο κ. Αντωνιάδης. «Ο καθένας έψαχνε τα οστά του παιδιού του», συνεχίζει. Μάλιστα και ο ίδιος το επιχείρησε. «Η Αγγελικούλα Κυπριανίδου πήγε στο κοιμητήριο Λακατάμιας πολύ νωρίς μετά τα γεγονότα και έκανε εκταφή και βρήκε μόνη της τον άντρα της. Πήγα και εγώ μαζί με την κ. Μαρούλα μια Κυριακή πρωί με μπουλντόζα να βρούμε τους δικούς μας. Εγώ τον αδελφό μου και αυτή τον άντρα της. Βάλαμε και μάσκες, αλλά οι σοροί ήταν σε αποσύνθεση και δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Βρήκαμε μόνο ένα φύλλο τροφοδοσίας, το οποίο βέβαια παρέδωσα στην Αστυνομία. Δυστυχώς ξέραμε. Πίστευα και εγώ από τότε ότι είναι εκεί νεκρός ο αδελφός μου. Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Είχα μια μικρή ελπίδα μήπως τον έπιασαν ζωντανό. Έχει κανέναν που δεν θέλει να είναι ζωντανός ο δικός του; Όλοι μας»... Η κηδεία και η ταφή του αδελφού του κ. Αντωνιάδη δεν ήταν δυστυχώς το τέλος του Γολγοθά για την οικογένεια. Μας εξηγεί: «Πριν από περίπου δέκα χρόνια με κάλεσαν και μου είπαν ότι αυτά είναι τα οστά του αδελφού σου.

Μου ζήτησαν να περιμένω κάποιους μήνες, γιατί ίσως να έρχονταν και τα υπόλοιπα οστά για να γίνει ο σκελετός. Έπαθα κατάπτωση και στους τέσσερις μήνες αποφάσισα και έκανα την κηδεία των δυο οστών μόνο», λέει και βουρκώνει. «Πριν πέντε με έξι μήνες (σ.σ. πριν από το καλοκαίρι φέτος) με επισκέφτηκαν δυο άτομα από τη ΔΕΑ και την Υπηρεσία Αγνοουμένων και μου είπαν ‘Κυριάκο, πρέπει να σε ενημερώσουμε ότι πιθανόν τα οστά του αδελφού σου να μην είναι αυτά. Διότι έμειναν εκτεθειμένα και αλλοιώθηκαν...» Ο κ. Αντωνιάδης πλέον δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα, περισσότερο αγανάκτησης και όχι απλού πόνου. «Ήθελαν να με προειδοποιήσουν σε περίπτωση προφανώς που βρεθούν τα οστά του αδελφού μου για να μην έρθουν και να μου πουν ‘έλα αυτά, τα άλλα που έθαψες δεν είναι δικά του’. Πιθανόν όμως να είναι και εκείνα για να είμαστε ίσιοι», μου υπογραμμίζει. «Αντιλαμβάνεσαι, δεν είναι εύκολο για μια οικογένεια. Πολύ δύσκολο, πολύ τραγικό, πολλά υποφέραμε. Δυστυχώς καμία συμπαράσταση από κανέναν. Από κανέναν», υπογραμμίζει ξανά και ξανά...

 

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

Η ανάγκη για πλήρη διερευνηση και αλήθεια

Αυτοί οι φάκελοι είναι ό,τι απέμεινε από τους αγνοούμενους του 1974, για τους συγγενείς τους... Σε αυτούς ανατρέχουν για πληροφορίες

04 / 07
Επιστροφή
στην αρχή