Τα ατιμώρητα εγκλήματα: Γνωστοί οι δράστες, αλλά δεν διώκονται

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

«Ξέρουν τα ονόματα των ενόχων, αλλά δεν γίνεται τίποτε», εκτιμά Σουηδός αξιωματικός της UNFICYP που υπηρετούσε το 1974 στην Αμμόχωστο

Στις 8 Οκτωβρίου 2009, ο τότε γενικός εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης με επιστολή του στον αρχηγό Αστυνομίας ζήτησε να εντοπιστούν 15 Ελληνοκύπριοι οι οποίοι σε δημοσίευμα της τουρκοκυπριακής εφημερίδας «Volkan», ημερομηνίας 14 Αυγούστου 2009, κατονομάσθηκαν ως οι δράστες των δολοφονιών 126 Τουρκοκυπρίων από τα χωριά Μαράθα, Αλόα και Σανταλάρη (89 στη Μαράθα και 37 στην Αλόα). Στην επιστολή του προς τον αρχηγό της Αστυνομίας, ο γενικός εισαγγελέας ζητά να συγκεντρωθούν οποιαδήποτε στοιχεία «κρίνεται ότι θα διευκολύνουν στην εξιχνίαση αυτής της θλιβερής υπόθεσης», με την παράκληση να θεωρηθεί το θέμα «σοβαρό και επείγον».

Διαβάστε επίσης: Τα ατιμώρητα εγκλήματα της Κύπρου: «Θάψαμε πεσόντες της εισβολής»

Για το δημοσίευμα της «Volkan» υπό τον τίτλο «Να δικαστούν οι δολοφόνοι» είχε ενημερώσει τον Πέτρο Κληρίδη προηγουμένως ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Αγνοουμένων. Στο δημοσίευμα αναφερόταν ότι στις 14 Αυγούστου 1974, ημέρα έναρξης της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής, ομάδα δολοφόνων που αποτελείτο από Ε/Κ, Ελλαδίτες στρατιώτες και ΕΟΚΑτζήδες επιτέθηκε στα χωριά Αλόα, Μαράθα και Σανταλάρη, τα οποία είχαν μείνει χωρίς υπεράσπιση, αφού τις προηγούμενες μέρες Ε/Κ είχαν συλλάβει τους άρρενες των χωριών ως αιχμαλώτους και τους μετέφεραν σε στρατόπεδα στην Αμμόχωστο και στη Λεμεσό. Στο ίδιο τ/κ δημοσίευμα αναφέρονται βασανιστήρια που υπέστησαν οι 126 Τ/Κ, στην πλειονότητά τους γυναίκες, παιδιά και υπερήλικες, οι οποίοι τελικά πυροβολήθηκαν και θάφτηκαν σε λάκκους, τους οποίους άνοιξαν με μπουλντόζες οι Ε/Κ δολοφόνοι. Θέμα της «Volkan» ήταν η αδιαφορία του ΟΗΕ έναντι του αιτήματος να εντοπιστούν και να δικαστούν οι δράστες του εγκλήματος.

Κατέθεσαν 12 ύποπτοι

Η εξέλιξη της αστυνομικής διερεύνησης του εγκλήματος σε Μαράθα και Αλόα, όπως προκύπτει σε αλληλογραφία του γενικού εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη με την Αστυνομία πέντε χρόνια μετά την πρώτη έναρξη των ερευνών, κάθε άλλο παρά διασκεδάζει την ανησυχία των Τ/Κ, όπως είχε εκφραστεί προηγουμένως με προσφυγές στο ΕΔΑΔ, για απροθυμία του κράτους να διερευνήσει συγκεκριμένα εγκλήματα εις βάρος πολιτών του. Μέχρι τις αρχές του 2010, λήφθηκαν καταθέσεις από τους 12 υπόπτους σε σύνολο 15 που είχαν κατονομαστεί από τη «Volkan», καθώς και από σημαντικό αριθμό άλλων προσώπων. Το καλοκαίρι του 2010 ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάζεται στον γενικό εισαγγελέα, ο οποίος τον επιστρέφει έξι μήνες αργότερα στην Αστυνομία με νέες οδηγίες.

