Γλωσσάρι και Δημοσιογραφία... Του Aidan White

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Μία πλασματική αντιπαράθεση προκλήθηκε στην προσπάθεια δημοσιογράφων να συζητήσουν σχετικά με τις λέξεις και τις φράσεις που χρησιμοποιούνται

Του Aidan White*

Οι καλοκαιρινοί μήνες είναι αυτό που οι δημοσιογράφοι αποκαλούν «η ανόητη εποχή». Είναι μια ήσυχη περίοδος, κατά την οποία τίποτε δεν συμβαίνει. Όμως στην Κύπρο, με την ανόητη εποχή σε πλήρη εξέλιξη, η δημοσιογραφία η ίδια είναι που κάνει πρωτοσέλιδα.

Μία πλασματική αντιπαράθεση προκλήθηκε στην προσπάθεια δημοσιογράφων να προωθήσουν τη συζήτηση εντός αιθουσών σύνταξης και στις δύο πλευρές του νησιού σχετικά με τις λέξεις και τις φράσεις που χρησιμοποιούνται σε ρεπορτάζ.

Το βιβλιάριο «Λέξεις που έχουν σημασία: Γλωσσάριο για τη δημοσιογραφία στην Κύπρο» αποσκοπεί στην ενθάρρυνση δημοσιογραφικού λόγου ευαίσθητου και προσεκτικού. Επισημαίνει μερικές λέξεις και φράσεις, που θεωρούνται από πολλούς ως αρνητικές ή προκατειλημμένες. Και αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου διαλόγου με τη συμμετοχή συντεχνιών, σωμάτων ρύθμισης του Τύπου και νέων δημοσιογράφων.

Οι συγγραφείς (εκ των οποίων είμαι ένας, και υπεύθυνος για την επιμέλεια της αγγλικής εκδοχής) έχουν εμπειρική γνώση των οδυνηρών πραγματικοτήτων της Κύπρου. Τονίζουν ότι το γλωσσάρι δεν συνιστά προσπάθεια επιβολής λογοκρισίας ή προσπάθεια εκφοβισμού δημοσιογράφων ή αρχισυντακτών, δεν αποτελεί μια λίστα απαγορευμένων λέξεων, ούτε είναι άσκηση πολιτικής ορθότητας. Είναι απλώς μια μετριοπαθής προσπάθεια συνδρομής στους δημοσιογράφους και στα ΜΜΕ για να κάνουν τη δουλειά τους πιο αποτελεσματικά και για να ανοίξουν μια συζήτηση εντός των αιθουσών σύνταξης ειδήσεων για την αντίληψη της προκατάληψης στον τρόπο που λειτουργεί η δημοσιογραφία.

Το γλωσσάρι δίνει έμφαση μόνο σε 56 λέξεις και φράσεις. Ακόμα και πριν την έκδοσή του στις 10 Ιουλίου, επέσυρε κριτική από πολλούς Ελληνοκύπριους δημοσιογράφους και μερικούς πολιτικούς αρχηγούς, που ισχυρίστηκαν ότι ήταν μια προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας του λόγου και επιβολής λεξιλογίου που είναι παραπλανητικό στον χειρισμό ιστορικών γεγονότων. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Associated Press στους New York Times, μια επιστολή διαμαρτυρίας με την οποία καταγγέλθηκαν «επικίνδυνες» ιδέες που στοχεύουν να μετατρέψουν τους δημοσιογράφους σε «άβουλα όργανα», και να προωθήσουν τη «λογοκρισία» υπογράφηκε από δημοσιογράφους και κυκλοφόρησε τρεις εβδομάδες πριν την έκδοση του γλωσσαρίου.

Έκτοτε, η αντιπαράθεση κύλησε, με όλους, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μέχρι την αγέλη λύκων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, να εισέρχονται στον καβγά, αγνοώντας θριαμβευτικά το πλαίσιο, το περιεχόμενο και τον εντελώς εθελοντικό χαρακτήρα της διαδικασίας για το γλωσσάρι.

Μια ερεθιστική ατμόσφαιρα έχει δημιουργηθεί με την αλήθεια να θυσιάζεται από όλες τις πλευρές. Υπήρξαν ανυπόφορες βρισιές κατά των τεσσάρων –με έδρα την Κύπρο- συντακτών. Χαρακτηρίστηκαν «προδότες» ή κατηγορήθηκαν ότι δρουν ως «πράκτορες» της Τουρκίας, και σε μία εκ των τεσσάρων προσβλητικά ειπώθηκε ότι δεν είναι παρά «μια Τουρκάλα πόρνη».

Πρόκειται για αντίδραση εκτός των πλαισίων για μια πρωτοβουλία που απλώς προσκαλεί σε συζήτηση σε σχέση με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται και κατανοούνται οι λέξεις. Για παράδειγμα, μία λέξη που αναφέρεται στο ρεπορτάζ των New York Times είναι η λέξη «σύνορα», η οποία χρησιμοποιείται από τα τουρκοκυπριακά ΜΜΕ για να περιγράψει τη γραμμή διαχωχωρισμού που χωρίζει το διεθνώς αναγνωρισμένο ελληνοκυπριακό Νότο από τον αποσχισθέντα τουρκοκυπριακό Βορρά. Στους Ελληνοκύπριους δεν αρέσει αυτή η λέξη επειδή θα μπορούσε να νομιμοποιήσει την ιδέα δύο αναγνωρισμένων διοικήσεων στο νησί. Το γλωσσάρι προσφέρει μια εναλλακτική, την «πράσινη γραμμή», μια αναφορά στο χρώμα της γραμμής που Βρετανός τράβηξε σε ένα χάρτη για να σηματοδοτήσει τη νεκρή ζώνη κατά τη διάρκεια των ένοπλων συγκρούσεων στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Άλλες δύσκολες λέξεις, όπως η «εισβολή» για να περιγραφούν οι τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις το 1974, η οποία προσλαμβάνεται προσβλητικά από ορισμένους Τουρκοκύπριους, τονίζονται επίσης, χωρίς όμως να προτείνονται εναλλακτικές. Το γλωσσάρι εφιστά την προσοχή στην ενοχλητική γλώσσα, αλλά αποφεύγει να καθορίσει νόμο με το να έλεγε σε δημοσιογράφους και αρχισυντάκτες τι να γράφουν. 

Ορισμένοι δημοσιογράφοι εναντιώνονται στο γλωσσάρι για τον λόγο ότι δεν τους αρέσει η ιδέα ανθρώπων έξω από τις αίθουσες σύνταξης, ιδιαίτερα ανθρώπων με πολιτικές διασυνδέσεις, να προσπαθούν να επηρεάσουν τον τρόπο εργασίας των δημοσιογράφων. Είναι ένα καλό επιχείρημα, με δεδομένο ότι το γλωσσάρι και η προσπάθεια για διάλογο οργανώνονται από τη διακυβερνητική ομάδα του ΟΑΣΕ και χρηματοδοτούνται από τη Γερμανία και την Ολλανδία. Στην περίπτωση όμως, του γλωσσαρίου, μια παρόμοια ανησυχία είναι αβάσιμη. Το γλωσσάρι έχει συνταχθεί, γραφτεί, επιμεληθεί και κυκλοφορήσει από δημοσιογράφους και μόνο. Δεν υπάρχουν πολιτικά δακτυλικά αποτυπώματα στο έγγραφο, το οποίο χαιρετίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων, από το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου και από 60 δημοσιογραφικές ενώσεις που συμμετέχουν στο Δίκτυο Ηθικής Δημοσιογραφίας, καθώς επίσης και από τον ειδικό εισηγητή για την Ελευθερία της Έκφρασης του ΟΗΕ. 

Το γλωσσάρι ανήκει στο μεγάλο όγκο ηθικών οδηγιών, εγχειριδίων, εκπαιδευτικού υλικού και πρακτικών συμβουλών για τη σύνταξη ρεπορτάζ, που βρίσκονται σε κάθε σοβαρό τμήμα ειδήσεων, καλύπτοντας τα πάντα, από τις προκλήσεις που θέτει σε δημοσιογράφους η κάλυψη εκφράσεων μίσους και ρατσιστικού λόγου, μέχρι το πώς ασκείται η δημοσιογραφία με επιμέλεια και ευαισθησία όσον αφορά στα δικαιώματα των παιδιών και άλλων ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας. Καμία από αυτές τις ηθικές οδηγίες δεν αποτελεί λογοκρισία.

Κάθε δημοσιογράφος άξιος του τίτλου του πρέπει να είναι ανοιχτός να συζητήσει ελεύθερα για τον τρόπο που κάνει τη δουλειά του και πως μπορεί να χτίσει εμπιστοσύνη με το κοινό του. Οι Κύπριοι δημοσιογράφοι θα έπρεπε να εκμεταλλευθούν την ευκαιρία και να διαβάσουν το γλωσσάρι, να κάνουν εισηγήσεις στο πως αυτό θα μπορούσε να βελτιωθεί, και να παρουσιάσουν τις δικές τους προτάσεις προκειμένου να βοηθηθούν τα ΜΜΕ να ξεφύγουν από την φυλετική, πολιτικά-καθοδηγούμενη ημερήσια διάταξη της ειδησεογραφίας τους.

Η δημοσιογραφία στα καλύτερά της είναι προοδευτική δύναμη. Βοηθά τους ανθρώπους να βρουν διέξοδο από δύσκολες συγκρούσεις. Συνέβαλε, για παράδειγμα, στη δημιουργία της δημόσιας στάσης των Αμερικανών που έβγαλε την χώρα από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Συνέβαλε ακόμα στην ειρήνη μετά από 30 χρόνια σύγκρουσης στη Βόρειο Ιρλανδία. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρόκειται να συμβεί αυτόματα. Χρειάζεται δημοσιογράφους που προσκολλώνται στον πυρήνα των αξιών του επαγγέλματός τους – ακρίβεια, ανεξαρτησία, αμεροληψία, ανθρωπιά και διαφάνεια – και χρειάζεται πολιτικούς που διατηρούν τις δέουσες αποστάσεις από τον Τύπο.

Μόλις περάσει η ανόητη περίοδος του καλοκαιριού, το Κυπριακό με όλες τις περίπλοκες πραγματικότητές του θα είναι ακόμα εδώ. Το ίδιο και η ευκαιρία για εποικοδομητική, θετική και ηθική δημοσιογραφία. Ζητώντας από τους Κύπριους δημοσιογράφους να σκεφτούν ξανά τις λέξεις που χρησιμοποιούν δεν είναι απειλή στην ελευθερία τους, αλλά μια προσπάθεια να βοηθηθούν τα ΜΜΕ να διαμορφώσουν μια δημόσια συζήτηση με τρόπους που αμβλύνουν τις εντάσεις και δημιουργούν χώρο για ουσιαστικό διάλογο.

 

Ο Aidan White είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος του Δικτύου Ηθικής Δημοσιογραφίας. Υπήρξε δημοσιογράφος στον αγγλικό Guardian και για 23 χρόνια ήταν γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων. Ήταν ο ειδικός σύμβουλος στην προετοιμασία της έκδοσης «Λέξεις που έχουν σημασία: Γλωσσάριο για τη δημοσιογραφία στην Κύπρο». 


Επιστροφή
στην αρχή