Τα box files από Σουηδία

Το 2011 και το 2012 είναι νεκρή περίοδος για τη διερεύνηση της υπόθεσης ΜΣΑ, οπότε φαίνεται να αλλάζει η ανακριτική ομάδα που τη χειρίζεται. Το 2013 εκτελείται αίτημα νομικής αρωγής προς τη Σουηδία, προκειμένου να παραληφθεί σχετικό υλικό, αφού δύο έμπειροι αξιωματικοί της σουηδικής Αστυνομίας είχαν αναλάβει το 1974 τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τέλη του 2013, τέσσερα box files με τα ευρήματα των Σουηδών παραδίδονται στη Νομική Υπηρεσία για μελέτη. Ακολουθεί λήψη καταθέσεων από Σουηδούς αξιωματικούς και στρατιώτες της περιόδου. Λαμβάνοντας κατάθεση από τον Παρ Χέντλουντ, οι ανακριτές φέρονται να του δηλώνουν απερίφραστα ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί δίωξη εναντίον των δραστών.

Επικαλυπτόμενες μαρτυρίες

Το δημοσίευμα της «Volkan» από το 2009 μπορεί να κατονόμαζε 15 ως δράστες των δολοφονιών σε Μαράθα και Αλόα, ωστόσο, μαρτυρία Τ/Κ, που δεν βρίσκεται σήμερα εν ζωή, ανεβάζει τον αριθμό των υπόπτων σε 30. Τα ονόματα και των δύο καταλόγων είναι στην κατοχή του «Πολίτη». Η αντιπαραβολή τους δείχνει ότι τα ονόματα που δημοσίευσε η «Volkan» είναι ακριβώς τα ίδια με τα πρώτα 15 στη μαρτυρία του Τ/Κ, κάτι που υποβάλλει το ενδεχόμενο κοινής πηγής στη διαμόρφωση των δύο καταλόγων. Η πηγή αυτή, σύμφωνα με πληροφορίες του «Πολίτη», είναι Ε/Κ, ο οποίος ήταν σε θέση να δει και να αναγνωρίσει μεταξύ 20 Ιουλίου και 14 Αυγούστου 1974 ποιοι Ε/Κ συγχωριανοί ή κοντοχωριανοί του συμμετείχαν στη σύλληψη των αμάχων Τ/Κ και σε βιαιοπραγίες εναντίον τους. Σύμφωνα με τον απολογισμό της Αστυνομίας τέλη του 2013, αν και τα γεγονότα της υπόθεσης εξακριβώνονται εν μέρει, η εξασφάλιση μαρτυρίας που να δικαιολογεί ποινική δίωξη δεν καθίσταται δυνατή.

Διαβάστε επίσης: Τα ατιμώρητα εγκλήματα της Κύπρου: Τον «εκτέλεσαν» τρεις φορές

Ο «Πολίτης» απευθύνθηκε στον γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, ρωτώντας για την τύχη της διερεύνησης της υπόθεσης ΜΣΑ, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Από πλευράς του προκατόχου του, Πέτρου Κληρίδη, επιβεβαιώνεται ότι ο ίδιος είχε ζητήσει την έναρξη της έρευνας, καθώς και ότι η Αστυνομία επανήλθε πολλές φορές στον ίδιο για οδηγίες.

Έκτοτε, ανακρίθηκαν δώδεκα από τους 15 υπόπτους, ενώ σε ενημέρωση του Κώστα Κληρίδη από τους ανακριτές, τέλη του 2013, δεν φαίνεται να έχουν αναζητηθεί μαρτυρίες από Τ/Κ. «Ξέρουν τα ονόματα των ενόχων, αλλά δεν γίνεται τίποτε», εκτιμά Σουηδός αξιωματικός της UNFICYP που υπηρετούσε το 1974 στην Αμμόχωστο και ήταν από τους πρώτους που είχαν φτάσει στη Μαράθα, μετά τον εντοπισμό του μαζικού τάφου.

«Ξέρουν τα ονόματα, αλλά τίποτε δεν γίνεται»

Για τον σκοπό της λήψης καταθέσεων από μέλη του σουηδικού αποσπάσματος της UNFICYP στην Αμμόχωστο το 1974, δύο αξιωματικοί του ΤΑΕ Αρχηγείου μεταβαίνουν γύρω στο 2015 στη Στοκχόλμη, όπου λαμβάνουν καταθέσεις από δεκάδες στρατιώτες και αξιωματικούς που είχαν με οποιονδήποτε τρόπο εμπλακεί στο συμβάν της Μαράθας και της Αλόας. Ένας από αυτούς ήταν ο Παρ Χέντλουντ, νεαρός λοχαγός του σουηδικού στρατού το 1974, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στην Αμμόχωστο.

«Κλήθηκα για κατάθεση πριν από δύο ή τρία χρόνια. Η πρώτη μου ερώτηση στους αστυνομικούς ήταν αν σκόπευαν να ασκήσουν δίωξη εναντίον των ενόχων, εφόσον τους βρουν. Η απάντησή τους ήταν ’όχι’. Τους είπα τότε ότι η έρευνά τους είναι χάσιμο χρόνου και χρημάτων», δηλώνει στον «Πολίτη» ο πρώην αξιωματικός του σουηδικού αποσπάσματος της UNFICYP. Συνεχίζοντας οι δύο ανακριτές σημειώνουν πάντως ως σκοπό της έρευνας την εξακρίβωση των γεγονότων και τον εντοπισμό των δραστών. «Στη δική μου αντίληψη, (η Αστυνομία) γνωρίζει ποιοι το έκαναν, τουλάχιστον κάποιους. Ξέρουν τα ονόματά τους, αλλά τίποτε δεν γίνεται» εκτιμά ο κ. Χέντλουντ, ο οποίος την Κυριακή 1η Σεπτεμβρίου 1974 το απόγευμα ήταν από τους πρώτους που είχαν φτάσει στη Μαράθα, μετά τη λήψη μηνύματος από τον τ/κ θύλακα Αμμοχώστου στην εντός των τειχών πόλη ότι είχαν βρεθεί μαζικοί τάφοι σε τρία τ/κ χωριά της Μεσαορίας. «Μπήκαμε στη Μαράθα και βρήκαμε ένα βουνό από σκουπίδια, όπου υπήρχαν περίπου 20 με 25 πτώματα. Τριγύρω ήταν Τούρκοι στρατιώτες, Τ/Κ στρατιώτες, Τ/Κ δημοσιογράφοι, πολίτες, γυναίκες, παιδιά, παππούδες και πολύ μίσος προς τα Ηνωμένα Έθνη, επειδή ο γιατρός μας είχε περάσει κάποιες μέρες προηγουμένως από εκείνο το χωριό και οι κάτοικοι του ζήτησαν να επανδρωθεί ένα παρατηρητήριο. Δεν είχαμε όμως τους πόρους για κάτι τέτοιο. Τη συγκεκριμένη περίοδο ήμαστε πραγματικά ένα πολύ μικρό τάγμα. 250 άνθρωποι και όποτε έρχονταν μεταθέσεις ο αριθμός μειωνόταν. Είχαμε παρατηρητήρια στο Τζιάος, το μεγαλύτερο παρατηρητήριο εκεί, όπου στρατοπέδευε μόνιμα μισή διμοιρία, και η άλλη μισή σε άλλα παρατηρητήρια με καθήκον όλες να περιπολούν τις περιοχές τους». Το άλλο μισό τάγμα ήταν στην Αμμόχωστο, όπου από τα τέλη Ιουλίου υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ Ε/Κ και Τ/Κ, όπως θυμάται ο κ. Χέντλουντ.

Για την πρόσληψη του εγκλήματος, ο Σουηδός αξιωματικός θυμάται: «Ήταν κάτι αηδιαστικό, τρομακτικό, όπως θέλεις μπορείς να το ονομάσεις, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ότι ήταν συνθήκες πολέμου. Υπήρχαν τόσα άλλα πράγματα που συνέβαιναν συγχρόνως, τόσα γεγονότα στα οποία έπρεπε να αντιδράσουμε. Και ήμαστε νέοι και κατά κάποιον τρόπο άπειροι. Όμως, το συμβάν θεωρήθηκε πολύ σοβαρό και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι η σουηδική Αστυνομία ξόδεψε πολύ χρόνο για να το διερευνήσει».

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή